Με το καλό να ξανανταμώσουμε...

Με το καλό να ξανανταμώσουμε...

Ενώ στον κόσμο του ελληνικού μπάσκετ όλοι συζητάνε για τον Κώστα Σλούκα και τις πιθανότητες επιστροφή του στον Ολυμπιακό, εγώ στέκομαι σε ό,τι συμβαίνει κι όχι σε ό,τι μπορεί να συμβεί. Αποχαιρετάω με θλίψη τον Νικόλα Μιλουτίνοφ και παρακολουθώ με περιέργεια την εξέλιξη της υπόθεσης του Νικ Καλάθη. Γιατί δεν είναι δυο συνηθισμένοι παίκτες και η φυγή τους θα κάνει τον Ολυμπιακό και τον ΠΑΟ φτωχότερους.  

Συνήθως οι ξένοι αθλητές όταν φεύγουν από την Ελλάδα κάνουν μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γράφουν δυο καλά λόγια για τους οπαδούς της ομάδας στην οποία αγωνίστηκαν. Το έκανε πριν λίγες μέρες και ο Νίκολα Μιλουντίνοφ. Η διαφορά του Σέρβου από όλους τους υπόλοιπους είναι ότι πιστεύει κάθε λέξη από αυτές που έγραψε στα ελληνικά και στα αγγλικά για να μας αποχαιρετήσει.

Η εξέλιξη του Μιλουτίνοφ, βασισμένη στην δουλειά, στον ιδρώτα και στην τιμιότητα, είναι για τον οργανισμό που λέγεται Ολυμπιακός ένα πραγματικό παράσημο. Μπορεί η ομάδα να μην πήρε χρήματα από αυτόν, αφού έφυγε για την Μόσχα ως ελεύθερος, αλλά πήρε πολλά από αυτόν τα χρόνια που φόρεσε τη φανέλα της. Τα τελευταία χρόνια, κυρίως χάρη στην ικανότητα του Βασίλη Σπανούλη στη δημιουργία, διάφοροι ψηλοί που πέρασαν από τον Ολυμπιακό τράβηξαν τα βλέμματα ομάδων που τελικά τους ακριβοπλήρωσαν: ο Χάινς, ο Ντάνστον, ακόμα και ο Μπιρτς είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Αλλά ο «Μιλού» είχε κάτι περισσότερο από δαύτους: η ομάδα του άρεσε τόσο πολύ ώστε πραγματικά για χάρη της μεταμορφώθηκε.  

Παράδειγμα για τα νέα παιδιά

Το έχω πει κι άλλη φορά, το υπενθυμίζω και τώρα που φεύγει: η ιστορία του Μιλουτίνοφ θα πρεπε να είναι παράδειγμα για όλα τα νέα παιδιά γιατί μιλάμε για κάποιον που έχτισε την καριέρα του χωρίς να είναι μπασκετική διάνοια και χωρίς τα μεγάλα αβαντάζ που έχουν όσοι ξεκινούν με την ετικέτα του παιδιού θαύματος που όλοι προσέχουν. Το 2015 όταν ο Ολυμπιακός τον απέκτησε, ήταν ένα άγουρο παιδί περίπου είκοσι χρονών, με μπόι τεράστιο, αλλά και εμφανέστατες αδυναμίες. Ηθελε να γίνει κολυμβητής, ήταν τεράστιος, αλλά όχι μυώδης και έμοιαζε αργός. Στα πρώτα ματς δεν εντυπωσίαζε – ήταν ο τρίτος ψηλός της ομάδας. Πέντε χρόνια αργότερα, το παιδί που ξεκίνησε σαν τρίτος σέντερ, που υπέφερε τους γρήγορους και αθλητικούς ψηλούς, που είχε προβλήματα με το σκληρό παιγνίδι των αμερικάνων, έχει μεταμορφωθεί σε ένα πληρέστατο σέντερ, μολονότι οι ψηλοί αυτού του τύπου δεν είναι πια της μόδας. Πάντα πίστευα ότι δεν είναι της μόδας, γιατί δεν υπάρχουν τόσο καλοί σαν αυτόν τον ωραίο Σέρβο.

Η ανταπόδοση της στήριξης  

Δείτε τον Μιλουτίνοφ του 2015 κι αυτόν του 2018. Ο σημερινός είναι πιο αδύνατος, αλλά πιο μυώδης και κατά συνέπεια περισσότερο εκρηκτικός. Φανερά επίσης έμαθε να χρησιμοποιεί το μυαλό του γιατί ακούει τους προπονητές του – ίσως και τους συμπαίκτες του: τον Σπανούλη σίγουρα. Τα τρία τελευταία χρόνια σκοράρει πιο πολύ γιατί παίζει και πολύ περισσότερο. Η ομάδα, με τον Μπλατ ειδικά, απέκτησε κομπίνες φτιαγμένες για αυτόν. Δεν είναι ο ψηλός, που θα βγει να ανοίξει χώρους στους περιφερειακούς, αλλά έγινε ένα «θηρίο» μέσα στη ρακέτα – ένας από τους λίγους ψηλούς που παίζοντας στην Ελλάδα, όπου όλα συνήθως είναι άμυνα και μόνο,  βελτιώθηκε τόσο πολύ και επιθετικά. Και παρέμεινε και προσγειωμένος και σοβαρός: οι μόνες στιγμές που τον θυμάμαι να χάνει το μυαλό του είναι όταν του σφύριζαν τρία φάουλ σε σαράντα δευτερόλεπτα – αλλά σε αυτή την περίπτωση τι να κάνεις;

Ο Μιλουτίνοφ βελτιώθηκε για το χατίρι μιας ομάδας που τον στήριξε. Κυρίως δείχνει το πως αυτή την στήριξη την αξιοποίησε: το έκανε δουλεύοντας. Πάντα μου άρεσε να τον συγκρίνω με Ελληνες παίκτες που είχαν προσόντα και στήριξη – με τον Ιωάννη Παπαπέτρου και τον Δημήτρη Αγραβάνη π.χ. Κι αυτούς η ομάδα τους πίστεψε. Και σε αυτούς οι προπονητές έδειξαν εμπιστοσύνη. Κι αυτοί είχαν συμπαίκτες που τους αγαπούσαν και  δημοσιογράφους που τους αποθέωναν ζητώντας από τους οπαδούς να κάνουν υπομονή για να χαρούν την βελτίωσή τους. Κανείς δεν τους πίεσε όταν είχαν τραυματισμούς – ίσα ίσα. Αλλά οι γνωστές ρήσεις για τις συνομωσίες του σύμπαντος που δουλεύουν τάχα μου για το χατίρι τους καθενός μας είναι κουραφέξαλα: αν δεν δουλέψεις, όσο επιβάλλεται (κι ακόμα παραπάνω…) δύσκολα γλυτώνεις από την παγίδα της καλοπληρωμένης στασιμότητας. Ο Παπαπέτρου έφυγε από τον Ολυμπιακό για να πάει στον ΠΑΟ και να βρει ενδεχομένως καινούργια κίνητρα – τα βρήκε και πέρυσι έπαιξε καλύτερα, αλλά οι δυσκολίες του (στο σουτ π.χ) παραμένουν. Ο Αγραβάνης ήθελε πιο πολύ χρόνο: τον βρήκε στον Προμηθέα, αλλά εξακολουθεί να παίζει μακριά από τις αγκωνιές και το καλάθι. Ο Μιλουτίνοφ, που ήρθε από τη Σερβία για να δουλέψει και να μάθει, το έκανε και ως παίκτης ολοκληρώθηκε – από κίνητρα έχουν ανάγκη όσοι ψάχνουν δικαιολογίες.

Αρνείται να φύγει

Μέτρησε στην πρόοδό του και ότι αγαπάει την Ελλάδα: η Γλυφάδα έγινε το βασίλειό του. Όταν λέει πως η φυγή του δεν είναι το τέλος της σχέσης μας μαζί του το εννοεί. Ηρθε εδώ είκοσι χρονών, μόνος, έπρεπε να ωριμάσει, να δουλέψει, να χτίσει μια ζωή: τα έκανε όλα.   Κάπου εδώ η δική του ιστορία συναντά αυτή του άλλου που είναι με τις βαλίτσες στο χέρι, δηλαδή του Νικ Καλάθη. Κι ο Καλάθης εδώ άλλαξε επίπεδο, στον ΠΑΟ έγινε ηγέτης, τα τελευταία χρόνια πάλευε μόνος του. Βέβαια αυτός είχε αποκτήσει βάσεις στις ΗΠΑ, το μπάσκετ του παρέμεινε κομμάτι αμερικάνικο, η δική του βελτίωση αφορά περισσότερο την ανάληψη ευθύνης και λιγότερο το ίδιο το παιγνίδι του: ό,τι ήξερε να κάνει το κάνει καλύτερα πιο πολύ λόγω πείρας. Αλλά και στην δική του ιστορία το βασικό είναι η θέληση να μείνει εδώ και το καταλαβαίνεις: νομίζω ο μόνος λόγος που ακόμα δεν έχει υπογράψει στην Μπαρτσελόνα είναι ότι περιμένει μια ισόποση προσφορά ή από τον ΠΑΟ ή από τον Ολυμπιακό κι αν τη βρει θα μείνει.

Η χώρα μας έχει διάφορα δικά της, που συχνά μας βγάζουν από τα ρούχα μας, αλλά είναι μια ωραία χώρα. Κυρίως είναι μια χώρα που αξίζει τον κόπο να την κατακτήσει κανείς κι αυτό κάνουν συχνά οι αθλητές που εδώ αγωνίζονται: δεν μαθαίνουν απλά να την αγαπούν, αλλά την νοιώθουν ως βασίλειό τους. Για να μείνω στο μπάσκετ πιστεύω πως με αυτό θα συμφωνούσαν κι ο Χάκετ κι ο Γκιστ κι ο Λοτζέσκι κι ο Ντάνστον κι ο Τζέιμς που από δω πέρασαν πρόσφατα. Οσο η χώρα μαγνητίζει και με την γοητεία της είναι και κομμάτι πλανεύτρα θα έρχονται παίκτες εδώ και θα βελτιώνονται: είμαι βέβαιος.

Ο Καλάθης, που σχεδόν αρνείται να φύγει, μου έχει γίνει πολύ αγαπητός – αυτό που ζει είναι ένα  παράξενο καλοπληρωμένο υπαρξιακό δράμα. Οσο για τον Μιλουτίνοφ είμαι βέβαιος ότι θα γυρίσει. Ως σχόλιο στον ωραίο διαδικτυακό του αποχαιρετισμό θα έγραφα απλά «με το καλό να ξανανταμώσουμε γίγαντα».