Η εκδίκηση της μεσαίας τάξης

Η εκδίκηση της μεσαίας τάξης

Το μόνο αληθινά πρωτότυπο που παρατηρώ τον τελευταίο καιρό στα πολιτικά μας πράγματα είναι ότι ξαφνικά προέκυψε ανάμεσα στα δυο κόμματα εξουσίας, η λατρεία της «μεσαίας τάξης». Για να είμαι δίκαιος με την πραγματικότητα ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το επιτελείο του, την ανάγκη της υπεράσπισης της μεσαίας τάξης την κατάλαβαν νωρίς και αυτή ήταν κυρίως η στρατηγική που έφερε τη νίκη της ΝΔ στις Ευρωεκλογές. Ο Αλέξης Τσίπρας κατάλαβε αργά τη δύναμή της και τώρα τρέχει και δεν φτάνει. Μου αρκεί πάντως πως το πάθημα θα του γίνει μάθημα – τουλάχιστον αυτό ελπίζω.

Χωρίς πολιτικούς όρους

Η «μεσαία τάξη» είναι μια παρεξηγημένη ιστορία – πρώτα από όλα πολιτικά είναι δύσκολο να την ορίσεις. Ποιοι βρίσκονται σε αυτή; Ποια είναι τα εισοδήματά τους; Ποιες οι δουλειές τους; Τι θέλουν; Οι απαντήσεις μοιάζουν εύκολες, αλλά δεν είναι. Επιπλέον αυτή η ετικέτα πάντοτε δημιουργούσε ένα πρόβλημα: σχεδόν ταύτιζε τη μεσαία τάξη με αυτό που στην Ελλάδα ονομάζαμε «κέντρο» και το κέντρο, στην πραγματικότητα από τα χρόνια του Γιώργου Παπανδρέου, είχε πάψει να έχει αυτούσια πολιτική έκφραση και δυναμική. Μετά το τέλος της δικτατορίας το «κέντρο» δεν ήθελε να το εκφράσει κανείς γιατί έμοιαζε πολιτικά άνευρο. Ωστόσο, όλοι το διεκδικούσαν: ο Ανδρέας Παπανδρέου ήθελε απλά να του δώσει αριστερό πρόσημο παίζοντας με το θυμικό των ανθρώπων, ενώ η ΝΔ, προσπαθούσε απλά να το οικειοποιηθεί, όχι στο όνομα ενός ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού (όπως θα ήταν λογικό), αλλά με υποσχέσεις που αφορούσαν μια καλύτερη λειτουργία του Κράτους. Και οι μεν και οι δε για χρόνια δεν τολμούσαν καν να αναφερθούν στη μεσαία τάξη με πολιτικούς όρους.

Ο Ανδρέας είχε εφεύρει δυο όρους που του ήταν τρομακτικά χρήσιμοι για να βρει δίαυλο επικοινωνίας μαζί της: μιλούσε για «μη προνομιούχους» και «μικρομεσαίους», υποσχόμενος στη μεσαία τάξη προνόμια και προστασία. Η Δεξιά από την άλλη μιλούσε ακόμα πιο γενικά για «νοικοκυραίους». Τα κόμματα εξουσίας είχαν ως στόχο άλλες «πελατείες» με περισσότερο ευανάγνωστα χαρακτηριστικά: τους δημόσιους υπάλληλους, τους αγρότες, τους συνταξιούχους, τους φοιτητές, τους εργάτες κτλ. Με όλους αυτούς ήταν ευκολότερο να υπάρξει συνδιαλλαγή – τα κόμματα πίστευαν πάντα ότι γνωρίζουν τι θέλουν οι συγκεκριμένοι κι ίσως να μην είχαν κι άδικο. Τη μεσαία τάξη για να την ικανοποιήσεις έπρεπε να την ορίσεις και δεν ήταν απλό. Πόσο μάλλον όταν αυτός ο προσδιορισμός δεν αφορούσε μόνο τα εισοδήματα, αλλά και τις αντιλήψεις. Η διαφορά των εισοδημάτων ενός δικηγόρου που δουλεύει στην Αθήνα και ενός δικηγόρου που δουλεύει στην Σπάρτη μπορεί να είναι τεράστια – οι αντιλήψεις του κοινές.

Με κάμποσο θυμό

Η Αριστερά είχε πάντα τη λογική ότι η μεσαία τάξη ήταν κάτι σχεδόν ασήμαντο. Πίστευε ότι είναι περισσότερο ιδεολόγημα, παρά πραγματικότητα: της άρεσε πάντα να χωρίζει τον κόσμο στα δυο και ότι αυτό το σχήμα το χαλούσε της ήταν αδιάφορο. Μιλούσε συνήθως με απέχθεια για τους μικροαστούς, στους οποίους απέδιδε σχεδόν μόνιμα όλα τα ελαττώματα της χώρας – με κορυφαίο την έλλειψη ταξικής συνείδησης. Από την άλλη όταν χρησιμοποιούσε για κάποιον την ετικέτα «μεγαλοαστός», αυτός ήταν ένας εν δυνάμει ταξικός εχθρός – ένας σκοτεινός συνεργάτης της πλουτοκρατίας. Με αυτό το σχήμα πορεύτηκε, ελπίζοντας ότι οι μικροαστοί θα ξυπνήσουν και θα καταλάβουν ότι είναι προλετάριοι έτοιμοι για κοινωνικές και άλλες επαναστάσεις.

Όταν ξέσπασε η κρίση συνέβη όντως κάτι τέτοιο. Επαναστάσεις βέβαια δεν γίνανε, αλλά οι πλατείες γέμισαν απο αγανακτισμένους μεταξύ των οποίων υπήρχαν και κάμποσοι που ένοιωθαν ότι ανήκαν στη μεσαία τάξη κι έχασαν τον κόσμο κάτω από τα πόδια τους: απολυμένοι επιστήμονες που έμειναν άνεργοι, μαγαζάτορες που έκλεισαν τις μικροεπιχειρήσεις τους, ιδιοκτήτες ακινήτων που γονάτισαν από τον ΕΝΦΙΑ, πτυχιούχοι που δούλευαν κούριερ για πενταροδεκάρες και άλλοι πολλοί είχαν κάμποσο θυμό. Το λάθος που έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν κατάλαβε πως όλοι αυτοί όμως θύμωναν με την κατάσταση κι όχι με την τάξη τους. Ολοι στη μεσαία τάξη τοποθετούσαν τον εαυτό τους: κάποιοι γιατί σε αυτή ανήκαν πριν την χρεοκοπία της χώρας κι άλλοι γιατί αυτή ονειρεύονται ως προορισμό. Αυτό το δεύτερο είναι και το σημαντικότερο για μια χώρα που με τα όνειρα έχει πάρει διαζύγιο.

Ποιος είναι τελικά αυτός που ανήκει στη μεσαία τάξη; Σίγουρα δεν μιλάμε για κάποιο τέρας. Θέλει να βγάζει τα ωραία του χρήματα δουλεύοντας, να πληρώνει λογικούς φόρους, να σπουδάζει τα παιδιά του, να τα βλέπει να κρατάνε τη δουλειά του. Θέλει να έχει ένα καλό σπίτι, να μπορεί να κάνει διακοπές, να νοιώθει Ευρωπαίος, να αισθάνεται ασφαλής στην πόλη του, να μην τρομάζει για τις αποταμιεύσεις του – μικρές ή μεγάλες. Θέλει να διασκεδάζει χωρίς να απολογείται, να μπορεί να μοιράζεται τα ωραία της ζωής με μερικούς φίλους, να μην του κουνάνε διαρκώς το δάχτυλο. Και να σέβονται τα χρήματα που του παίρνουν από την τσέπη.  

Διευκολύνσεις και ανακούφιση

Όταν ο Τσακαλώτος, ο Κατρούγκαλος κι ο Χουλιαράκης κήρυξαν τον πόλεμο στη μεσαία τάξη, υπερφορολογώντας την και προκαλώντας την φτωχοποίησή της υπηρέτησαν ένα αριστερό σχέδιο που είχε ως στόχο την συρρίκνωσή της. Η αύξηση του αριθμού των ανθρώπων με προβλήματα, στο μυαλό τους, θα μεγάλωνε και την ανάγκη της ύπαρξης ενός Κράτους που προσφέρει υπηρεσίες ανακούφισης, δηλαδή θα μεγάλωνε τις πιθανότητες της δικής τους επανεκλογής. Η κυβέρνηση θα έβρισκε λύση για τα κόκκινα δάνεια, θα νομοθετούσε για να πληρωθούν τα χρέη με 120 δόσεις, θα όριζε το αφορολόγητο στα 10 χιλιάδες ευρώ, θα μοίραζε επιδόματα παίρνοντας τα χρήματα όσων έχουν μια καλή δουλειά, θα έκανε τα στραβά μάτια για όσους δεν πληρώνουν τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, θα έδινε ακόμα και τζάμπα κάρτες για τα λεωφορεία και όλοι θα φώναζαν «ζήτω»! Αμ δε! Αν αυτό δεν συνέβη είναι γιατί η μεσαία τάξη, η αληθινή ραχοκοκαλιά της χώρας, όλα αυτά τα αντιμετωπίζει κυρίως με τρόμο: βλέπει σε αυτού του είδους τις παροχές μια χώρα που σέρνεται και ζητά ελεημοσύνη από το ίδιο μάλιστα Κράτος, που η ίδια νοιώθει ότι υπάρχει για να την βασανίζει με τη γραφειοκρατία του. Η μεσαία τάξη ποτέ δεν είδε το Κράτος ως ευεργέτη και ίσως τελικά ο λόγος που πάντα όποιος ήθελε να κυβερνήσει απέφευγε τα πολλά πολλά με την μεσαία τάξη ήταν ότι καταλάβαινε την αντικρατικιστική αντίληψή της.

Τι ενώνει σήμερα ανθρώπους με διαφορετικά εισοδήματα, διαφορετικές κοινωνικές καταβολές, διαφορετικούς τόπους κατοικίας, διαφορετικά θέλω και διαφορετική ίσως αισθητική; Πρώτα από όλα η βεβαιότητα ότι απέναντί τους έχουν μια κυβέρνηση που θέλει απλά να ρημάξει κι άλλο τα εισοδήματα τους στο «όνομα του Κράτους της» – μάλιστα μέχρι τις ευρωεκλογές πανηγύριζε για αυτό! Τους ενώνει επίσης ότι νοιώθουν πως ανήκουν στον ίδιο χώρο: τη μεσαία τάξη που κανείς μέχρι πρότινος δεν ήθελε να υπερασπιστεί γιατί θεωρούσε αποστολή του να υπόσχεται ότι θα φροντίσει τους φτωχούς και να κάνει το νταλαβερλακι του με τους πλούσιους – ενίοτε και καμιά κρουαζιέρα.

Τώρα που ξύπνησε

Εχει πλάκα που οι πάντες σήμερα μιλάνε για τη μεσαία τάξη υποσχόμενοι να την βοηθήσουν – οι κυβερνώντες της ζητάνε και υποκριτικά συγνώμη, νομίζω αργά, ενώ ο Τσίπρας φοβάται μην την κοροϊδέψει ο Μητσοτάκης! Ως άνθρωπος που πάντα χαιρόμουν γιατί ανήκω στη μεσαία τάξη παρακολουθώ με χαρά τον θρίαμβό της. Όποιον την ξαναπειράξει θα τον τιμωρήσει κι αυτόν: τώρα που ξύπνησε θα φανεί ότι ήταν πάντα δυνατή. Πανίσχυρη…