Ενα καθυστερημένο ευχαριστώ...

Ενα καθυστερημένο ευχαριστώ...

Βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση και φέτος να γράψω το πιο προσωπικό κείμενο της χρονιάς, δηλαδή ένα κείμενο για τα γενέθλια του blog. Είναι το τέταρτο τέτοιο στην μικρή ιστορία του. Το blog γεννήθηκε παραμονές της έναρξης του Euro της Γαλλίας, Ιούνιο του 2016. Η δημιουργία του δεν βασίστηκε στο να ικανοποιήσει κάποια ανάγκη, αλλά προέκυψε από ένα παράξενο δικό μου καπρίτσιο: συνηθίζω να ασχολούμαι με κάτι καινούργιο πάντα όταν αρχίζει μια μεγάλη ποδοσφαιρική διοργάνωση. Έτσι τότε σκέφτηκα ότι με την ευκαιρία του Euro όφειλα να δοκιμάσω κάτι που δεν είχα κάνει ποτέ, δηλαδή μια ιστοσελίδα που να φιλοξενεί κείμενα μόνο δικά μου καθημερινά. Το σημερινό κειμενάκι είναι όπως σας είπα το τέταρτο που γράφεται για γενέθλια. Συμπίπτει, μου το επισήμανε ένα φίλος, με κάτι που μαρτυρά πόσο το blog μεγάλωσε: οι ακόλουθοι της σελίδας του karpetshow στο Facebook ξεπέρασαν τους 22 χιλιάδες – σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε αυτούς που το ακολουθούν όχι μέσω κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και φίλους που το βρίσκουν στο twitter, στις προσωπικές μου σελίδες κτλ. Είμαστε πολλοί και είμαστε παντού, που έλεγε και μια παλιά διαφήμιση.

 

Το blog είναι μικρό, αφού δεν είναι ούτε πέντε χρονών κι αν ήταν παιδάκι δεν θα είχε πάει ούτε στο νηπιαγωγείο και συγχρόνως είναι και μεγάλο, αφού χάρη σε αυτό δημοσίευσα πάνω από 1200 κείμενα, γεγονός που υποθέτω πως με κάνει ένα από τους πιο πολυγραφότατους Ελληνες του καιρού μας – δεν το λέω αυτάρεσκα, απλά υπογραμμίζω πως φροντίζω να μην σας λείψω. Από τον Ιούνιο του 2016 μόνο μια μέρα δεν έγινε μια ανάρτηση εδώ: όταν τον Δεκέμβριο του 2017 βγήκα από το νοσοκομείο και ήμουν κομμάτι κουρασμένος για να γράψω οτιδήποτε ενδιαφέρον. Ολες τις άλλες μέρες κάτι σας έγραψα. Αν ήμουν στη θέση σας θα ένοιωθα μάλιστα ότι σας έχω πρήξει. Οποιος το πιστεύει, ας με συγχωρέσει. Κι ας βρει κάτι πιο ενδιαφέρον – τον κατανοώ.

Αν μου συμβεί και μένα…

Ομολογώ ότι μολονότι η καθημερινή επικοινωνία μας έχει στεριώσει αναζητώ ακόμα τη συνταγή: τη συνταγή που θα βοηθήσει εμένα να βρίσκω θέματα που να μου επιτρέπουν να γράφω ένα χιλιάρι λέξεις χωρίς να σας κουράζω και την συνταγή που θα κρατά ζωντανό και το δικό σας ενδιαφέρον – δεν θα σας αφήσει δηλαδή να με βαρεθείτε. Στο πρώτο κείμενο είχα φανταστεί το blog σαν ένα βαρκάκι που περιτριγυρίζει τους ωκεανούς του διαδικτύου, όπως ο γέρο Ρέντφορντ σε εκείνη την παλιά ταινία που αναρωτιέται που πήγαν όλοι. Βέβαια στο ελληνικό διαδίκτυο δεν υπάρχει αυτή η ερώτηση γιατί βρίσκεις ό,τι θες: αν ένα πρόβλημα υπάρχει αυτό δεν είναι η έλλειψη των κειμένων ή των απόψεων, αλλά η προβλέψιμότητα τους που καθιστά τα πάντα κομμάτι βαρετά – πρώτα από όλα στο επίπεδο της θεματολογίας. Αν μου συμβεί κι εμένα ν αρχίσω να βαριέμαι όσα γράφω, θα τα παρατήσω: κάπου θα βρω ένα λιμάνι ν’ αράξω και να κάνω κάτι άλλο – όρκους ισόβιας συνύπαρξης αποφεύγω να δώσω.

Ενοιωθα σαν UFO

Στους μήνες της καραντίνας αυτός ο φόβος ότι όλα θα τα σκοτώσει η πλήξη και η ρουτίνα μεγάλωσε. Εγώ στην καλύτερη των περιπτώσεων είμαι ένας παρατηρητής, που μπορεί να δώσει τη διάσταση μιας ιστορίας από τη μεριά του ή να καταθέσει τη δική του εξήγηση – δεν διεκδίκησα ποτέ τίποτα περισσότερο και δεν κινούμε με κανενός τύπου ιερό φανατισμό για τις απόψεις μου. Όλα μπορεί να αλλάζουν, να μεταβάλλονται, να διαφέρουν από καιρό σε καιρό: το ενδιαφέρον είναι να μπορείς να παρατηρείς τις μεταλλάξεις, γιατί μόνο σε αυτή την περίπτωση έχει νόημα ο σχολιασμός της καθημερινότητας. Αν όλα έπρεπε να ερμηνεύονται με βάση δόγματα (που σχεδόν πάντα γίνονται ιδεοληπτικά) θα πρεπε να γράφω ένα κείμενο κάθε χρόνο – μη πω και κάθε πέντε χρόνια. Θα ήταν γεμάτο αποδείξεις  που μαρτυρούν πόσο τα πράγματα αλλάζουν, θα με βρίζανε λιγότερο όσοι το διάβαζαν, αλλά δεν είχα σκοπό ποτέ μου να γίνω ο Παπαρηγόπουλος ή ο Βερέμης του ελληνικού ποδοσφαίρου ή όποιου άλλου χώρου παρακολουθώ. Αν δεν το έχετε ακόμα καταλάβει η μόνη αληθινή χαρά ενός τύπου που γράφει κάτι καθημερινά είναι η ίδια του η έκθεση: μπορεί με ό,τι γράφει σήμερα σε δέκα μέρες να γελάει ο κόσμο ή να κλαίει.

 

Υπο αυτό το πρίσμα ομολογώ ότι στην καραντίνα τα χρειάστηκα πραγματικά γιατί ένοιωθα σαν UFO. Όχι απλά εκτός θέματος, αλλά σαν απρόσκλητος επισκέπτης σε μια πραγματικότητα που δεν καταλάβαινα πια. Τι νόημα μπορεί να έχει ένα τέτοιο blog όταν όλοι αγωνιούν για το πότε θα ξαναβγούν από τα σπίτια τους, πότε θα επιτρέψουν στις δουλειές τους, πότε θα ξαναδούν τα παιδιά και εγγόνια τους; Και τι να γράψεις και τι να πεις όταν ο κόσμος για αυτό που είναι το βασικό αντικείμενο της παρατήρησής σου αδιαφορεί; Ομολογώ πως μόνο τότε, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο δηλαδή, μου μπήκε ο πειρασμός να ψάχνω να δω αν υπάρχει ακόμα κοινό και πόσο είναι αυτό. Δεν ήταν ζήτημα υπαρξιακής αγωνίας, αλλά ήταν απορία που έχει να κάνει με τις αντοχές μας. Ίσως αυτό το δίμηνο να έγραψα τα χειρότερα κείμενα στη ζωή μου (πράγμα που νοιώθω), ίσως να είμαι ως συνήθως υπερβολικός, αλλά όταν τα νούμερα δείξανε ότι αντέξαμε ομολογώ ότι ένοιωσα μια ικανοποίηση σπάνια – ίσως και επαγγελματικά πρωτόγνωρη. Σας χρωστάω, μέρα που είναι, ένα καθυστερημένο ευχαριστώ.

Οι πιστοί ξενύχτηδες

Μετά η θύελλα κόπασε κομμάτι και σιγά σιγά επιστρέψαμε. Το καραβάκι ξέρω να το κουμαντάρω – ειδικά τώρα που κατάλαβα και τις αντοχές του. Κάποτε θα απορούσα για το γεγονός ότι πάνω από 16 χιλιάδες άνθρωποι διάβασαν χθες ένα κομμάτι για τη φωνή της Αλεξίου γραμμένο από μένα – τώρα ξέρω πως όσο υπάρχουν άνθρωποι που λίγο ψάχνουν πάντα κάποιοι θα διαβάζουν και τα δικά μου απρόβλεπτα. Θα ήθελα μέρα που είναι να σας υποσχεθώ πως μέσα στη νέα χρονιά θα δοκιμάσω κι άλλα πράγματα εδώ, αλλά δεν το κάνω γιατί δεν θέλω να φανεί ότι δεν κρατάω τις υποσχέσεις μου. Άλλωστε εδώ ποτέ δεν σας έδωσα καμία, πέρα από τη δέσμευση πως θα τα λένε συχνά.

Τελευταία ησυχάσατε και κομμάτι, σταματήσατε να μαλώνετε και στα σχόλια, δεν μου κάνετε πλέον υποδείξεις όπως παλιότερα – καταλάβατε ότι έτσι κι αλλιώς εγώ πάντα και παντού έγραφα ό,τι θέλω κι ό,τι πιστεύω. Μου αρέσει όταν μου δίνετε ιδέες για προβληματισμούς. Τα βάζω όλα στην άκρη και σε πρώτη ευκαιρία γράφω και κάτι κατά παραγγελία, όπως οι τραγουδιστές έλεγαν τα χαράματα ό,τι τους ζητούσαν οι πιστοί ξενύχτηδες. Τώρα στο τέλος του κειμένου βρήκα και τη μαγική λέξη που από την αρχή αυτού του αμήχανου πονήματος έψαχνα: το ξενύχτι.

Πριν τα γενέθλια του blog αισθάνομαι ότι περάσαμε ένα μεγάλο κακό ξενύχτι, σαν να ράγισε το φως του ήλιου, που λέει κι ένα παλιό τραγούδι. Ο καθένας με τον τρόπο του προσπάθησε να κρατήσει ένα μικρό κεράκι: το δικό μου ήταν αυτό το blog που σήμερα έχει γενέθλια. Δεν θα τα εκατοστίσει, αλλά θα ζήσει ωραία μαζί σας κι αυτό είναι που μετράει…