Η διαθήκη του Μάρτιν Σκορτσέζε

Η διαθήκη του Μάρτιν Σκορτσέζε

Η ταινία «Ο Ιρλανδός» («The Irishman»), η τελευταία δημιουργία του Μάρτιν Σκορτσέζε που παίζεται στις αίθουσες, (και εντός ολίγου θα μπορεί να δει κανείς και στο Netflix), είναι ένα από τα πλέον αναμενόμενα κινηματογραφικά γεγονότα της χρονιάς. Ο Σκορτσέζε επιστρέφει στον κόσμο που γνωρίζει καλύτερα: αυτόν της αμερικάνικης μαφίας. Είκοσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά το «Καζίνο» και σχεδόν τριάντα μετά τα «Κακά παιδιά», που πολλοί θεωρούν την κορυφαία ταινία του, ο μαέστρος καταπιάνεται με τη ζωή και τα έργα του Φράνκ Σίραν, του «Ιρλανδού», που έγραψε τη δική του ιστορία στον κόσμο του οργανωμένου εγκλήματος για τέσσερις δεκαετίες. Η ταινία βασίζεται σε ένα βιβλίο, που ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο του έδωσε να διαβάσει – μια βιογραφία του Σίραν γραμμένη από ένα εισαγγελέα, τον Τσαρλς Μπραντ, που γνώρισε τον γκάγκστερ σε μια από τις πολλές έρευνές του. Η ταινία αναφέρεται κυρίως στη σχέση του Σίραν με τον φίλο του συνδικαλιστή και μαφιόζο Τζίμι Χόφα. Αλλά όπως σε όλες σχεδόν τις ταινίες που κάνει ο Σκορτσέζε, μια σχέση είναι απλά μια αφορμή: μια ιστορία είναι κάτι πιο πολύπλοκο.

Η πίστη του κλονίστηκε

Πρέπει να πω ότι δεν συγκαταλέγομαι μεταξύ των φανατικών φίλων του Σκορτσέζε, παρόλο που έχω δει σχεδόν όλες τις ταινίες του. Ομολογώ ότι στις πιο πολλές από αυτές οι ήρωες και οι πρωταγωνιστές είχαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τις ιστορίες. Οι πιο πολλές από τις ιστορίες με τις οποίες ο Σκορτσέζε καταπιάνεται έχουν ως χαρακτηριστικό ένα περίεργο διδακτισμό – σημείο αναφοράς της καθολικής εκκλησίας. Ο Σκορτσέζε έχει πει πως μικρός ήθελε να γίνει ιερέας και πως μεγαλώνοντας η πίστη του κλονίστηκε. Μπορεί να είναι κι έτσι: το βέβαιο είναι ότι μια αγάπη για το κήρυγμα την κουβαλά. Στις πιο πολλές από τις ταινίες του, οι ήρωές του, (είτε είναι φανταστικά, είτε είναι πραγματικά πρόσωπα), αμαρταίνουν και πληρώνουν τις αμαρτίες τους, προκαλούν και τιμωρούνται, ξεχνούν τις ηθικές τους αξίες (αν υποθέσουμε ότι τις είχαν διδαχθεί ποτέ τους) και για αυτό τους το κρίμα σταυρώνονται: συχνά την ποινή τους την αποφασίζει η ίδια η μοίρα και οι ίδιοι την δέχονται αδιαμαρτύρητα, χωρίς να μετανιώνουν για τίποτα, αλλά με την πίκρα της επίγνωσης ότι τα πάντα τελείωσαν. Ενας τέτοιος σκορτσεζικός ήρωας, σκληρός και χωρίς έλεος, αριβίστας και αδίστακτος, ταπεινός εργάτης και άνθρωπος σχεδόν χωρίς αισθήματα είναι κι ο Φρανκ Σίραν. Τα ίδια χαρακτηριστικά (σκληράδα κι έλλειψη ελέους κυρίως)  έχει κι ο φακός του Σκορτσέζε, που παρακολουθεί και καταγράφει τα κατορθώματα του με την ίδια ακρίβεια, που ο «Ιρλανδός» έκανε τους δεκάδες φόνους του.

Δάμασαν τον χρόνο

Ο Σκορτσέζε έχει πολλές τύχες. Επειδή δουλεύει χωρίς παραγωγό, (το ρόλο τoν έχει ο ίδιος, ο Ντε Νίρο και το γαλαντόμο Netflix), μπορεί άνετα να σκορπίσει όσα χρήματα θέλει για να δώσει ζωή σε ένα έπος. Η ανασύνθεση της εποχής είναι εντυπωσιακή – όσο και το ψηφιακό lifting των «ιερών τεράτων» με τα οποία δουλεύει. Ο Ντε Νίρο, ο Τζο Πέσι και ο Αλ Πατσίνο μοιάζουν ανανεωμένοι κι αγέραστοι – νομίζεις ότι βρήκαν τον μαγικό τρόπο να δαμάσουν τον δυνάστη χρόνο, όπως και ο 77χρονος Σκορτσέζε που σκηνοθετεί με κέφι και όρεξη σαραντάρη. Ο «Ιρλανδός» είναι μια εντυπωσιακή τοιχογραφία – ένα μωσαϊκό από ιστορίες και εικόνες, σίγουρα γιγάντιο, όπως μαρτυρά και η χρονική διάρκειά του. Η ταινία μεγαλώνει, όσο δεν πάει, γιατί ο Σκορτσέζε νοιώθει ότι έχει τη δυνατότητα να μιλήσει για όλα: για τον Χόφα τους  Κένεντι, τους κώδικες των μαφιόζων, την Αμερική του ‘ 50, του ΄60 και του ΄70. Το σενάριο, ένα απόσταγμα ρεαλισμού χωρίς τίποτα το υπερβολικό, θυμίζει μπεστ σέλερ του Τζέιμς Ελ Ρόι – όποιος έχει χαρεί με το «Αμερικάνικο Ταμπλόιντ» ή την Τριλογία του Λος Αντζελες τον «Ιρλανδό» θα τον απολαύσει, τουλάχιστον μέχρι το σημείο που η οθόνη αδειάζει από πρωταγωνιστές και ο Σίραν μένει μόνος.

Εξίσου θεαματικές με τις ιστορίες που η ταινία διηγείται είναι και οι φράσεις που ακούγονται. Εδώ οι ήρωες δεν ουρλιάζουν, όπως στα «Κακά παιδιά», αλλά σκέφτονται φωναχτά. «Ξεκίνησα την καριέρα μου ως οδηγός, μετά έγινα μπογιατζής κι έβαφα με αίμα τους τοίχους». «Για να μείνει καλά κρυμμένο ένα μυστικό που γνωρίζουν τρεις, πρέπει οι δυο να πεθάνουν». «Η ζωή τρέχει πολύ πιο γρήγορα από όσο νομίζεις, καθώς την κοιτάζεις». «Όταν κάποιος αργεί σε ένα ραντεβού το κάνει γιατι έχει βρει ένα τρόπο για να σου δείξει ότι δεν σε σέβεται». Οι ήρωες του Σκορτσέζε ανασυνθέτουν μια χαμένη εποχή με λόγια και πράξεις. Διαλέγουν το κατάλληλο όπλο για μια εκτέλεση – «γιατί δεν είναι όλες οι δουλειές ίδιες». Επιλέγουν το κατάλληλο παγωτό, αλλά και το κατάλληλο φέρετρο. Δίνουν στη γυναίκα τους να καθαρίσει το ματωμένο πουκάμισο, γιατί μόνο αυτή ξέρει το πώς. Ξέρουν ότι όλα έχουν κόστος και πληρώνονται – ακόμα και μια αληθινή φιλία.

Οι τρεις γέροντες που κρατούν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους θυμούνται εμφανώς τα νιάτα τους και περνάνε μεταξύ τους καταπληκτικά: το νοιώθεις. Ο 74χρονος Ντε Νίρο μιλά υπέροχα με το βλέμμα, όπως τον καιρό που γύριζε μόνο μεγάλες ταινίες. Ο 79χρονος Πατσίνο, που έχει τη μεγαλύτερη ελευθερία, παρουσιάζει ένα Χόφα εξουσιομανή και πνιγμένο από την αγάπη του για την εξουσία ταυτόχρονα. Κι ο 76χρονος Τζο Πέσι, χωρίς πιά το βλέμμα του τρελού, αλλά με την σοφία του «Νονού», που δεν σου γεμίζει το μάτι, μπορεί να είναι από μηχανής Θεός και αδίστακτος διάβολος ταυτόχρονα. Ο Σκορτσέζε στήνει ένα πελώριο και θεαματικό κόσμο γύρω τους απλά για να είναι αβάσταχτα σκληρή και τρομακτικά οδυνηρή η τελική καταδίκη τους. Οσοι εμφανίζονται σε δεύτερους ρόλους είναι άψογοι – αλλά ποιος νοιάζεται για αυτούς;

Η ανάγκη μια εξομολόγησης

Είναι αριστούργημα η ταινία; Για μένα, που πέρασα πολύ καλά πάντως, δεν είναι για τρεις λόγους. Ο πρώτος είναι ότι μολονότι η πρόθεση του Σκορτσέζε είναι μεγαλεπίβολη το τελικό αποτέλεσμα δεν προσθέτει κάτι στην γιγάντια φιλμογραφία του: όλα είναι υψηλού επιπέδου κι όλα μοιάζουν με περίληψη προηγουμένων. Ο δεύτερος λόγος αφορά τους ηθοποιούς και το μοναδικό βάρος τους. Χαρούμενοι που ξανασυναντούν ο ένας τον άλλο οι τρεις τεράστιοι αυτοί θεοί της μεταμόρφωσης αδυνατούν να υποδυθούν πραγματικά τους ρόλους τους: κανείς δεν είναι ο Σίρεν, ο Χόφα, ο Ράσελ. Αυτό που βλέπεις είναι τον Ντε Νίρο, τον Πατσίνο και τον Πέσι να διηγούνται τους ρόλους τους (άψογα και καταπληκτικά, σαν παππούδες που λένε παραμύθια), αλλά χωρίς να σε πείθουν ότι είναι οι πραγματικοί ήρωες της ιστορίας: και οι τρεις θα το έκαναν εύκολα είκοσι χρόνια πριν.

Ο τρίτος λόγος που η ταινία φρενάρει  είναι ότι νοιώθεις την ανάγκη του Σκορτσέζε να την κάνει – σαν να πρόκειται για τη διαθήκη του. Η τοιχογραφία που ζωγραφίζει μαρτυρά μια παράξενη υπαρξιακή θέληση να σου εξομολογηθεί την αγάπη του για την τέχνη του. Το βλέπεις σίγουρα με συμπάθεια αυτό, αλλά την ίδια στιγμή καταλαβαίνεις ότι σε αφορά και ελάχιστα: η εξομολόγηση και η διαθήκη του μεγάλου Αμερικάνου δεν έχουν να κάνουν με κάποια δική σου ανάγκη. Δεν γελάς, δεν κλαις, δεν ταυτίζεσαι, δεν περπατάς στο Little Italy: στο τέλος νοιώθεις ότι αυτή η θέληση του Σκορτσέζε να σου πει τα πάντα σε πιάνει κομμάτι από το λαιμό.

Αυτή ωστόσο η μυστήρια αίσθηση μεταμορφώνει αυτό το άνισο και φλύαρο έπος σε κάτι αληθινά σπάνιο. Αν λίγο αγαπάς το σινεμά, θα δεις την υπαρξιακή κατάθεση του Σκορτσέζε με κατανόηση. Δεν έκανε ένα αριστούργημα, αλλά μαζί με τους παλιόφιλούς του, σου άνοιξε την καρδιά του…