Ο αιωνόβιος δεκαεννιάχρονος Μανώλης Γλέζος

Ο αιωνόβιος δεκαεννιάχρονος Μανώλης Γλέζος

Στο μεταξύ, τέλη Μαρτίου, έφυγε από τη ζωή μετά από μεγάλη μάχη με το χάρο, αλλά και πλήρης ημερών ο Μανώλης Γλέζος, ένα σύμβολο της Ελληνικής Αριστεράς κι ένας Ελληνας ήρωας: ο άνθρωπος που κάποτε κατέβασε τη ναζιστική σημαία, σκαρφαλώνοντας νύχτα στα βράχια της Ακρόπολης. Βρήκα συμβολικό το φινάλε της πολυτάραχης ζωής του. Ο Γλέζος, καιρό τώρα, έμπαινε στα νοσοκομεία με αναπνευστικά προβλήματα και δραπέτευε από αυτά με όπλο την απίστευτη γερή κράση του – σαν να ήθελε να ζήσει (έστω για λίγο) κι αυτή την απίστευτη τελευταία περιπέτεια της ανθρωπότητας και να φύγει μετά, σαν να την περίμενε. Φεύγει σε μια στιγμή που δεν υπάρχουν ήρωες και που πράξη αντίστασης σε αυτό τον παράξενο πόλεμο με τον αόρατο εχθρό είναι να μένεις σπίτι. Για τον Γλέζο είμαι σίγουρος ότι όλο αυτό είναι τόσο αντιηρωϊκό, ώστε δεν έχει νόημα. Αυτός ως φύσει ελεύθερος άνθρωπος ένα τέτοιο αυτοπεριορισμό δεν θα τον αντιλαμβανόταν ποτέ ως πράξη που δηλώνει την ατομική ευθύνη: άλλο ήταν για τον ίδιο το νόημα του ορισμού της.   

Με ένα φαναράκι κι ένα σουγιά

Είναι άδικο (;) για κάποιον που έχει κάνει στη ζωή του τόσα πολλά να αναφέρεσαι κάθε φορά που μιλάς για αυτόν κυρίως στην πρώτη του πολιτική πράξη. Αλλά η υποστολή και η κλοπή της σημαίας του Ράιχ από την Ακρόπολη παραμένει όσα χρόνια κι αν περάσουν μια μεγαλειώδης κίνηση, που μοιάζει πάντα ακόμα μεγαλύτερη, όταν σκέφτεσαι ότι σχεδιάστηκε κι έγινε από δυο πιτσιρικάδες. Αυτή η μοναδική στα ελληνικά χρονικά ενέργεια του Γλέζου τη νύχτα της 30ής προς την 31η Μαΐου του 1941 του έδωσε μια θέση στην ιστορία, αλλά και στις καρδιές των Ελλήνων – ειδικά αυτών που την έζησαν.

Ήταν μόλις 19χρονών, φοιτητής της ΑΣΟΕ, όταν μαζί με τον Απόστολο Σάντα, σκαρφάλωσαν στα βράχια της Ακρόπολης και κατέβασαν από εκεί τη μισητή σημαία του κατακτητή με τη σβάστικα. Το έκαναν με μοναδικά τους εφόδια ένα φαναράκι και ένα σουγιά. Και οι δύο  έχουν περιγράψει σε κατοπινές συνεντεύξεις τους (καταπληκτική μια στον Ηλία Πετρόπουλο) το πώς οργάνωσαν το εγχείρημα, το πώς ανέβηκαν στην Ακρόπολη περνώντας από δρομάκια που έψαχναν για μέρες, το πως κρύφτηκαν αμέσως μετά στις σπηλιές του ιερού Βράχου, το πώς πήραν μαζί τους την σημαία και την πέταξαν σε ένα πηγάδι, το πώς έκρυψαν στον κόρφο τους ένα κομμάτι από αυτή για να μην ξεχάσουν ποτέ την περιπέτεια τους. Αυτό που δεν κατάφεραν ποτέ ήταν το να περιγράψουν  το μεγαλειώδες συναίσθημα εθνικής υπερηφάνειας που γέμισε τις καρδιές των Ελλήνων της Αθήνας που είδαν τον Παρθενώνα χωρίς τη μισητή σημαία το επόμενο πρωϊνό: η θέα του άδειου κονταριού και η απουσία της γερμανικής σημαίας, προκάλεσαν την επομένη εκνευρισμό στην γερμανική διοίκηση, αλλά έδωσαν και κουράγιο στον κατακτημένο λαό της Αθήνας κι όλης της Ελλάδας. Ο Γλέζος καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο για αυτή του την πράξη: δεν εκτελέστηκε, διότι οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να εντοπίσουν το ποιοι έκαναν τη δολιοφθορά, κι όταν ένα χρόνο αργότερα τον συνέλαβαν για άλλους λόγους, δεν τον συνέδεσαν με το γεγονός. Η οικογένεια του ωστόσο πλήρωσε και μάλιστα πολύ ακριβά την συμμετοχή των παιδιών της στην αντίσταση: το 1944, λίγους μήνες πριν απελευθέρωση, εκτελέστηκε ο επίσης αντιστασιακός αδερφός του Νίκος κι ο Γλέζος έζησε σε όλη του τη ζωή με αυτό το τραύμα.

Για αυτό τα κατάφεραν

Η ιστορία της υποστολής της σημαίας έγινε γνωστή από τον Ριζοσπάστη και παρότι μετά την απελευθέρωση η Ελλάδα βυθίστηκε στο μίσος δεν αμφισβητήθηκε ποτέ: ο κόσμος είχε ανάγκη την ανάμνηση ηρωϊκών πράξεων και δεν επέτρεψε σε κανένα άρρωστο μυαλό της εποχής να την αμαυρώσει παρότι διάφοροι το προσπάθησαν. Έβρισκα πάντα πολύ ενδιαφέρον τον διαφορετικό τρόπο που πορεύτηκαν στη συνέχεια οι δυο πρωταγωνιστές της.

Και οι δυο ένα χρόνο αργότερα έγιναν  μέλη της ΕΠΟΝ και του ΕΑΜ. Ο Σάντας βγήκε στα βουνά το 1943, πήρε μέρος σε αρκετές εμφυλιακές μάχες, το 1944 τραυματίστηκε και το 1946 συνελήφθη. Εξορίστηκε στην Ικαρία, φυλακίστηκε στην Ψυττάλεια και πέρασε κι από τη Μακρόνησο, λίγο πριν διαφύγει για την Ιταλία και καταλήξει στον Καναδά, όπου έζησε μέχρι το 1962. Το 1963, με την αμνησία, επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου έζησε για το υπόλοιπο της ζωής του χωρίς κομματική δράση. Ο Γλέζος από τη μεριά του μετά τον πόλεμο εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αναλαμβάνοντας αρχισυντάκτης του Ριζοσπάστη, ενώ αργότερα υπήρξε διευθυντής και της Αυγής. Ωστόσο, γρήγορα συνελήφθη για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, φτάνοντας μάλιστα να καταδικαστεί σε θάνατο τρεις φορές, ποινή που μετατράπηκε σε ισόβια.

Ο Γλέζος υπήρξε στην πρώτη γραμμή της πολιτικής επικαιρότητας για δεκαετίες. Εκλέχτηκε βουλευτής της ΕΔΑ ενώ ήταν στην φυλακή το 1951, έκανε απεργία πείνας, συνελήφθη και επι δικτατορίας όταν και πάλι φυλακίστηκε και εξορίστηκε, ενώ γλύτωσε το θάνατο γιατί κινητοποιήθηκε για χάρη του η διεθνής κοινή γνώμη: ο Καμύ και ο Σάρτρ έγραψαν επιστολές υπεράσπισής του και ο Ντε Γκολ τον αποκαλούσε «πρώτο παρτιζάνο της Ευρώπης». Οι δικαστικές του περιπέτειες υπήρξαν τεράστιες: υπολογίζεται ότι πέρασε 12 χρόνια στη φυλακή και έξι χρόνια την εξορία. Είναι φανερό ότι ο Σάντας, μετά το ηρωϊκό του πράξη, αποφασίζει να γίνει πολεμιστής τιμώντας την αδρεναλίνη του κατορθώματος: όταν πόλεμος δεν υπάρχει πια αποφασίζει την αποστρατεία του. Ο Γλέζος αντίθετα είχε επίγνωση ότι η ηρωϊκή πράξη είχε κυρίως ένα πολιτικό μήνυμα και σε αυτό αφιέρωσε τη ζωή του. Στα μάτια μου ο ένας είχε επιχειρησιακή ικανότητα κι ο άλλος βαθιά πολιτική συνείδηση: για αυτό και τα κατάφεραν.   

Η αγάπη για την ζωή και την αντίρρηση  

Ο Γλέζος πέρασε από όλο σχεδόν το φάσμα της ελληνικής Αριστεράς, αλλά είναι άδικο να μιλήσει κανείς για πολιτικές μεταμορφώσεις: όσο τον θυμάμαι, σε όποιο κομματικό μετερίζι κι αν βρέθηκε, πρέσβευε τις ίδιες πάντα αρχές – νομίζω πως περισσότερο άλλαζε ο χώρος που τον φιλοξενούσε παρά ο ίδιος. Υπήρξε και δήμαρχος και βουλευτής και ευρωβουλευτής και πάντα με διασκέδαζε ομολογώ ο φόβος του για τα αεροπλάνα: αναρωτιόμουν πως είναι δυνατό να φοβάται τις πτήσεις αυτός που ως παιδί δεν φοβήθηκε την Γκεστάπο. Πίσω ωστόσο κι από αυτό τον φόβο του καταλάβαινες τη μεγάλη του αγάπη για τη ζωή, μια ζωή που τίμησε με πίστη σε ιδέες και ιδανικά αλλά και με ρήξεις και με καυγάδες: είμαι βέβαιος ότι πολλοί από αυτούς που χθες τίμησαν με ανακοινώσεις τη μνήμη του, υπήρξαν στιγμές που τον είδαν σαν ένα ξεροκέφαλο ηλικιωμένο που δεν συμβιβαζόταν ποτέ με τίποτα. Αυτές οι ασταμάτητες αντιρρήσεις του και οι πολλές φορές καταδικασμένες σταυροφορίες του, τον έκαναν να παραμένει στα μάτια μου σαν ένας 19χρονος που με όπλο το κουράγιο του έγινε σύμβολο, ίσως ακόμα και για τον ίδιο τον εαυτό του. Και ως 98χρονος με καρδιά 19χρονου ήρωα έφυγε σε μια στιγμή που δεν υπάρχουν ηρωϊκές πράξεις.