Η αριστοκρατία της ασημαντότητας

Η αριστοκρατία της ασημαντότητας


Πλημύρισαν οι ελληνικές εφημερίδες και το διαδίκτυο δυο μέρες τώρα από αφιερώματα στον Κωνσταντίνο Γλύξμπουργκ, τελευταίο Βασιλιά της Ελλάδας. Ο ίδιος δεν ήθελε να τον αποκαλούμε έτσι, αλλά «Βασιλιά Κωνσταντίνο» ή «Βασιλιά της Ελλάδας» κι έκανε ένα τεράστιο δικαστικό αγώνα για να το πετύχει. Τον θυμάμαι σε συνεντεύξεις στην τηλεόραση να καμαρώνει δείχνοντας το δανέζικο διπλωματικό διαβατήριο του στο οποίο αναγραφόταν ως «Constantine de Grecia», αλλά στην Ελλάδα τον λέγαμε πάντα Κωνσταντίνο Γλύξμπουργκ, στην καλύτερη των περιπτώσεων. Τη δεκαετία του ‘80, όταν ήταν ακόμα νωπή η ανάμνηση του δεύτερου δημοψηφίσματος που έβαλε τέλος στη μοναρχία, τον λέγανε οι περισσότερο σκέτο «Γλύξμπουργκ» ή ακόμα και «Κοκό» - αυτό το δεύτερο ήταν ο ευκολότερος τρόπος να τον περιγελούν. Νομίζω ότι στην ιστορία της Ελλάδας είναι λίγοι αυτοί που γνώρισαν τη λατρεία και την κοροϊδία, όσο ο Κωνσταντίνος Γλύξμπουργκ. Χωρίς μάλιστα να του φταίει και κανείς απολύτως. Ο,τι έπαθε το έπαθε κάνοντας λάθη που σήμερα μοιάζουν ακόμα περισσότερο αδικαιολόγητα.

Φιγούρα από ένα νεκρό παρελθόν

Οι νεότεροι έχουν μια εικόνα του Γλίξμπουργκ εντελώς μερική και για αυτό όχι την καλύτερη. Ο περίφημος «βασιλιάς» έμοιαζε στα μάτια τους στην καλύτερη των περιπτώσεων ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης που μιλούσε στην τηλεόραση για το ρόλο του με το παράπονο κάποιου που ένοιωθε ότι του στέρησε τα μεγαλεία κάποια κακιά μοίρα. Στα είκοσι περίπου τελευταία χρόνια της ζωής του, δίνοντας αποκλειστικές συνεντεύξεις και γράφοντας βιβλία στα οποία εξιστορούσε τις δικές του αλήθειες, ο περίφημος «βασιλιάς» έμοιαζε με φιγούρα που ερχόταν από ένα παρελθόν νεκρό – ακόμα και οι ιστορίες του αφορούσαν πολιτικούς, που έχουν φύγει από τη ζωή και σελίδες της ιστορίας πρόσφατες, αλλά εντελώς ξεχασμένες, διότι έτσι κι αλλιώς δεν έχουν τίποτα το ηρωϊκό ή ενδιαφέρον.

Τουλάχιστον, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90, ο Κωνσταντίνος είχε τη δυνατότητα να προκαλεί αντιδράσεις απλά με την παρουσία του. Όταν με απόφαση δικαστηρίου πήρε το 1992 από το Τατόι έπιπλα, πίνακες ζωγραφικής, αγάλματα και βυζαντινές εικόνες είχε γίνει ο χαμός! Ακόμα θυμάμαι τους ατελείωτους καυγάδες για τη δικαστική περιουσία, την κατάληψη του Μον Ρεπω στην Κέρκυρα από τον κόσμο που έλεγε ότι είναι κτήμα της Ελλάδος κι όχι βασιλική περιουσία, τις αντιδράσεις όταν επέστρεψε ως τουρίστας στην Ελλάδα με το δανέζικο διαβατήριο στο οποίο αναγραφόταν το «βασιλιάς». Ακόμα και το 2004 δεν έπρεπε να υπάρχουν αναφορές σε συμμετοχές του σε ελληνικές υποθέσεις – η επιτροπή διεκδίκησης των Ολυμπιακών Αγώνων πχ ήθελε τη βοήθεια του στη διεκδίκηση των αγώνων, αλλά δεν ήθελε αυτό να κυκλοφορεί για να μην προσβληθεί το δημόσιο αντιβασιλικό αίσθημα. Και μετά, σιγά σιγά, ο Κωνσταντίνος των παθών έγινε κάτι σαν βαρετός παραμυθάς, ένας κυριούλης που έλεγε ιστορίες για την εποχή του διεκδικώντας πάντα το ρόλο του θύματος, χωρίς να μπορεί να προκαλέσει απολύτως καμία συναισθηματική αντίδραση. Νόμιζε ότι θα μπορούσε να γίνει έστω λίγο συμπαθής – σε τελική ανάλυση ήταν ένας loser κι αυτούς τους αγαπάμε. Αλλά ούτε έτσι δεν τον έβλεπε κανείς: ήταν απλά αδιάφορος – τουλάχιστον για την συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου που την εποχή της μοναρχίας ούτε τη θυμάται πια, ούτε την έζησε.

https://www.in.gr/wp-content/uploads/2019/09/FB_IMG_1537261654066.jpg

Τίποτα το γοητευτικό

Πρέπει να ομολογήσω ότι αυτή η τελευταία εικόνα του «βασιλιά», του κακόμοιρου αριστοκράτη που εξομολογείται σε τηλεοπτικές εκπομπές τα λάθη του, εκλιπαρώντας λίγη προσοχή, πάντα με προβλημάτιζε. Στη δεκαετία του ΄80 πολλοί περιέγραφαν τον Κωνσταντίνο ως ένα είδος συνωμότη που έψαχνε τρόπους να γυρίσει στην Ελλάδα και να ξαναφέρει τη μοναρχία κόντρα στη λαϊκή θέληση – μου φαινόταν υπερβολικό, όμως ομολογώ πως η υστερία που προκαλούσε η ύπαρξή του στους λίγους υποστηρικτές του και στους πολλούς πολέμιούς του, είχε ένα ενδιαφέρον. Οσο τα χρόνια περνούσαν ο «Βασιλιάς» κατρακυλούσε ολοένα και περισσότερο στην ασημαντότητα της αριστοκρατίας του. Ακόμα και αποκαλύψεις που είχαν να κάνουν με την προσωπική του ζωή – το φλερτ του με την Αλίκη Βουγιουκλάκη πχ – δεν είχαν τίποτα το γοητευτικό: ο Κωνσταντίνος δεν θα ήταν πρωταγωνιστής όχι στο ελληνικό Τhe Crown, αλλά ούτε καν σε ελληνική βιντεοταινία. Ακόμα κι όταν η Βουγιουκλάκη έλεγε πως αυτή παρέμεινε καθιστή, ενώ όλοι σηκώθηκαν στο θέατρο όταν μπήκε ο Κωνσταντίνος, εγώ ήμουν βέβαιος πως αν ήμουν παρών στην σκηνή αυτή, την Αλίκη θα κοιτούσα κι όχι τον Γλύξμπουργκ.

Σημαιοφόρος και αυτοεξόριστος

Σκεφτόμουν κάτι που δεν είδα γραμμένο σε καμία από τις νεκρολογίες που δημοσιεύτηκαν: νομίζω πως ο τελευταίος βασιλιάς ήταν απλά ανίκανος να εκτιμήσει την ίδια την τύχη του – αυτό το κληρονομικό αξίωμα που όταν το έχασε πέρασε τη ζωή του ολόκληρη προσπαθώντας να μας δημιουργήσει ενοχές, γιατί του το στερήσαμε. Το 1960 ο Κωνσταντίνος ήταν χρυσός Ολυμπιονίκης στη Ρώμη, σημαιοφόρος της ελληνικής αποστολής, και πραγματικό golden boy της Ελλάδας. Το Σεπτέμβρη του 1964 χιλιάδες άνθρωποι είχαν κατεβεί στους δρόμους στην Αθήνα για να χειροκροτήσουν αυτόν και την Αννα Μαρία την ημέρα του γάμου τους: ήταν το κοσμικό γεγονός της χρονιάς. Το Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς είχε γίνει «αντιβασιλέας» μετά την ασθένεια του πατέρα του Παύλου και το Μάρτιο στέφθηκε βασιλιάς όταν ο Παύλος πέθανε νικημένος από τον καρκίνο. Ηταν μόλις 24 χρόνων κι αν δείτε τις φωτογραφίες της εποχής έμοιαζε την τύχη του να την απολαμβάνει. Τι την ήθελε την εμπλοκή του με την πολιτική τάξη της εποχής και τις παρεμβάσεις που έφεραν ανατροπές εκλεγμένων κυβερνήσεων, ενώ απλά μπορούσε να είναι ένας εγγυητής του πολιτεύματος και τίποτα παραπάνω; Υποτίθεται πως τον παρακινούσε η μητέρα του. Μπορεί, αλλά δεν ήταν κανένας μπέμπης: ήταν 24 χρονών και πολίτης του κόσμου.

https://www.newsit.gr/wp-content/uploads/2023/01/teos_annamaria2-1.jpg

Το 1964 ο κόσμος έτρεχε προς τα μπρος και για να υπάρχουν μονάρχες έπρεπε απλά οικειοθελώς να μην παρεμβαίνουν στα πολιτικά πράγματα. Το 1964 δεν ήταν 1945. Από το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου είχαν περάσει είκοσι χρόνια. Από τον Εθνικό Διχασμό και το χωρισμό της Ελλάδας σε βασιλικούς και βενιζελικούς σχεδόν σαράντα. Από το τέλος του εμφυλίου πάνω από δεκαπέντε. Η εποχή φώναζε ότι ο καιρός των παρεμβατικών βασιλιάδων είχε περάσει, αλλά ο Κωνσταντίνος μέσα στο θερμοκήπιό του δεν αντιλήφθηκε τίποτα. Κι όταν μια μέρα αδυνατώντας να ρίξει τη χούντα με το κίνημα της Καβάλας βρέθηκε αυτοεξόριστος στη Ρώμη, αμφιβάλω αν κατάλαβε πως είχε χάσει τα πάντα. Νόμιζε πως θα επέστρεφε, όπως είχε γίνει τόσες και τόσες φορές, και με άλλους βασιλιάδες της Ελλάδας: δεν κατάλαβε πως είχε αλλάξει η εποχή και πως δεν υπήρχε πλέον όρεξη για πισωγυρίσματα. Κι αυτός αντιπροσώπευε πια αυτό και μόνο: μια εποχή που είχε φύγει και που κανείς δεν νοσταλγούσε πλέον.

Βρίσκονται κοντά

Ακούω συνεχώς αυτές τις μέρες πως η ιστορία θα κρίνει τα πεπραγμένα του, πως η ιστορική ανάλυση θα φωτίσει την διαδρομή του, πως ο χρόνος θα βοηθήσει να γίνει περισσότερο κατανοητή η περίπτωσή του: λυπάμαι αλλά όλα αυτά είναι κουταμάρες. Τίποτα δεν έχει μείνει μυστικό στην περίπτωση του Κωνσταντίνου Γλύξμπουργκ. Δεν υπάρχει προς το πρόσωπόι του καμία αδικία. Δεν υπήρξε ποτέ του θύμα. Εκανε απλά λάθος εκτιμήσεις και για αυτό ποτέ δεν κέρδισε την παραμικρή συμπάθεια από όσους για μια εικοσαετία τον άκουγαν να λέει τα ωραία παραμύθια του. Ο δικός μας τελευταίος βασιλιάς δεν ήταν ούτε τραγική προσωπικότητα, ούτε κάποιος στον οποίο η μοίρα έπαιξε παιγνίδια σκληρά, ούτε ένας άτυχος που βρέθηκε στο μεταίχμιο της ιστορίας. Ήταν απλά ένας κακός εκτιμητής της πραγματικότητας. Που ούτε καν υποψιαζόταν πόσο κοντά βρίσκονται η αριστοκρατία και η ασημαντότητα…