Ο τρίτος αδερφός Κοέν...

Ο τρίτος αδερφός Κοέν...

Παραστάσεις αναβάλλονται ή ματαιώνονται. Συναυλίες αλλάζουν μήνα και πάνε πιο πίσω. Στα σινεμά το προηγούμενο σαββατοκύριακο κόπηκαν εισιτήρια που κόβονται συνήθως στα τέλη Ιουλίου, όταν οι πιο πολλές αίθουσες είναι κλειστές: είναι λογικό γιατί ο κόσμος έχει αρχίσει κομμάτι να φοβάται την εξάπλωση του κωρονοϊού. Με μια μόνη εξαίρεση: τον κινηματογράφο Άστυ όπου άνοιξε και παίζεται αποκλειστικά η νέα ταινία του Γιάννη Οικονομίδη, «Η Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς». Εκεί τα σολντ άουτ διαδέχονται τρεις μέρες τώρα το ένα το άλλο: ειδικά στις βραδινές παραστάσεις είναι δύσκολο να βρεις εισιτήριο. Η ταινία θα ανοίξει σε περισσότερες αίθουσες προσεχώς. Θα κάνει χιλιάδες εισιτήρια και θα αγαπηθεί παράφορα. Γιατί το αξίζει.

Ένα όνομα μια πρόταση

Η περίπτωση του Γιάννη Οικονομίδη είναι από τις σπάνιες στον ελληνικό κινηματογράφο – μιλάμε για κάποιον που πριν βρει το κοινό του (ένα κοινό που σίγουρα θα μεγαλώσει και πολύ), βρήκε ταυτότητα, εκφραστικά μέσα και ιστορίες για να διηγηθεί, πράγματα σπάνια όταν μιλάμε για Ελληνες σκηνοθέτες. Ο Οικονομίδης δεν είναι ούτε καλός, ούτε κακός: είναι ο Οικονομίδης – αρκεί δηλαδή το όνομά του για να προσδιοριστεί μια συγκεκριμένη κινηματογραφική πρόταση. Κάποιος θα έλεγε ότι ανήκει στην κατηγορία των σκηνοθετών που γυρίζουν πάντα την ίδια ταινία (και δεν είναι μειωτικό αυτό, αφού σε αυτή ανήκουν και τέρατα του παγκόσμιου κινηματογράφου, όπως ο Χίτσκοκ ή ο Φελίνι), αλλά ο Οικονομίδης πιο πολύ και από το να γυρίζει την ίδια ταινία θα λεγα ότι εξελίσσει μια πρόταση. Γράφει μια παράγραφο με το «Σπιρτόκουτο», δυο διηγήματα με την «Ψυχή στο Στόμα» και το «Μαχαιροβγάλτη», ένα δραματικό μυθιστόρημα με το «Μικρό Ψάρι» και τώρα μια νουβέλα με πολύ χιούμορ που την ονομάζει «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς». Είναι ένας συγγραφέας του σινεμά κι όχι ένας απλός αφηγητής, γιατί οι ταινίες του βασίζονται στους ανθρώπους και στις ιστορίες τους – ιστορίες που έχουν να κάνουν, όπως σχεδόν πάντα συμβαίνει με τους καλούς συγγραφείς, με τη δική του ικανότητα στη συλλογή πληροφοριών και την παρατήρηση. Σε μια Ελλάδα που όποιος ασχολείται με το σινεμά καταλήγει να διηγηθεί συνήθως ψυχογραφίες με πρωταγωνιστή τον εαυτό του, πιστεύοντας αυτάρεσκα πως είναι σπουδαίες, ή ιστορίες διάφορων ιστορικών προσώπων, ελπίζοντας πως το κοινό θα δει σε αυτά περασμένα μεγαλεία και θα συγκινηθεί, ο Οικονομίδης ασχολείται με το σήμερα σκάβοντας στην ελληνική μας πραγματικότητα συνήθως για να αναδείξει εικόνες της που ψιλοφοβόμαστε.

Μια κρυμμένη οχιά

Στην «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» η μεγάλη του επιτυχία είναι ότι ενώ διηγείται μια ιστορία που ολοκληρώνεται με μια υπερβολική για τα ελληνικά δεδομένα διαδικασία ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, δεν υπάρχει ούτε ένα δευτερόλεπτο που να αμφισβητείς την πιθανότητα οι πρωταγωνιστές της (όλοι, ανεξαρτήτως του μεγέθους του ρόλου τους…) να είναι κανονικοί νεοέλληνες. Κάποιοι είναι ευτυχώς σπάνιοι και για να τους δεις (αν και δεν θα στο συνιστούσα…) πρέπει να βρεθείς την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο σημείο, αλλά όλοι υπάρχουν και συνθέτουν μια πινακοθήκη ηλιθίων, τόσο θεαματική που κάποια στιγμή τους συμπονάς κιόλας, μολονότι όλοι τους είναι τομάρια. Μάλιστα, όταν η ταινία τελειώσει αναρωτιέσαι κιόλας αν η κυριούλα που βλέπεις στο σουπερμάρκετ θα μπορούσε να παίζει στην ταινία – δηλαδή να κρύβει μέσα της μια οχιά που ο Οικονομίδης μπορεί να βγάλει στην επιφάνεια και να φωτίσει.

Το μήνυμα της Αννούλας και άλλα πολλά

Ως πραγματικός δημιουργός ο Οικονομίδης διακατέχεται και από εμμονές με τις οποίες παίζει: πάντα στις ταινίες του θα εμφανιστεί ο κροκόδειλος – εδώ είναι όνομα επαρχιώτικου σκυλάδικου. Ποτέ επίσης στις ταινίες του δεν θα δεις κάποιον να φοράει τζιν παντελόνι – το χω προσέξει και δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο. Αλλά επειδή ο θεατής θέλει συνήθως να διασκεδάσει κι όχι να τεμαχίσει τις ταινίες για να ψάξει λεπτομέρειες, αυτό που όλοι σχεδόν κρατούν ως το μεγάλο χαρακτηριστικό των ταινιών του είναι ότι οι πρωταγωνιστές του βρίζουν – η γλώσσα τους προκαλεί σχεδόν πάντα συζητήσεις: ήδη από το «Σπιρτόκουτο» θυμάμαι να γίνεται αυτό. Εγώ πάλι λέω ότι αν αυτό το συζητάμε είναι γιατί έχουμε άθελά μας ταυτίσει το ελληνικό σινεμά με ένα είδος λεκτικής και εκφραστικής αποστείρωσης: συνηθίσαμε να βλέπουμε ελληνικές ταινίες με ανθρώπους που μιλάνε είτε την ίδια άχρωμη και σιδερωμένη γλώσσα, είτε μια γλώσσα που υπάρχει μόνο στο μυαλό των σεναριογράφων.

Στην Ελλάδα ο νεορεαλισμός των δεκαετιών του ΄40 ή του ‘50  δεν ήρθε επί της ουσίας ποτέ και η επιρροή του στο σινεμά μας υπήρξε ελάχιστη. Οι Ελληνες σκηνοθέτες που τον ασπάστηκαν εμπνεύστηκαν μόνο από τη φωτογραφία, την διαχείριση των ηρώων, τους χώρους. Ετσι βρεθήκαμε να έχουμε πολλές ταινίες με νεορεαλιστική σκληρότητα ( από το «Δράκο» μέχρι την «Αναπαράσταση» και από τα «Κόκκινα Φανάρια» ή τη «Στέλα» μέχρι τη «Μαγική πόλη») χωρίς ωστόσο σε αυτές να ακούμε τους πρωταγωνιστές να μιλάνε, όπως στην κανονική ζωή τους: οι Ελληνες σκηνοθέτες αγάπησαν τον «Κλέφτη των Ποδηλάτων» του Ντε Σίκα όχι όμως και «Il bandito» του Αλμπέρτο Λατουάντα. Κι έτσι η γλώσσα του ελληνικού σινεμά παρέμεινε κάτι σαν τη γλώσσα του κατηχητικού: η αθυροστομία έγινε συνώνυμο της χυδαιότητας – και πιθανότατα και να είναι – αλλά γιατί ακριβώς παίζαμε κρυφτούλι μαζί της δεν το κατάλαβα ποτέ.

Στις ελληνικές ταινίες όλοι (φαντάροι, επιχειρηματίες, κλέφτες, δάσκαλοι, κυρίες και πόρνες) μιλάνε με τον ίδιο τρόπο – απλά όταν χρειάζεται να φανεί λίγη περιθωριακή μαγκιά αλλάζει ο τόνος. Ο Οικονομίδης έφερε μαζί του τη γλώσσα των ανθρώπων για τους οποίους μιλάει: στην «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» δεν μπορείς να φανταστείς τους συγκεκριμένους τύπος να μιλάνε διαφορετικά. Ο Οικονομίδης μπολιάζοντας την ταινία και με κάμποσες σιωπές είναι σαν κάθε φορά να σε προετοιμάζει για το χείμαρρο που θα ακολουθήσει: φεύγεις από το σινεμά κι έχεις πάρει (πάλι) μαζί σου εκφράσεις και συζητήσεις που μόνο σε μια ταινία του Οικονομίδη θα παρακολουθήσεις. Το μήνυμα της Αννούλας. Η σχεδόν ερωτική εξομολόγηση του fan Μουρίκη στον λαϊκό τραγουδιστή Ζαφειρόπουλου. Ο καυγάς του Ζαφειρόπουλου με τη μάνα του. Η περιγραφή του πεθερού. Η σπάνια κατηγορία ότι ένας άντρας σαν τον Βασίλη Μπισμπίκη, που τα είχε όλα, κατάντησε «σχεσάκιας». Όλα αυτά και πολλά άλλα είναι επεισόδια που εξιστορούνται με τη γλώσσα που πρέπει: με την οργή της, τον πλούτο της, την οξύτητα της, την πλάκα της.

Λαχταράς τις ταινίες του

Η Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς είναι μια ταινία των αδερφών Κοέν με φόντο τη Λαμία και μια ταινία στην οποία εμφανίζονται τρεις – τέσσερις τύποι που θα έκαναν τον Γκάι Ρίτσι να ζηλέψει. Παρόλα αυτά είναι μια ταινία βαθύτατα ελληνική, απόλυτα σύγχρονη και καταπληκτικά δική μας, αφού για να λειτουργήσει χρειάζεται κι εμάς τους θεατές – είμαστε μέρος της και δεν αποκλείεται σε αυτό το απερίγραπτο σκηνικό να δούμε και πράγματα δικά μας. Εν τέλει ο Γιάννης Οικονομίδης μας είναι χρήσιμος. Κι αυτό μπορείς να το πεις για λίγους σκηνοθέτες: το λες μόνο για όσους τις ταινίες τους τις λαχταράς…