Καλύτερα απο τους Αμερικάνους

Καλύτερα απο τους Αμερικάνους


Το είδος είναι δύσκολο και θέλει στη σκηνοθεσία και στο σενάριο να υπάρχουν αληθινοί μάστορες. Οι Aγγλοι αποκαλούν Crime Story κάθε ταινία του είδους και με αυτό τον τρόπο τονίζουν ότι το φίλμ αφηγείται ιστορίες βασισμένες σε εγκλήματα. Οι Ιταλοί έχουν ένα δικό τους όρο: αποκαλούν τις ταινίες αυτές «κίτρινες» (film gialli) γιατί οι πρώτες του είδους τη μακρινή δεκαετία του ‘30 είχαν βασιστεί σε βιβλία με κίτρινο εξώφυλλο, που κυκλοφορούσαν από τον ιστορικό εκδοτικό οίκο Mondatori. Οι Γάλλοι δεν έχουν κάποιο ειδικό όρο, τα αποκαλούν όλα noir ή film policier, δηλαδή «αστυνομικά». Επειδή οι Ελληνες κριτικοί δανειζόντουσαν πολύ συχνά την γαλλική ορολογία, μάθαμε να αποκαλούμε κι εμείς «αστυνομικές», κάποιες ταινίες που έχουν πυροβολισμούς, εγκλήματα, σκηνές βίαιες και δράση αρκετή, ακόμα και αν σε αυτές αστυνομικός δεν εμφανίζεται ποτέ. Είδα πρόσφατα δυο ταινίες που ανήκουν στο παρεξηγημένο είδος των «αστυνομικών ταινιών χωρίς αστυνομικούς» και ομολογώ ότι τις απόλαυσα και τις συνιστώ γιατί παίζονται ακόμα στις αίθουσες. Αναφέρομαι στην ιταλική «Suburra» (στον τίτλο της προστέθηκε και το ελληνικό «Υπόγεια Πόλη») και στη γαλλική «Braqueurs», που βγήκε στις αίθουσες με τον ελληνικό τίτλο «Αδίστακτοι».

Με έδρα τη Ρώμη

Η «Suburra» βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα, που έκανε μεγάλη επιτυχία στη γείτονα χώρα: ο συγγραφέας του Kαρλο Μπονίνι έγραψε ήδη τη σχετική συνέχεια. Το πήρε στα χέρια του ο σκηνοθέτης Στέφανο Σολίμα, γιός ενός παραγωγού και σκηνοθέτη θρύλου του ιταλικού σινεμά και της ιταλικής τηλεόρασης του Σέρτζιο Σολίμα, και του άλλαξε τα φώτα – και μπράβο του. Ο Σολίμα άλλαξε το τέλος, αφαίρεσε ήρωες, επικεντρώθηκε στο κομμάτι της ιστορίας που αφορούσε τη σχέση της μαφίας με τους πολιτικούς, φώτισε ένα μυστήριο ιταλικό υπόκοσμο με έδρα τη Ρώμη κι όχι τη Νάπολι ή τη Σικελία. Αφηγήθηκε μια ιστορία ιταλική – ιταλικότατη. Διαδραματίζεται σε μια Ρώμη βροχερή, που καμία σχέση δεν έχει με την τουριστική πρωτεύουσα που ο κόσμος ξέρει. Ολα γίνονται σε επτά μέρες – τόσο χρειάζεται για να δέσουν μεταξύ τους μια σειρά από μικρές ιστορίες, που αρχικά μοιάζει δύσκολο να διασταυρωθούν. Οσα τα λεπτά κυλούν και πάμε προς το φινάλε, τόσο πληθαίνουν οι ψιλοβελονιές. Δεν είναι αριστούργημα, αλλά είναι μια ταινία που σε κρατάει κι έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά από αντίστοιχα ιταλικά crime stories, που είδαμε αυτά τα χρόνια. Προηγήθηκαν ταινίες όπως το «Gomorra» του Ματέο Γκαρόνε, το «Ανθρώπινο Κεφάλαιο» του Πάολο Βιρτζί, το «Τέλειο Χτύπημα» του Τζιουζέπε Τορνατόρε κι άλλα πολλά.

Επαψαν να υποφέρουν

Συμβαίνει κάτι ωραίο με τους Ιταλούς σκηνοθέτες την τελευταία δεκαετία: οι νεότεροι έπαψαν να υποφέρουν ένα παρελθόν γεμάτο δημιουργούς και ιδιοφυίες – ένα παρελθόν που τους καταπλάκωνε. Μέχρι το 2000 κυκλοφορούσαν κλώνοι του Παζολίνι, του Φελίνι, του Μπερτολούτσι – τυπάκια που προσπαθούσαν να προκαλέσουν το ενδιαφέρον του υπόλοιπου κόσμου ως «δημιουργοί» και όχι ως παραμυθάδες. Το ιταλικό σινεμά παρήγαγε σεξομπαλαφάρες, με πρωταγωνίστριες διάφορες στάρλετ της μπερλουσκονικές τηλεόρασης, που πληρωνόντουσαν σαν ακριβές κότες για να δείξουν στήθος ή μπούτι, και ταινίες δημιουργών, που μόνο τέτοιοι δεν ήταν: ακόμα κι άνθρωποι χαρισματικοί όπως ο Τορνατόρε ή ο Σαλβατόρες αρνούνταν την ιταλικότητα τους προσπαθώντας να κάνουν διεθνή καριέρα. Το ιταλικό σινεμά μπορεί να βγάζει δημιουργούς: θα υπάρχουν πάντα διανοητές όπως ο Νάνι Μορέτι, που μπορεί να σου διηγηθεί την άνοδο του Μπερλουσκόνι στον «Απρίλη» ξεκινώντας με ένα πλάνο που δείχνει αυτόν και τη μάνα του να καπνίζουν χασίς ή ο Πάολο Σορεντίνο, που μπορεί στην «Τέλεια Ομορφιά» να σε κάνει να μην θες να βγεις από ένα ψηφιδωτό παζλ, που λειτουργεί ως λαβύρινθος. Αλλά το ιταλικό σινεμά δεν ήταν μόνο οι Φελίνι και οι Βισκόντι: ήταν και οι απίθανες φάτσες δεκάδων σπουδαίων ηθοποιών που πρωταγωνίστησαν σε ιστορίες αυστηρά ιταλικές – κωμικές ή δραματικές δεν έχει σημασία. Τα τελευταία χρόνια οι Ιταλοί θυμήθηκαν ακριβώς αυτό: ότι όποιος τους αγαπάει, τους αγαπάει γιατί οι ιστορίες τους είναι δικές τους αποκλειστικά. Η «Suburra», που πήρε το όνομα της από μια υποβαθμισμένη συνοικία της Ρώμης, είναι ακριβώς αυτό. Και στο Νetflix ενθουσιάστηκαν τόσο με τις εικόνες της, που θα γυρίζουν μια τηλεοπτική σειρά δέκα επεισοδίων με τους ήρωές της.

Άλλο δρόμο οι Γάλοι

Παραδόξως η έκρηξη του γαλλικού σινεμά ήρθε δια μέσου ενός άλλου δρόμου. Εδώ και μια επταετία περίπου οι γαλλικές ταινίες, που κάνουν ευρωπαϊκό σουξέ, δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που συνηθίσαμε να περιμένουμε, όταν ακούμε για γαλλικό σινεμά. Για καμιά σαρανταριά χρόνια οι Γάλλοι πούλησαν εσωστρέφεια, ψυχανάλυση, ιστορίες ζευγαριών σε κρίση, ένοχο σεξ – όλα αυτά πακεταρισμένα με ένα πολύ ενοχλητικό μπλα μπλά, που δεν ήταν ποτέ ούτε πολύ ούτε λίγο, αλλά υπήρχε για να σε κοιμίσει. Είδαμε γυναίκες αεροπόρων που νόμιζαν ότι είναι ηρωϊδες του Προυστ, εραστές της κομμώτριας που μόνο εραστές δεν ήταν, ντέτεκτιβ που νόμιζες ότι δραπέτευσαν από ταινίες του Γκοντάρ και ήρθαν για να καταστρέψουν κι άλλες ταινίες, ταινίες με παιδιά, ταινίες με γιαγιάδες, ταινίες με καταπιεσμένες λεσβίες ή ταινίες για τη γερμανική κατοχή που κάποτε γνώρισε το Παρίσι. Και είδαμε φυσικά και μια Αμελί για κάθε κατάσταση: Αμελί παντρεμένη, ελεύθερη, βιτσιόζα, βαρεμένη, τρελή κι αδέσποτη παρόλη την αγάπη, μόνη κι έτοιμη να βγει από την οθόνη και να μας πάρει στο κυνήγι, ενώ φωνάζαμε «δώσαμε δώσαμε». Και ξαφνικά οι Γάλλοι άλλαξαν ρότα κι άρχισαν να θυμούνται τις παραδόσεις του Ζαν Πιέρ Μελβίλ και του Λουί Μάλ και να φτιάχνουν ταινιάρες δράσης! Και μαζί με αυτές και κωμωδίες υπέροχες και θρίλερ αξιαγάπητα. Γιατί; Γιατί ξαφνικά άρχισαν να επενδύουν σοβαρά χρήματα στις παραγωγές και να εμπιστεύονται νέους ανθρώπους: ο Ζιλιέν Λεκλέρκ, που γύρισε τους Αδίστακτους, είναι 37 χρονών και ως παραγωγός ή σκηνοθέτης έχει ήδη δουλέψει σε δέκα ταινίες! Το πιο σημαντικό είναι ότι το νέο γαλλικό σινεμά αντλεί έμπνευση από την μοντέρνα ευρωπαϊκή μας πραγματικότητα: στους «Αδίστακτους», ακόμα και το έγκλημα είναι μοντέρνο – λεφτά μπορεί να βγάλεις κι αν κλέβεις έγγραφα κι όχι Τράπεζες. Ενώ οι Αμερικάνοι φορτώνουν τις αντίστοιχες ταινίες ολοένα και πιο πολύ με ψηφιακά εφέ γυρίζοντας περιπέτειες για δεκαπεντάχρονους, κάθε γαλλικό crime story περιγράφει εξαιρετικά την πραγματικότητα της ευρωπαϊκής Δύσης. Δεν υπάρχουν ήρωες, αλλά τυπάδες που με όπλο την σκληρότητα και το θράσος προσπαθούν να ξεφύγουν από το περιθώριο, που όμως το σέρνουν μαζί τους. Η σκληρότητα τους λειτουργεί σε βάρος της λογιής, ενώ το θράσος είναι απλά το διαβατήριο τους για την κόλαση. Οι Γάλλοι καλλιεργούν ένα εξαιρετικό νέο noir, βάζοντας στο κέντρο της προσοχής ιστορίες καταραμένων ανθρώπων. Με ρεαλισμό που δένει κόμπο το στομάχι.

Γεννημένοι με καλάζνικοφ

Ζήλεψα και τα δυο και τα συνέκρινα άθελά μου με αντίστοιχες προσπάθειες να γυριστούν ανάλογες ταινίες στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι πέρα από την αδυναμία στο σενάριο και στην αφήγηση, εμείς έχουμε κι ένα επιπλέον πρόβλημα: ο υπόκοσμός μας δεν έχει πλέον πολλούς έλληνες πρωταγωνιστές και οι ιστορίες που παράγει δεν είναι ελληνικές. Ισως να μην μας ταιριάζει και το είδος. Ο Σωτήρης Γκορίτσας μου έλεγε κάποτε ότι κάθε φορά που σκέφτεται ένα έλληνα ηθοποιό να κρατάει ένα πιστόλι βάζει τα γέλια: μολονότι διαφώνησα, πιστεύω ότι κατά βάθος έχει δίκιο. Ενώ τύποι όπως ο Κλαούντιο Αμέντολα ή ο Σαμί Μπουαζιλά νομίζεις πως το πρώτο δώρο που τους έκανε ο μπαμπάς ήταν ένα καλάζνικοφ…