To κάπως μακρινό πλέον 2009 ο Αγγλος κινηματογραφικός παραγωγός Γκράχαμ Κίνγκ είχε μια ενδιαφέρουσα ιδέα: να γυριστεί μια ταινία για το βρετανικό συγκρότημα των Queen και τον αρχηγό τους Φρέντι Μέρκιουρι. Τα γυρίσματα άρχισαν στα τέλη του 2010, με τον Σάσα Μπάιρον Κοέν να υποδύεται τον Μέρκιουρι. Προέκυψε μια καταστροφή. Οι παραγωγοί έβλεπαν στον Κοέν τον κωμικό που μας είχε δώσει τον Μπόρατ, ο ίδιος ο ηθοποιός ήθελε να κάνει στροφή στην καριέρα του για να παίξει ένα ρόλο αληθινά δραματικό: δεν υπήρξε δυνατότητα ούτε κατανόησης, ούτε συνεργασίας. Το 2014 η ταινία φαινόταν αδύνατο να γυριστεί, μέχρι που ο εμφανίστηκε για να πάρει το ρόλο του πρωταγωνιστή ο Ρέμι Μάλεκ – ανερχόμενος και έτοιμος να αρπάξει την ευκαιρία. Αλλά και πάλι η ταινία έμοιαζε καταραμένη. Ανέλαβε την σκηνοθεσία της ο Μπράιαν Σίνγκερ, που προσλήφθηκε τον Νοέμβριο του 2016. Απομακρύνθηκε τον Δεκέμβριο του 2017 λόγω συχνών συγκρούσεων με τους παραγωγούς – μεταξύ των οποίων ήταν και τα εν ζωή μέλη του ιστορικού συγκροτήματος. Ανέλαβε να την ολοκληρώσει ο Ντέξτερ Φλέτσερ, ο οποίος ήταν η αρχική επιλογή. Και με αυτόν υπήρξαν διαφωνίες. Ο Σίνγκερ επέστρεψε τα μισά του 2019 κι Φλέτσερ έμεινε ως εκτελεστικός παραγωγός. Τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν τον Ιανουάριο του 2018. Το Bohemian Rhapsody, όπως η ταινία βαφτίστηκε, έκανε πρεμιέρα σε μια ειδική προβολή στο Στάδιο Γουέμπλεϊ στις 23 Οκτωβρίου του 2018. Ελάχιστοι έγραψαν κάτι καλό για αυτή. Οι κριτικοί τόνισαν ότι δεν έχει σκηνοθέτη (!) καθώς άλλος την ξεκίνησε κι άλλος την τελείωσε. Οι γνώστες του συγκροτήματος δημοσιογράφοι επεσήμαναν δεκάδες ανακρίβειες. Το φινάλε της ταινίας έμοιαζε αμήχανο καθώς όλα ολοκληρώνονται με μια συναυλία του συγκροτήματος κι ενώ ο Μέρκιουρι είναι ήδη άρρωστος. Ωστόσο η επιτυχία στο box office υπήρξε μοναδική γιατί κάτι ωραίο σε αυτή υπήρχε: τουλάχιστον στα μάτια των φανς. Οι εισπράξεις έφτασαν περίπου το 1 δισεκατομμύριο δολάρια παγκοσμίως, ενώ ο προϋπολογισμό παραγωγής δεν ξεπέρασε τα 55 εκατομμύρια δολάρια!

Αυτό και μόνο έγινε σοβαρός λόγος για να γίνουν αμέσως μετά οκτώ ταινίες με ήρωες παγκόσμιους σταρ της μουσικής: είδαμε μια ωραία ταινία για τον Ελβις, και λιγότερο καλές, αλλά πάντα προσοδοφόρες, ταινίες για τον Ντίλαν, τον Σπρίγκστιν, την Έιμι Γουάινχαουζ, τον Μπομπ Μάρλεϊ. Η τάση είχε μια γενικότερη επίπτωση στην Ευρώπη. Στην Ιταλία έγινε ταινία η ζωή της Τζιάνα Νανίνι, στη Γαλλία η ζωή του Σαρλ Αζναβούρ, στην Ελλάδα έγιναν ουρές για το «Υπάρχω» - την ιστορία του Στέλιου Καζαντζίδη. Και κάπως έτσι φτάσαμε να γίνεται παγκοσμίως χαμός με το «Μάικλ», δηλαδή την κινηματογραφική βιογραφία του Μάικλ Τζάκσον. Που πατάει ακριβώς στο δρόμο που χάραξε το Bohemian Rhapsody: όχι τυχαία καθώς και σε αυτό παραγωγός είναι ο πανέξυπνος Γκράχαμ Κίνγκ.
Οι ομοιότητες στο κατασκευαστικό αποτέλεσμα είναι πολλές. Και στις δυο ταινίες υπάρχει ένας πρωταγωνιστής που μοιάζει εμφανισιακά πάρα πολύ με τον ήρωα την ιστορία του οποίου παρακολουθούμε. Και οι δυο ταινίες ολοκληρώνονται με τον ήρωα να δίνει μια συναυλία. Και στις δυο περιπτώσεις όλα όσα βλέπουμε έχουν λάβει την έγκριση κάποιων εμπλεκόμενων στην παραγωγή supervisor που έχουν προσωπικούς λόγους για το τελικό αποτέλεσμα: στην μια περίπτωση είναι οι Queen, στην άλλη ο πανίσχυρος οργανισμός διαχείρισης της κληρονομιάς του Τζάκσον. Και στις δυο ταινίες δεν υπάρχει αναφορά σε μερικές ζόρικες ιστορίες που ο ήρωας μας πρωταγωνιστεί: το «Μάικλ» είναι η απόλυτη αγιογραφία – το Bohemian Rhapsody αφήνει να φανούν τουλάχιστον και μερικές από τις σκιώδεις πλευρές του Μέρκιουρι. Αλλά και στις δύο ταινίες το κοινό που πάει στα σινεμά πάει γιατί ξέρει πως θα δει τον ήρωα που θα ήθελε να δει: όχι ένα πραγματικό άνθρωπο (με τις μεγάλες του αρετές και τα ελαττώματα του) αλλά το είδωλό του. Διασκεδάζει με τα τραγούδια του, παρακολουθεί και χαίρεται την πορεία του προς την καταξίωση, θυμάται γιατί τον αγάπησε, ενθουσιάζεται κυρίως με την μουσική και τα τραγούδια. Είναι εντυπωσιακό αλλά το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στο «Υπάρχω», το δικό μας. Που κι αυτό σταματά ακριβώς την στιγμή που πρέπει να ασχοληθεί με κάποιες πτυχές της προσωπικής ιστορίας του Καζαντζίδη που δεν είναι και οι πιο γοητευτικές. Αλλά ελάχιστους από αυτούς που έτρεξαν στα σινεμά αυτό τους ενόχλησε: ίσα ίσα.

Ομολογώ πως παρακολουθώ το πράγμα με ενδιαφέρον εστιάζοντας κυρίως στην αποδοχή που έχουν οι ταινίες αυτές από το κοινό. Έχουν πάρει μέτριες κριτικές, ξεχνιούνται μάλλον γρήγορα, δεν διακρίνονται για την δραματουργική τους βαρύτητα. Αλλά αρέσουν σε αυτούς που τρέχουν να τις δουν: κατά κάποιο τρόπο το μεγαλύτερο μέρος του κοινού τους ξέρει τι θα δει (και πως θα νιώσει) πριν τις ταινίες τις παρακολουθήσει. Ακόμα και στην Ελλάδα στην επίσημη πρεμιέρα της ταινίας «Μάικλ» εμφανίστηκαν άνθρωποι ντυμένοι όπως ο Μάικλ Τζάκσον, ενώ την ώρα που ακούγονται τα τραγούδια δεν λείπουν ρυθμικά χειροκροτήματα. Μου λένε ότι σε μερικά σινεμά ο κόσμος χορεύει κιόλας: δεν το αποκλείω. Το βέβαιο είναι ότι όποιος πάει να δει την ταινία δεν θέλει να δει ούτε αν ο Μάικλ Τζάκσον ήταν παιδόφιλος, ούτε αν κατηγορήθηκε άδικα: δεν θέλει να δει ούτε την δίκη του, ούτε την καταδίκη του – αλλωστε τίποτα από τα δύο δεν υπήρξε στη ζωή πέρα από φρικτές υποψίες. Τι θέλει να δει; Θέλει να δει τον δικό του Μάικλ: αυτόν που τον έκανε να χορεύει, να στήνεται στο MTV για να δει το βίντεο του Μπίλι Τζιν, αυτόν που κατάφερε να μαζέψει ένα βράδυ όλους τους μεγάλες Αμερικάνους αστέρες της εποχής για να ηχογραφήσουν μαζί του το «USA for Africa» - κι ας μην υπάρχει καν αυτό στην ταινία.

Το σινεμά μας έκανε να το αγαπήσουμε γιατί μας διηγήθηκε με τον τρόπο καταπληκτικές ιστορίες. Σήμερα έχουμε φτάσει μαζί του σε μια άλλου είδους σχέση: πάμε στα αίθουσες για να δούμε ιστορίες πραγματικών ειδώλων, όπως εμείς θα θέλαμε να είναι. Οι παραγωγοί, οι σκηνοθέτες, οι ηθοποιοί δουλεύουν με σκοπό να ικανοποιήσουν το δικό μας γούστο – εννοώ το γούστο των φανατικών οπαδών του ειδώλου που συμβαίνει να είναι πάρα πάρα πολλοί. Μάλιστα και η εμπορική επιτυχία αυτών των ταινιών εξαρτάται κυρίως από το πόσους οπαδούς έχει αυτός που αγιογραφείται, αλλά και από το πόσο αγιογραφείται. Ο Ντίλαν δεν έχει πάρα πολλούς πιστούς που να περιμένουν ένα άγιο. Ο Σπρίγκστιν δεν χρειάζεται αγιοποίηση. Ο Μπομ Μάρλεϊ δεν μπορεί να πουλήσει ως άγιος. Ο Πρίσλεϊ έχει αγιοποιηθεί χρόνια πριν γίνει η ταινία του. Ο Μάικλ έχει εκατομμύρια πιστούς. Που τρέχουν να χορέψουν στα σινεμά με την αγιοποίηση του. Ωραίο είναι. Αλλά δεν είναι πολύ σινεμά. Είναι κάτι άλλο.
(Βημαγκαζίνο, Μάιος τιου 2026)








