Η κληρονομιά του Δεκέμβρη

Η κληρονομιά του Δεκέμβρη

Το Δεκέμβριο του 2008 η Ελλάδα ζούσε τις καλύτερες μέρες της ιστορίας της. Ο Ελληνας εργαζόμενος έπαιρνε το μεγαλύτερο μισθό που είχε πάρει ποτέ, οι συντάξεις ήταν οι μεγαλύτερες που είχαμε, η ανεργία στη χώρα ήταν κάτω από 10%, οι τράπεζες έδιναν δάνεια με επιτόκια αστεία. Δεν είχαμε ένα τέλειο Κράτος, αλλά τα δανεικά βοηθούσαν στο να έχουμε ένα σπάταλο Κράτος και η σπατάλη του δημιουργούσε μια εικόνα ευημερίας. Το ελληνικό Κράτος έδινε για την υγεία, την παιδεία, ακόμα και την άμυνα τα περισσότερα χρήματα στη μεταπολίτευση, δεν φορολογούσε άγρια και δεν είχε ξεπουλήσει την περιούσια του. Όλα αυτά έγιναν πολύ αργότερα: το 2008 ήταν ελάχιστοι αυτοί που τα πρόβλεπαν και δεν θέλαμε και να τους ακούμε. Σε αυτές τις συνθήκες ένα βράδυ στα Εξάρχεια ένας ηλίθιος πυροβόλησε και σκότωσε ένα νεαρό, τον Αλέξη Γρηγορόπουλο. Ανοίγοντας ένα κύκλο κοινωνικών αναταραχών που δύσκολα θα κλείσει – ας μη γελιόμαστε.

Διαμαρτυρία για τη διαμαρτυρία

Την δολοφονία του Γρηγορόπουλου ήταν λογικό να ακολουθήσει η διαμαρτυρία χιλιάδων συνομήλικών του: δεν είναι ένα γεγονός που συμβαίνει κάθε μέρα. Η διαμαρτυρία αυτή, μαζική και έντονη, είχε εξ αρχής ένα παράξενο χαρακτηριστικό: πήρε διαστάσεις εξέγερσης απέναντι στην εξουσία του Κράτους (που στα μάτια των διαμαρτυρόμενων σκότωσε ένα νέο παιδί), αλλά δεν είχε απολύτως κανένα αίτημα, διότι βρισκόμασταν στο 2008 και οι πιτσιρικάδες που κάνανε πορείες στους δρόμους και πλακώνονταν με την αστυνομία ζούσαν σε οικογένειες που είχαν ελάχιστα προβλήματα – τουλάχιστον σε σύγκριση με τα τωρινά.

Θυμάμαι ακόμα μια μαθήτρια που μιλούσε σε ένα δελτίο ειδήσεων για την ανάγκη να συνεχιστούν οι καταλήψεις και οι πορείες και να ενταθεί ο αγώνας κατά του Κράτους. Την είχαν ρωτήσει με ποιο τελικό σκοπό. «Για να δείξουμε την αγανάκτησή μας» είχε πει. Την ξαναρώτησαν τι η ίδια περίμενε ότι θα ακολουθούσε μετά την έκφραση της αγανάκτησης: δεν είχε πει τίποτα. Δεν ήταν και της μόδας τότε εκφράσεις του τύπου «να ανατρέψουμε το παλιό» - τις μάθαμε αργότερα. Δεν υπήρχαν καν στο λεξιλόγιο των εξεγερμένων εκφράσεις όπως «ένα καλύτερο αύριο»: δεν μπορούσαν να το περιγράψουν. Και φυσικά κανείς δεν έλεγε ότι «θέλουμε να διαλυθεί η αστυνομία»: η εντύπωση που υπήρχε είναι ότι την ήθελαν για να τσακώνονται μαζί της.

 Στο όνομα των παιδιών

Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 ήταν πραγματικά μια από τις πλέον αυθόρμητες και τις πλέον μαζικές που έχουν γίνει στην Ελλάδα. Προσπάθησαν ως συνήθως να την καπελώσουν διάφοροι και πολιτικά και επιχειρησιακά και είναι αλήθεια ότι κάποιοι που μιλούσαν στο όνομα των παιδιών δίνοντας τους δίκιο για τον αγώνα τα κατάφεραν κιόλας, διότι έγιναν συμπαθείς στα παιδιά, που είχαν ανάγκη στήριξης – κυρίως γιατί δεν είχαν αιτήματα. Αλλά επί της ουσίας, πέρα από τη διαμαρτυρία για την δολοφονία του παιδιού, όλο εκείνο το πανηγύρι βίας δεν είχε τίποτα το σοβαρό: καμία πρόταση, καμία απαίτηση και κανένα περιεχόμενο. Αφησε πίσω του την καταστροφή του κέντρου της Αθήνας, δεκάδες λεηλατημένα μαγαζιά, ένα σωρό καμένα αυτοκίνητα ανθρώπων που δεν έφταιγαν σε τίποτα και μια επέτειο που λειτουργεί στο μυαλό πολλών ως ένα είδος ετήσιας υπενθύμισης πως όλα αυτά πρέπει να επαναλαμβάνονται. Και θα επαναλαμβάνονται διότι οτιδήποτε δεν βασίζεται σε κάτι απτό είναι ευκολότερο να αποκτήσει και ιδεολογικό πρόσημο. Η βία στο όνομα μιας ιδεολογίας είναι ό,τι πιο εύκολο: το ξέρουμε και από το ποδόσφαιρο.

Χωρίς πολιτική σκέψη  

Η κληρονομιά εκείνου του Δεκέμβρη ήταν το ίδιο το μπάχαλο. Επί της ουσίας αυτό απέκτησε ένα είδος πολιτικού περιεχόμενου  – ιδεολογικοποιήθηκε όχι η επανάσταση, αλλά οι πράξεις της. Η επανάσταση είναι πολιτική πράξη: την κάνεις για την κατάληψη της εξουσίας και για να επιβάλεις το νόμο σου. Καταλύεις τη δημοκρατία με τα όπλα και δημιουργείς το δικό σου καθεστώς. Αλλά αυτό επιβάλει ένα όραμα – βασίζεται σε ένα στόχο. Στη δική μας περίπτωση συμβαίνει κάτι άλλο: δεν μετράει κανένα αποτέλεσμα (διότι κανένας στόχος δεν υπάρχει), αλλά τιμούμε το μπάχαλο δια της επανάληψής του. Χαιρόμαστε με αυτό – πολλοί το κάνουν και σκοπό ζωής.

Την επόμενη μέρα, μετά την διαδικασία της εκτόνωσης, επιστρέφουμε στα αυγά μας, σίγουροι ότι κάναμε το καθήκον μας. Διαμαρτυρηθήκαμε άρα δείξαμε ότι υπάρχουμε. Για μένα σε όλο αυτό υπάρχει κάτι θλιβερό: είναι ένα είδος επαναστατικού αγώνα που θυμίζει ριάλιτι στην τηλεόραση. Μόλις ολοκληρωθεί μπορούμε τώρα να δούμε το Next Top Model.

Χωρίς διεκδίκηση

Η ιστορία της Ελλάδας είναι γεμάτη από μαθητικές και φοιτητικές εξεγέρσεις: για μερικές διαβάζεις τώρα και σου σηκώνεται η τρίχα. Οι Έλληνες φοιτητές έχουν εξεγερθεί π.χ ακόμα και εναντίον της μετάφρασης των Ευαγγελίων στην δημοτική γλώσσα – το θεωρούσαν κοινωνικό πρόβλημα, κατάντια. Πολλές από τις εξεγέρσεις αυτές ήταν ηρωϊκές - όλες  έγιναν για να φανεί η αντίδραση σε μέτρα και νόμους του Κράτους. Η μοναδική που δεν είχε κανένα συγκεκριμένο αίτημα ήταν η εξέγερση του 2008: ήταν μια δίκαιη διαμαρτυρία, που δεν διεκδικούσε τίποτα το συγκεκριμένο. Άφησε όμως μια μεγάλη κληρονομιά: το δικαίωμα στη διαμαρτυρία για τη διαμαρτυρία – κάτι πραγματικά καινούργιο. Έκτοτε οι πράξεις βίας έγιναν κανόνας σχεδόν παντού – δεν χρειάζεται πια να διεκδικείς απολύτως τίποτα για να τα σπας, να πλακώνεσαι με την αστυνομία, να καις τα τρόλεϊ ή να καταστρέφεις τα μηχανήματα έκδοσης εισιτηρίων στο μετρό. Κάθε διαμαρτυρία έχει αποκτήσει ιδεολογικό πρόσημο: ακόμα και τα επεισόδια στα γήπεδα π.χ. Κάποτε οι χουλιγκάνοι παίζανε ξύλο μεταξύ τους στο όνομα της ομαδάρας, ας πούμε. Τώρα πλακώνονται με την αστυνομία. Στο όνομα του τίποτα.

Περνάς ωραία όμως

Αν δείτε φωτογραφίες από επεισόδια είναι όλα ίδια: είτε γίνονται σε γήπεδα, είτε στη Σύνταγμα, είτε στα Εξάρχεια, είτε στο Πολυτεχνείο βλέπεις τα ίδια ακριβώς – κουκουλοφόροι μαυροντυμένοι πλακώνονται με ΜΑΤατζήδες, σχεδόν πάντα άνευ λόγου. Στο μεταξύ ήρθε η χρεοκοπία, τα μνημόνια, η μεγάλη κατρακύλα. Δέκα χρόνια αργότερα το 2008 μοιάζει αιώνες μακρινό. Οι μισθοί διαλύθηκαν, οι συντάξεις εξαερώθηκαν, η ανεργία εκτοξεύτηκε, η μαύρη εργασία είναι κανόνας, αρκετοί από όσους εξεγέρθηκαν πριν δέκα χρόνια δουλεύουν στο εξωτερικό, αν είναι τυχεροί. Η οικονομία της χώρας βούλιαξε – ίσως και να καταλάβαμε τι χάσαμε. Αφού δεν το θέλαμε, μικρό το κακό. Αλλωστε σήμερα μπορούμε να τα σπάμε ανενόχλητοι – δεν το λες και λίγο. Στο φινάλε για να φτιάξεις κάτι θέλει κόπο. Να το διαλύσεις είναι πανεύκολο. Και ακόμα κι αν γίνεται στο όνομα ενός νεκρού, μοιάζει εκτονωτικά ευχάριστο…