Καλύτερα να σε έλεγαν Μαρία...

Καλύτερα να σε έλεγαν Μαρία...


Αν ποτέ περάσει η πανδημία, σταματήσει να είναι είδηση το πόσα νέα κρούσματα έχουν καταγραφεί, δεν υπάρχουν πια συζητήσεις για τους εμβολιασμένους και τους ανεμβολιάστους και επιστρέψουμε σε αυτό που μάθαμε να αποκαλούμε «κανονικότητα» κάτι που θα μου μείνει είναι η ανάμνηση των χαμένων «δεκαπενταύγουστων»: αναφέρομαι στην αδυναμία να γιορταστεί η σημερινή μεγάλη γιορτή όπως τη γιορτάζαμε.

Πάντα στο μυαλό μου ο Δεκαπενταύγουστος ήταν η πιο παράξενη ελληνική γιορτή – θέλω να πω ότι είχε ένα τελετουργικό που δεν το συναντούσες πουθενά στον κόσμο και στο οποίο πρωταγωνιστούσε κατά κάποιο τρόπο και το ίδιο το καλοκαίρι μας. Δεν ξέρω πόσοι ακόμα αυτό το τελετουργικό το θυμόσαστε.

Κεριά και τάματα

Κάποτε τέτοια μέρα όλη η Ελλάδα συνήθιζε να ανάβει κεριά στις εκκλησίες: για κάποιους ο Δεκαπεντάυγουστος ήταν η γιορτή του πραγματικού πιστού που έπρεπε να ασχοληθεί με την πίστη του μέσα στο καλοκαίρι, που προσφέρεται μάλλον για άλλα πράγματα κι όχι για θρησκευτική κατάνυξη. Το Πάσχα στις εκκλησίες πήγαιναν και πηγαίνουν όλοι λιγάκι υποχρεωτικά – πολλοί το κάνουν σαν να πρόκειται να παρακολουθήσουν ένα σόου: βοηθάνε και τα βαρελότα για να γίνει το βράδυ της Ανάστασης λίγο τζέρτζελο ενώ θα πρεπε να είναι μια βραδιά προσευχής. Το Πάσχα είχε και έχει κανόνες συμπεριφοράς που προετοίμαζαν τον ερχομό του - για παράδειγμα νηστεύεις ή φεύγεις για το σπίτι στο χωριό. Τα Χριστούγεννα, από την άλλη, είναι σαν σκηνικό εκτός του οποίου γιορτή δεν υπάρχει. Χωρίς χριστουγεννιάτικα δέντρα, φωτάκια να αναβοσβήνουν, βιτρίνες με Αγιους Βασίληδες και ειδικά προγράμματα στην τηλεόραση, δύσκολα καταλαβαίνεις Χριστούγεννα – ειδικά στην Ελλάδα που τα δώρα τα κάνουμε την Πρωτοχρονιά. Αντίθετα από αυτές τις μεγάλες γιορτές ο Δεκαπενταύγουστος δεν είχε φτιασιδώματα και γαλοπούλες και κόκκινα αυγά και ταινίες που το ζευγάρι έδινε το φιλί της αγάπης. Αλλά είχε ένα τελετουργικό που λειτουργούσε στο σύνολο της Ελλάδας χωρίς μάλιστα για αυτό να έχουμε χρειαστεί ποτέ κάτι να αντιγράψουμε από το εξωτερικό ή στο εξωτερικό να πάμε για να γιορτάσουμε. Θυμάμαι ακόμα τις αγγελίες των τουριστικών γραφείων για «Χριστούγεννα στη Βιέννη» - αγγελία για «Δεκαπενταύγουστο σε Πράγα – Βουδαπέστη» δεν υπήρξε ποτέ.

https://www.lifo.gr/sites/default/files/styles/amp_header_image/public/articles/2021-03-17/tinos-giagia1.jpg?itok=rvZKWzOX

Ηταν πολλά ο Δεκαπενταύγουστος

Ο Δεκαπενταύγουστος ήταν «το τάμα στην Παναγιά» - αυτή η παράξενη σύμβαση όπου εσύ ζητούσες από την Παναγία να σε βοηθήσει κι ως αντάλλαγμα πρόσφερες μια απόδειξη για την πίστη σου, που θα πρεπε να είναι αυτονόητη και να μην χρειάζεται. Ο Δεκαπενταύγουστος ήταν η κάθοδος της μαυροφορεμένης γιαγιάς στην Τήνο: τα καράβια έφταναν στο υπέροχο νησί γεμάτα από γριές ήδη δυο μέρες πριν κι όποιος έχει δει το θέαμα ορκίζεται ότι είναι κάτι σαν αναβίωση της πειρατείας – ίσως και υπενθύμιση ότι οι πειρατές που υπήρχαν κάποτε  μπορούσαν να κάνουν κατάληψη σε όποιο νησί ήθελαν, αν δεν έβρισκαν αντιστάσεις. Πρίν μερικά χρόνια, γιαγιάδες τέτοια μέρα έπλεξαν στο νησί και πουλόβερ κι έκαναν έκθεση συνδιάζοντας την πίστη με την ανάγκη για ανάπτυξη - δεν κάνω πλάκα.

Ο Δεκαπενταύγουστος ήταν η εξιστόρηση των θαυμάτων της Μεγαλόχαρης – κάποιες φορές ακόμα κι από τα δελτία ειδήσεων, που, ως γνωστόν, σύμφωνα με τον Ουμπέρτο Εκο τον Αύγουστο ειδήσεις δεν έχουν, γιατί αυτές δεν υπάρχουν. Ο Δεκαπενταύγουστος ήταν η μέρα που πριν τη βουτιά έπρεπε να περάσεις από την εκκλησία, πιστός με άλλους πιστούς, πρωϊ πρωϊ: η διαδικασία, ακριβώς γιατί λάμβανε χώρα εν μέσω καλοκαιριού, ήταν για αληθινούς πιστούς γιατί οι πιστοί του καλοκαιριού αυγουστιάτικα ξυπνάνε το μεσημέρι. Ο Δεκαπενταύγουστος ήταν τα πανηγύρια στην ελληνική ύπαιθρο, αυτή η μοναδική δική μας φάμπρικα, στα οποία μπορούσες να δεις ακόμα και μεθυσμένους Γερμανούς, όχι απλά να τραγουδάνε «ντάρι νταρι στο γιαλό πετούν οι γλάροι», αλλά να συμπεριφέρονται και ως γλάροι οι ίδιοι και να προσπαθούν να πετάξουν – κάποιοι χάρη στα μυρωδικά της ελληνικής επαρχίας ορκίζονται ότι το κατάφεραν.

https://www.travelstyle.gr/wp-content/uploads/2017/08/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82-%CF%84%CE%AF%CF%84%CE%BB%CE%BF-343-1.jpg

Αλλά κι όλα αυτά να μην υπήρχαν ο Δεκαπενταύγουστος ήταν πάντα κάτι σαν γιορτή μέσα στη γιορτή που είναι έτσι κι αλλιώς το ελληνικό καλοκαίρι: ήταν ένα είδος ειδικής διαδρομής μέσα στο γκραν πρι μιας παράξενης ελληνικής ανεμελιάς. Ο Δεκαπενταύγουστος ήταν κάτι σαν μια μαγική κάψουλα εντός της οποίας δεν υπήρχαν προβλήματα, ούτε προβληματισμοί. Υπήρχαν μόνο άδειες πόλεις που νόμιζες ότι θα τις καταλάβουν εντός ολίγου εξωγήινοι, υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν πως το καλοκαίρι θα συνεχιστεί για πάντα και πως αν υπάρχει παράδεισος θα είναι κάπως έτσι. Ο Δεκαπενταύγουστος ήταν η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης γιατί ήταν από μόνος του ένα θαύμα στα μέτρα μας: μια μέρα λαμπρότητας που λειτουργούσε ως κορύφωση της καλοκαιρινής ομορφιάς, ως πανηγύρι υποχρεωτικής καλοκαιρινής ανεμελιάς, ως απόδειξη ότι και το εφετινό πρόγραμμα καλοκαιρινής αποτοξίνωσης πέτυχε. Και μετά ήρθε ο Covid 19. Και το τέλος των πανηγυριών. Και η ερώτηση τι διάβολο μας περιμένει και φέτος στην επιστροφή. Και η αίσθηση πως όσο όμορφο κι αν είναι το καλοκαίρι, δεν θα κρατήσει για πολύ.        

Ευτυχώς υπάρχουν οι Μαρίες

Χωρίς πανηγύρια, χωρίς συνωστισμούς στις εκκλησιές, χωρίς τις γιαγιάδες να κάνουν κατάληψη στην Τήνο, χωρίς καλά καλά τα τάματα, μας έμειναν μόνο οι Μάριοι, οι Παναγιώτηδες, οι Παναγιώτες,οι Δέσποινες κι ευτυχώς οι Μαρίες για να μας υπενθυμίζουν πως η Ελλάδα γιορτάζει εν μέσω προβληματισμών για το τί την περιμένει στη συνέχεια. Οι Μαρίες ειδικά, είναι ένας μικρός θηλυκός στρατός που κρατά ακόμα ψηλά τη σημαία της γιορτής, που ακόμα υπάρχει, παρότι δεν έχουν ακόμα σβήσει καλά καλά οι καπνοί από τις φωτιές που την τραυμάτισαν. Οι Μαρίες, πολυάριθμες αλλά όχι ίδιες, μικρές και μεγάλες, πάντα δίπλα μας και πάντα παντού, έχουν υποχρεώσει την Ελλάδα να τις γιορτάζει και να γιορτάζει και η ίδια κι ευτυχώς που υπάρχουν. Στα χρόνια της πανδημίας ο στίχος «καλύτερα να σε έλεγαν Μαρία» είναι μεγάλη αλήθεια.

Κι ο εφετινός Δεκαπενταύγουστος δεν έχει ανεμελιά, αλλά προβληματισμό κι ο προβληματισμός αρκεί για να μην κρατάνε οι χοροί κι ας μην βρήκαμε ακόμα στέκια αλλιώτικα και επαρχιώτικα. Οι Μαρίες που με τη φυσική τους παρουσία μας υποχρεώνουν σε ευχές (αν όχι και σε αγκαλιές και φιλιά) είναι οι μούσες του Δεκαπενταύγουστου – θεματοφύλακες μια γιορτής που έχουμε πάντα ανάγκη.

Χρόνια πολλά κορίτσια: εσείς οι μεγαλόχαρες που σήμερα γιορτάζετε, είσαστε όλες ένα Θαύμα…