Η ζωή με τέρμα το γκάζι...

Η ζωή με τέρμα το γκάζι...

Οι διανομείς το βάφτισαν «Κόντρα σε όλα» και μάλλον καλά έκαναν, αφού ούτε και ο κανονικός του τίτλος («Le Mans ’66») δεν λέει κάτι για την αλήθεια της ταινίας.  Η ιστορία της ταινίας είναι η συνηθισμένη απόδειξη ότι η πραγματικότητα είναι πολλές φορές περισσότερο θεαματική από την μυθοπλασία: ο παραγωγός της Πίτερ Τσέρνιν αποφασίζει να χτίσει την αναπαράσταση ενός αμερικάνικου μύθου, της πρώτης νίκης της Ford στον μαραθώνιο αυτοκινήτων που λέγεται «24 ώρες στο Λε Μάνς». Ευλογημένη η ώρα που το αποφάσισε: μας έδωσε μια σπουδαία ανδρική ταινία, από αυτές που νοιώθεις την αδρεναλίνη τους. Νομίζω την είχαμε ανάγκη.

Οι άνθρωποι και τα γεγονότα

Το σινεμά (και ειδικά το αμερικάνικο) λατρεύει τις αθλητικές ιστορίες, μολονότι είναι εξαιρετικά δύσκολη η εξιστόρησή τους. Υπάρχει πάντα μια δυσκολία του σινεμά να αποδώσει με την πρέπουσα μεγαλοπρέπεια αθλητικά γεγονότα. Πέρα από την τεχνική δυσκολία της αναπαράστασης της εποχής υπάρχουν κι άλλα προβλήματα. Πολλές φορές οι ιστορίες αυτές μπορεί να είναι συναρπαστικές μόνο για τους γνώστες των ιδιαιτεροτήτων τους – όποιος δεν τις γνωρίζει δεν καταλαβαίνει πάντα το μέγεθος του κατορθώματος. Δύσκολα ένας αμερικάνος θα καταλάβαινε π.χ την ιστορία του Μαραντόνα και δυστυχώς το σινεμά δεν αναφέρεται μόνο σε αυτούς που τον Ντιέγκο τον γνωρίζουν. Σε άλλες περιπτώσεις αυτό που στον αθλητισμό είναι καταπληκτικό στο σινεμά είναι δύσκολο να αποδοθεί θεαματικά: η ιστορία του Τζέσε Οουενς π.χ, που κέρδισε τέσσερα χρυσά στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου, είναι ένα επίτευγμα του οποίου ο συμβολισμός ξεπερνά τα όρια της αναπαράστασης του – πόσο μάλλον όταν στην εξιστόρηση δεν μπορεί να υπάρχουν εκπλήξεις.

Οτιδήποτε είναι πολύ γνωστό περιορίζει την αφήγηση γιατί το κοινό το γνωρίζει και δεν μπορείς να του δώσεις τη δυνατότητα να δει κάτι άλλο. Ετσι πρέπει να φύγεις από το γεγονός και να ασχοληθείς με τους χαρακτήρες – αλλά κι αυτό εμπεριέχει δυο προβλήματα: το πρώτο ότι η ιστορία μπορεί να αδυνατίσει και το δεύτερο ότι το κοινό θα σου γυρίσει την πλάτη αν απομυθοποιήσεις τον αθλητή – ήρωα. Η ταινία για τον Πελέ π.χ ήταν στα όρια του καρτούν, ενώ το «Ι Tonya», που ήθελε να μας δείξει την πραγματική πρωταθλήτρια του πατινάζ Τόνια Χάρντινγκ μας κούρασε, όσο και η κινηματογραφική εξιστόρηση της κόντρας του Μακ Ενρόου με τον Μπόργκ, που είχε και πολλά αφηγηματικά λάθη. Δεν φταίνε πάντα οι σκηνοθέτες: ακόμα και ο μεγάλος Κλιντ Ιστγουντ όταν θέλησε να μας εξιστορήσει την κατάκτηση του παγκόσμιου κυπέλου του ράγκμπι από τους Νοτιοαφρικάνους, κάνοντας το «Invictus», παρότι ασχολήθηκε με κάτι καταπληκτικό δεν κατάφερε να αποδώσει την μεγαλοπρέπειά του.

Ακόμα και τα ντοκιμαντέρ με θέματα αθλητικά, πάσχουν συχνά από εσωτερική ένταση. Στα πιο επιτυχημένα οι δημιουργοί βάζουν την μυθοπλασία από την πίσω πόρτα: στο αριστουργηματικό «Όταν ήμασταν βασιλιάδες» («When we were kings» - το μεγαλύτερο ντοκιμαντέρ που έχει γίνει ποτέ για ιστορία μποξ) χρησιμοποιείται η αφρικανική μαγεία για να εξηγηθεί η απίστευτη νίκη του Μοχάμεντ Αλί επί του Τζόρτζ Φορεμαν – και πάλι καλά. Ταινίες και ντοκιμαντέρ έχουν μια ροπή στην αγιοποίηση των ηρώων. Αλλά είναι ήρωες οι άνθρωποι των σπορ; Η απάντηση είναι δύσκολη και μόνο όποιος τη δίνει μπορεί να κάνει μια ωραία ταινία.

Μποξέρ και οδηγοί

Στην ιστορία του σινεμά δυο μόνο φιγούρες του αθλητισμού συγκινούν σταθερά σκηνοθέτες και παραγωγούς: οι μποξέρ και οι οδηγοί αυτοκινήτων. Ο Μάρτιν Σκορτσέζε έχει πει πως μόνο ταινίες με θέμα το μποξ μπορεί στο σινεμά να είναι πειστικές, ως προς την αναπαράσταση των γεγονότων, γιατί η κάμερα μπορεί να ανεβεί στο ρινγκ και να σε κάνει να νοιώσεις τον πόνο, ενώ αντιθέτως δεν μπορείς να νοιώσεις την ταχύτητα του αθλητή του στίβου ή την συγκέντρωση του παίκτη του μπέιζμπολ. Οι μποξέρ είναι πολύ συχνά και μεγάλα ρεμάλια, η προσωπική τους ζωή είναι περισσότερο ενδιαφέρουσα από τους αγώνες τους και η εξιστόρησή της μας έδωσε ωραίες ταινίες. Και οι οδηγοί; Εδώ το πράγμα είναι ολότελα διαφορετικό: οι περισσότεροι από δαύτους έξω από τις πίστες είναι βαρετοί, μανιακοί, αγχώδεις, μονόχνοτοι – κάτι τύποι που απλά προετοιμάζουν την επόμενη εμφάνισή τους στην πίστα στρεσάροντας το αυτοκίνητο και ψάχνοντας τα όρια του. Αυτό ήταν οι δυο τύποι που έδωσαν την πρώτη νίκη της Ford στο Λε Μαν: ο κατασκευαστής Κάρολ Σέλμπι και ο Αγγλος οδηγός Κεν Μάιλς δεν είχαν κανενός είδους ζωή, που να μην είχε να κάνει με το αυτοκίνητο. Υπάρχει σε αυτό κάτι το ηρωικό; Η απάντηση είναι ναι, αν καταφέρεις να αποδείξεις ότι συνώνυμο του ηρωικού είναι καμιά φορά και το περιπετειώδες. Κι αν στην περιπέτεια, εκτός από μια γενναία δόση αδρεναλίνης, προσθέσεις λίγη ξεροκεφαλιά, λίγη ικανότητα να ξεπερνάς τον εαυτό σου κι ένα συκώτι πραγματικά μπρούτζινο, έχεις το τέλειο κοκτέιλ μιας ανδρικής φαντασίωσης. Οποιος την ταινία θα τη χαρεί, θα τη χαρεί γιατί Σέλμπι και Μάιλς θα ήθελε να είναι και ο ίδιος. Κι ας μην ξέρει καλά κανένα τους.

Περνάς καταπληκτικά

Το «Κόντρα σε όλα» μας θυμίζει με τον ωραιότερο τρόπο την αληθινή γοητεία του αμερικάνικου σινεμά χωρίς μάλιστα να είναι μια αψεγάδιαστη ή  μεγάλη ή καταπληκτική ταινία. Το σενάριο σεβάστηκε την πραγματικότητα σχεδόν απόλυτα – ελάχιστα είναι αυτά που δεν έγιναν ακριβώς έτσι. Ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο Τζέιμς Μάνγκολντ, ξέρει και από βιογραφίες («Walk the line») και από περιπέτειες («Logan», «Κακές παρέες») και από ιστορίες χαρακτήρων («Τελευταίο τρένο για τη Γιούμα»): τη σκηνοθετεί σαν να είναι ένα είδος γουέστερν, μόνο που οι ήρωες δεν κρατάνε κουμπούρια, αλλά κλειδιά και τιμόνια. Ο ελληνικής καταγωγής διευθυντής φωτογραφίας Φαίδων Παπαμιχαήλ θυμάται και κοπιάρει κλασσικές ταινίες αυτοκινήτου, όπως το «Grand Prix» (του 1966) και το Le Mans (του 1971) – πιστεύεις πως κάποια στιγμή θα εμφανιστεί και ο Στιβ Μακουίν. Ο Φρανσουά Οντουί και ο Ντάνιελ Ορλάντι αναλαμβάνουν την αναπαράσταση της εποχής: σκηνικά και κουστούμια είναι τέλεια κι αυτό δεν είναι εύκολο αφού η ταινία διαδραματίζεται σε τρεις χώρες. Και αφού στηθεί το σκηνικό έρχονται ο Ματ Ντέιμον και ο Κρίστιαν Μπέιλ για να μας ρωτήσουν ποιος από τους δυο θα θέλαμε να είμασταν. Ο Ντέιμον μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε ένα Σέλμπι μαχητή της ζωής, παμπόνηρο, διπλωμάτη και μοναχικό. Ο Μπέιλ, (η μανιέρα του οποίου θυμίζει περισσότερο τον Μάικλ Μπέρι στο Μεγάλο Σορτάρισμα και λιγότερο τον Μπάτμαν) μας ζητά να ταυτιστούμε με ένα Μάιλς ξεροκέφαλο, σκληρό, αντιστάρ, καλό πατέρα, μεγάλο νικητή και μεγάλο χαμένο ταυτόχρονα. Απολαμβάνοντας την ιστορία, ίσως πιο πολύ και από την ίδια την ταινία, διαλέγεις και παίρνεις. Και θες να πατήσεις το γκάζι, ενώ νοιώθεις το πειραματικό αμάξι σου να τρίζει μέσα στην βροχή. Και περνάς καταπληκτικά, πίστεψέ με…