Μας λείπουν οι ξανθιές…

Μας λείπουν οι ξανθιές…

Αυτός τη γνώρισε ένα βράδυ σε ένα μπαρ. Έπινε το ποτό του μόνος, όπως συνήθως, όταν αυτή τον πλησίασε. Αιφνιδιάστηκε γιατί όταν την είδε να τον πλησιάζει δεν το περίμενε, αλλά στη ζωή μπορεί να συμβούν όλα – πιθανά και απίθανα. Το ένα ποτό έφερε το άλλο. Μίλησαν για ζώδια και για σχέσεις. Αυτή ζαλίστηκε λίγο, αλλά γελούσε με τα αστεία του. Δεν ήθελε να σταματήσουν να πίνουν. Ηταν ξανθιά, ψηλή, υπέροχη – το είδος της γυναίκας που αυτός πίστευε πως δεν θα γυρνούσε να τον κοιτάξει ούτε κι αν έμεναν οι δυο τους μόνοι πάνω στη γη και είχαν την υποχρέωση να σώσουν το είδος των ανθρώπων από αφανισμό. Αυτή του ζήτησε να πάνε σπίτι του, αυτός χάρηκε γιατί ήλπιζε πως το πολύ που θα μπορούσε να πάρει είναι το τηλέφωνό της - για να μην χαθούν. Πέσανε στο κρεβάτι σαν να το περίμεναν και οι δυο καιρό χωρίς κανείς να νοιώσει την ανάγκη να μιλήσει για προφύλαξη: και η σκέψη για προφυλάξεις θα ήταν ντροπή για το πάθος τους που ανάβλυζε. Αυτό δεν ήταν one night stand: ήταν η απόδειξη ότι ο Θεός ακούει προσευχές. To πρωί αυτή έφυγε σαν γάτα που γλιστράει από το κρεβάτι χωρίς κανείς να καταλάβει ότι σε αυτό πέρασε ολόκληρο το βράδυ της. Αυτός όταν ξύπνησε μόνος, ήθελε αμέσως να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του για να επιστρέψει στην πραγματικότητα και να πάψει να σκέφτεται ότι τα φαντάστηκε όλα. Τότε είδε ότι αυτή, πριν φύγει,  έγραψε με το κραγιόν της έξι λέξεις στον καθρέφτη του μπάνιου: «Καλώς ήρθες στον κόσμο του Aids». Κι ο κόσμος του άλλαξε για πάντα.

Μην μου πείτε ότι αυτή την ιστορία δεν την έχετε ακούσει. Πρωτοκυκλοφόρησε στα μέσα της δεκαετίας του 80, τότε που το Aids άλλαζε τις σεξουαλικές συνήθειες των ανθρώπων, αλλά έμεινε στο hit parade των αληθοφανών παραμυθιών για χρόνια. Το ωραίο στην περίπτωσή της είναι ότι διακινήθηκε σχεδόν σε όλο τον κόσμο, πολύ πριν το Ιnternet και τα social media αρχίσουν να λειτουργούν σαν παγκόσμιο ταμ ταμ. Το 1987, σε ένα κομμάτι που είχε γράψει για τους Τimes ο μετέπειτα διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας Χιρόσι Ναγκατζίμα είχε επισημάνει ότι την ιστορία αυτή την συναντούσες σε εκατόν πενήντα δύο χώρες του κόσμου – ίδια και απαράλλαχτη! Σε μερικές χώρες είχε γίνει και έμπνευση για τηλεοπτικά σποτ, που εξηγούσαν γιατί πρέπει να κάνεις έρωτα παίρνοντας προφυλάξεις. Το διδακτικό κείμενο του Ιάπωνα επιστήμονα είχε τίτλο «ο χρήσιμος φόβος». Ηταν εποχές που για το Aids ένας φόβος υπήρχε.

Αν δεν φοβάσαι, δεν προσέχεις

Την χρονιά του Covid 19 δεν κυκλοφόρησαν μόνο συνωμοσιολογικά τερατουργήματα, αλλά και κάμποσες άλλες ιστορίες – μιλάω για την Ελλάδα και περιμένω πότε θα βρεθεί κάποιος άλλος επιμελής όσο ο μακαρίτης Ναγκατζίμα που θα ψάξει αν αυτές οι ιστορίες είναι παγκόσμιες – αν δηλαδή τις συναντάς παντού. Ηδη τις μέρες της καραντίνας κυκλοφορούσε πως τα μέλη μιας μεγάλης παρέας, μετά τις πρώτες δεκαπέντε μέρες, άρχισαν να βρίσκονται κανονικά σε ένα από τα στέκια τους κάθε Δευτέρα βράδυ: συνέχισαν να διασκεδάζουν κανονικά τρώγοντας και πίνοντας κάτω από τα μάτια της τοπικής αστυνομίας, σαν να βρίσκονταν όλοι στον καιρό της αμερικάνικης ποτοαπαγόρευσης – οι πιο μερακλήδες τραγουδούσαν το «δεν έχεις τέλος Μπαρμπαλιά» αντικαθιστώντας το όνομα του ήρωα με αυτό του Νίκου Χαρδαλιά. Μετά το τέλος του καλοκαιριού οι ιστορίες αυτές έγιναν φυσικά ακόμα περισσότερες. Στα πάρτι της Μυκόνου πλήρωνες 300 ευρώ είσοδο γιατί σε περίμεναν ξαναμμένες τουρίστριες έτοιμες να ζήσουν το ελληνικό θαύμα, δηλαδή την ανυπακοή στους υγειονομικούς κανόνες που όμως δεν προκαλεί διασπορά του ιού – έτσι είχαν ακούσει ότι συμβαίνει στην Ελλάδα, όταν ακόμα ήταν στις χαροκαμένες πατρίδες τους. Μετά κυκλοφόρησαν ιστορίες για ξενοδοχεία που ήταν γεμάτα από κορωνόπληκτους, αλλά το έκρυβαν προσεχτικά για να μην χαλάσουν τη φήμη τους: όλα αυτά πασπαλίζονται συνήθως με ηρωϊκά ντου ελεγκτών που αποκαλύπτουν τους κακούς – καμιά φορά και τους καλούς, πράγμα δυσκολότερο. Παράλληλα όλοι ακούσαμε για οικογένειες που δεν πρόσεχαν και που κόλλησαν ομαδικά ή ακόμα και για φιλάνθρωπους παπάδες που η Παναγία δεν τους προστάτευσε ή και για τρελαμένους που, παρόλο που ήταν ασυμπτωματικοί και το γνώριζαν, πήραν καράβια και αυτοκίνητα χωρίς να σέβονται υποδείξεις των γιατρών με αποτέλεσμα να κολλήσουν πολύ κόσμο. Ιστορίες ακούσαμε πολλές και θα ακούσουμε περισσότερες και μάλιστα οι πιο πολλές ήταν και αληθινές: μια επιφύλαξη κρατάω για τα πάρτι της Μυκόνου - μολονότι είναι βέβαιο ότι υπήρξαν, κανείς ωστόσο δεν επιβεβαιώνει τα ρωμαϊκά και τα ρωμέικα όργια. Αλλά υπήρξε ένα πρόβλημα: η συντριπτική πλειοψηφία από αυτές τις ιστορίες δεν προκαλούν φόβο. Κανείς που όλα αυτά τα ακούει δεν σκέφτεται ότι μπορεί να αλλάξει ο κόσμος του αν δει ένα ανατριχιαστικό μήνυμα γραμμένο με κραγιόν στο δικό του μπάνιο. Κι αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα για την τήρηση των όποιων μέτρων. Αν δεν φοβάσαι, δυστυχώς δεν προσέχεις.

https://weeklynews.gr/wp-content/uploads/2020/08/%CE%BC%CF%8D%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82.jpg

Μεθάς δύσκολα, κολάς εύκολα

Λογικά η σεναριακή απλότητα των πιο πολλών από αυτές τις ιστορίες που κυκλοφορούν για τον ιό, θα πρεπε να τις κάνει ακόμα περισσότερο τρομακτικές, αλλά ο φόβος δεν είναι αποτέλεσμα λογικής διαδικασίας: είναι κάτι πιο υπόγειο. Η πιθανότητα να σε μεθύσει και να σε παρασύρει στο κρεβάτι μια υπέροχη ξανθιά είναι μάλλον μικρή, μπροστά στην πιθανότητα να είναι ασυμπτωματικός ο κύριος που τρώει απέναντί σου σε ένα εστιατόριο, ενώ του ζητάς το αλατοπίπερο. Αυτό δεν το λένε τα μαθηματικά μοντέλα: το λέει η ρημάδα η ζωή η ίδια. Οι ασυμπτωματικοί είναι χιλιάδες περισσότεροι από τις ξανθιές που είναι πρόθυμες να σε μεθύσουν σε ένα μπαρ. Ασε που ενώ μπορεί και να μεθάς δύσκολα, είναι δεδομένο ότι κολλάς εύκολα. 

Η ευκολία με την οποία ο ιός κολλάει, σε συνδυασμό με την επιπολαιότητα (ή την άγνοια) των ανθρώπων που τον μεταφέρουν κάνει τον ιό απίστευτα επικίνδυνο: έτσι τα κρούσματα πλήθυναν. Οι ιστορίες όσων ασθένησαν δεν θα πρεπε να προκαλούν τρόμους για να σου αποσπούν την προσοχή: θα πρεπε απλά η ύπαρξή τους να σε υποψιάζει ότι ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος από αυτό που πιστεύεις. Αλλά οι ιστορίες που δεν προκαλούν φόβο δυστυχώς δεν λειτουργούν και το μπλέξιμο μεγαλώνει. Το ότι σε αυτές δεν εμφανίζονται υπέροχες ξανθιές μας επιτρέπει να τις προσπερνάμε ως απολύτως συνηθισμένες, βαρετές, κουραστικές. Ισως τελικά να μην έχουμε ανάγκη ούτε από χρήσιμους φόβους, ούτε από μακάβρια μηνύματα γραμμένα με κραγιόν στους καθρέφτες του μπάνιου μας. Ισως απλά μας λείπουν οι ξανθιές…  

(Βημαγκαζίνο, Σεπτέμβρης του 2020)