Ο Ελβις και μια σχεδόν ερωτική ταινία...

Ο Ελβις και μια σχεδόν ερωτική ταινία...


Πήγα να δω την ταινία του Μπαζ Λούρμαν για τον Ελβις μάλλον αρνητικά προκατειλημμένος  και για αυτό δεν έφταιγε, ούτε το θέμα της, ούτε οι συντελεστές της. Απλά οι ταινίες που έχουν ως θέμα μουσικούς και τραγουδιστές έχουν σχεδόν πάντα το εξής πρόβλημα: είτε το μουσικό τους κομμάτι είναι τόσο μεγάλο (και τόσο επιβλητικό), ώστε σκεπάζει την ιστορία του ήρωα που θέλουν να διηγηθούν, είτε η ιστορία είναι τόσο προβλέψιμη και βαρετή, ώστε ακόμα και το μουσικό της περίβλημα δεν τη σώζει. Η ισορροπία είναι δύσκολη και για αυτό προτιμώ τα ντοκιμαντέρ: σε αυτά δεν υπάρχει μυθοπλασία (άρα δεν υπάρχει ο κίνδυνος της πλήξης ή της στρέβλωσης) και τα τραγούδια είναι κατά κάποιο τρόπο σαν κεφάλαια ζωής – καταλαβαίνεις πως ο ήρωας έφτασε στην επιτυχία. Όλα αυτά όταν μιλάμε για ταινίες μυθοπλασίας είναι δύσκολα. Αλλα ομολογώ ότι βγήκα από το σινεμά, αφού πέρασα κοντά δυόμισι ώρες με τον Ελβις, κατευχαριστημένος.

Όχι έτσι ακριβώς

Είναι η ταινία του Λούρμαν μια πιστή, ακριβής και κατά συνέπεια συναρπαστική βιογραφία του Ελβις; Όχι δεν είναι. Στις ΗΠΑ, που την ταινία μπορούν να την καταλάβουν καλύτερα αφού αναφέρεται σε ένα πραγματικό αμερικάνικο μύθο, έχει προκαλέσει και ουκ ολίγες συζητήσεις για πολλά που περιγράφει και τα οποία είτε δεν έχουν συμβεί ακριβώς έτσι, είτε σχετίζονται με πτυχές του χαρακτήρα του που αμφισβητούνται – για παράδειγμα αμφισβητείται η αντίδραση του για τις δολοφονίες του Ρόμπερτ Κένεντι και του Μάρτιν Λουθερ Κινγκ. Υπάρχει επίσης μια ολόκληρη περίοδος, (κι αρκετά σημαντική), που έχει να κάνει με την προσήλωσή του στον κινηματογράφο, που στην ταινία περνά πολύ γρήγορα. Η ταινία δεν βρίσκει επίσης χρόνο για να περιγράψει το εντυπωσιακό come back του Πρίσλεϊ, μετά το τέλος της στρατιωτικής του θητείας, όταν έκανε τεράστιες επιτυχίες, όπως το «Ιt’s now or never», αλλά και τρομερές τηλεοπτικές εμφανίσεις, όπως μια στο σόου του Φρανκ Σινάτρα που καθήλωσε τις ΗΠΑ. Δεν αναφέρεται επίσης σχεδόν καθόλου στις ερωτικές περιπέτειες του Ελβις (υπάρχει ουσιαστικά μόνο η Πρισίλα) αλλά και στην περίπλοκη σχέση με τους μουσικούς του. Και τότε, δικαίως θα πει κάποιος, πως είναι μια καλή ταινία; Η απάντηση είναι απλή: είναι μια ωραία εμπειρία (κι όχι μια απλά μια διασκεδαστική ταινία) γιατί αναφέρεται σε κάτι που σπανίως στο σινεμά έχει αποτυπωθεί τόσο σπουδαία – αναφέρομαι στη σχέση του Ελβις με την ίδια τη μουσική. Τη μουσική του, αλλά και τη μουσική γενικότερα. Την έμπνευση που τη γεννά, αλλά και την παραγωγή και την διάδοσή της. Την ευτυχία που δημιουργεί ως έκφραση, αλλά και τον πόνο της εκμετάλλευσης που προκαλεί η επιτυχία.

Μια αντιφατική δύναμη

Αν θέλετε να δείτε μια πληρέστατη βιογραφία του Ελβις, θα σας πρότεινα ανεπιφύλακτα το ντοκιμαντέρ του Τομ Ζίμνι «Elvis, the Searcher». Είναι τηλεοπτικό, κρατά σχεδόν τέσσερις ώρες – εξελίσσεται σε δυο επεισόδια. Εχει αφηγητές καταπληκτικούς, όπως τον Μπρους Σπρίγκστιν πχ, και δεν κρύβει σχεδόν τίποτα από την ταραχώδη ζωή του «βασιλιά». Αλλά η ταινία του Λούρμαν είναι σαφώς ανώτερη, αρκεί το θέμα της να σε ενδιαφέρει και το θέμα της δεν είναι ο Ελβις: ο Ελβις είναι το πρόσχημα. Ο Λούρμαν αυτό το κάνει σαφές δίνοντας τρόπο τινά τον πρώτο ρόλο, αυτόν του αφηγητή της ιστορίας, στον μάνατζερ του Ελβις, τον σκοτεινό συνταγματάρχη Πάρκερ. Δεν μας δίνει την οπτική του, αλλά τον χρησιμοποιεί για να χτίσει ένα είδος πλοκής που έχει να κάνει αρκετά με τη σχέση του με τον Πρίσλεϊ: η ταινία δείχνει την αρχή της, την δυσκολία της, την επιτυχία της και φυσικά την παρακμή της. Ωστόσο δεν είναι μια ταινία που βασίζεται στην ιστορία δυο αντρών: κι αυτό είναι μια απλή διεκπεραιωτική φόρμουλα – ένας τρόπος για να μην χαθούν οι σεναριογράφοι κι ο σκηνοθέτης στο σύμπαν του Ελβις. Η στόχευση είναι εξ αρχής άλλη: είναι το πώς ένα φτωχόπαιδο από το Μέμφις κατάφερε να βρει ένα μουσικό μονοπάτι για να αλλάξει την πορεία του κόσμου. Ακούγεται μεγαλεπήβολο, αλλά η αφήγησή αυτής της προσπάθειας είναι η βάση της ταινίας: ο Ελβις βρίσκει στη μουσική σχεδόν τα πάντα. Προορισμό, καταφύγιο, επιτυχία. Αλλά όχι τελικά και ευτυχία. Ισως γιατί, μοιάζει να λέει ο Λούρμαν, η μουσική από μόνη της δεν σώζει. Δημιουργεί όμως αγάπη και αθανασία. Κι αυτή την αντιφατική της δύναμη είναι που στην ταινία «Ελβις» αισθάνεσαι. Αν βέβαια μπορείς.

Μια ερωτική ιστορία  

Η ταινία είναι έτσι φτιαγμένη, ώστε ο Οστιν Μπάτλερ στο ρόλο του Ελβις και κυρίως ο Τομ Χανκς στο ρόλο του συνταγματάρχη Πάρκερ καλούνται να δώσουν ερμηνευτικά ρεσιτάλ. Το καταφέρνουν; Δύσκολο να το πεις. Ο Τομ Χάνκς, που είναι αγνώριστος, είναι κομμάτι μονοδιάστατος: ίδιος κι απαράλαχτος από την αρχή μέχρι το τέλος μολονότι η ταινία διηγείται μια σχέση που κρατά πάνω από είκοσι χρόνια. Αλλά και η μεταμόρφωση του Μπάτλερ έχει τις δυσκολίες της. Μας δίνει ένα Ελβις με ψυχή, αλλά και λίγο άνισο: αγρίμι στη σκηνή, αλλά κομμάτι στιλιζαρισμένο, όταν από αυτή κατεβαίνει. Ωστόσο και ο Χάνκς και ο Μπάτλερ έχουν βάλει τα δυνατά τους και το χειροκρότημα το κερδίζουν.

Η ταινία έχει άλλες αδυναμίες. Η αφήγηση βασίζεται αρχικά σε μια φωνή off (του συνταγματάρχη Πάρκερ) που εξηγεί, τακτοποιεί και προαναγγέλλει, αλλά ξαφνικά η φωνή αυτή χάνεται για να επανέρθει ξανά στο τέλος, όταν ακούμε μια απολογία κι ένα κατηγορώ. Η ταινία είναι πολύ γεμάτη στο πρώτο μέρος, όσο μας δείχνει τον Ελβις νέο, δυναμικό, παθιασμένο και ασταμάτητο, αλλά κομμάτι άδεια στο τέλος, στα κομμάτια της παρακμής του «Βασιλιά». Οι ενότητες επίσης είναι κομμάτι ασύμμετρες: η έναρξη της ιστορίας είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την ολοκλήρωση της που είναι μικρή – στο τέλος ο Λούρμαν καταφεύγει στην ευκολία της χρήσης κάποιων σκηνών από τα δελτία ειδήσεων του 1970 για να μας δείξει τις δυσκολίες του Ελβις. Δεν υπάρχει επίσης η κατάβαση του Πρίσλεϊ στην κόλαση της τρέλας – απλά υπάρχουν κάποιες σκηνές κατάθλιψης, οργής και πανικού. Αλλά όλα αυτά είναι μάλλον λεπτομέρειες κι ας μοιάζουν σημαντικά: το αληθινά σημαντικό είναι η σχέση του Ελβις με την μουσική κι αυτή παρουσιάζεται με όρους και τρόπους ερωτικής ιστορίας γιατί ο Λούρμαν ξέρει την τέχνη του μιούζικαλ. Το καταχάρηκα.

Απέραντος ο χώρος

Όταν κάποτε πήγα στο Λας Βέγκας ένα από τα πολλά που έψαξα να δω είναι η ιστορική αίθουσα του ξενοδοχείου στο οποίο ο Ελβις έκανε για χρόνια τις τελευταίες εμφανίσεις του. Δεν είναι όσο μεγάλη νόμιζα: μεγάλη είναι μόνο η σκηνή. Προσπαθούσα να καταλάβω τότε αυτή την ασσυμετρία – η πλατεία έμοιαζε μικρότερη από το πάλκο. Η ταινία μου έλυσε το μυστήριο: ο Ελβις μπορούσε να γεμίσει αυτό τον απέραντο χώρο μικραίνοντας τον όταν έπαιρνε το μικρόφωνο. Στην πραγματικότητα ο χώρος είναι έτσι φτιαγμένος ώστε όποιος καθόταν να δει τον Ελβις έπρεπε να τον ψάξει, να τον κεντράρει και να τον ακολουθεί με τα μάτια δεμένος μαζί του: δεμένος με τα σχοινιά της μουσικής του, λέει πολύ γλυκά η ταινία, που στην Ελλάδα δεν έκανε επιτυχία. Εδώ προτιμάμε πάντα από τη μουσική τη μυθοπλασία. Τέτοια στη ταινία του Λούρμαν υπάρχει λίγη. Και δεν σκανδαλίζει…