Amici miei...

Amici miei...

Από την αρχή αυτής της  ιστορίας με ρωτάνε όλοι πως την πάτησαν έτσι οι Ιταλοί, λες και ζω ακόμα στη Ρώμη – το πράγμα λιγάκι με συγκινεί. «Ελα πες, εσύ τους ξέρεις» μου λένε φίλοι και γνωστοί. Ακουσα και διάβασα διάφορες εκδοχές – προφανώς και δεν μπορώ να είμαι σίγουρος για τίποτα. Αλλά έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν υπάρχει μια εξήγηση για το δράμα των γειτόνων, αυτή δεν έχει να κάνει με τα μέτρα (που σίγουρα άργησαν να πάρουν) και τις ιατρικές δομές (που σίγουρα τους λείπουν): έχει να κάνει με την ζωή τους και κυρίως το χαρακτήρα τους.

 Ολη μέρα στο δρόμο

Πρώτα από όλα στην προκειμένη περίπτωση μέτρησαν καθοριστικά οι αγαπημένες τους συμπεριφορές: οι άνθρωποι εκπαιδεύονται μεγαλώνοντας για να ζουν όλη μέρα στο δρόμο. Ο μέσος Ιταλός θέλει να φεύγει από το σπίτι το πρωί και να γυρνά το απόγευμα για να μείνει λίγο σπίτι και να ξαναβγεί. Θέλει το πρωί να πιεί τον καφέ του όρθιος σε ένα καφέ μπαρ, τρώγοντας το κρουασάν του και διαβάζοντας εφημερίδα. Εχει το αγαπημένο του καφέ, βρίσκει κάθε μέρα τους ίδιους ανθρώπους, θα μοιραστεί μαζί τους την περίληψη της προηγούμενης μέρας και την αντζέντα αυτής που ακολουθεί. Θα πάει στη δουλειά του, αλλά όποια κι αν είναι αυτή, θα βρει τρόπο να φύγει τουλάχιστον δυο φορές – θα το κάνει με αφορμές ασήμαντες και θα περάσει πάλι από ένα καφέ: ο μέσος Ιταλός πίνει στα γρήγορα τρεις με πέντε καφέδες τη μέρα, όλους με διαφορετικούς συνομιλητές. Υπάρχουν οι amici του πρωϊνού καφέ, οι amici της δουλειάς, οι amici του φαγητού, οι amici miei. To μεσημέρι ή θα πάει για φαγητό με τα παιδιά του γραφείου (κάτι πρόχειρο…) ή θα πάει να αθληθεί – να παίξει 5Χ5 π.χ πάλι με μια παρέα με την οποία παίζει χρόνια για να περάσει η ώρα και να γυρίσει το απόγευμα στο μαγαζί ή στο γραφείο από το οποίο πάλι θα ψάξει τρόπο να δραπετεύσει.

Ακόμα κι αν ο μέσος Ιταλός δεν κάνει μια δουλειά στην οποία έρχεται σε επαφή με κόσμο (δεν είναι π.χ μαγαζάτορας) πιστεύω πως έρχεται σε επαφή με πάνω από πενήντα – εξήντα ανθρώπους καθημερινά. Ο αριθμός φυσικά τετραπλασιάζεται αν έχει οικογενειακή επιχείρηση. Ολο αυτό το γαϊτανάκι συνεχίζεται φυσικά και το βράδυ: τα σπίτια είναι ανοιχτά για φίλους που θα περάσουν να παίξουμε χαρτιά, να δούμε όλοι μαζί ένα ματς στην τηλεόραση, να φάμε και να δώσουμε ραντεβού σε μια πιτσαρία ή μια τρατορία το Σαββατοκύριακο – το πέρασμα είναι σχεδόν υποχρεωτικό.

 Αγκαλιές και φιλιά

Ολη αυτή κοινωνικότητα θα ήταν στην συγκεκριμένη περίπτωση μικρότερο πρόβλημα αν δεν συνδυαζόταν με συμπεριφορές αβροφροσύνης που οι Ιταλοί κουβαλάνε στο αίμα τους: πρώτα από όλα από αγκαλιές και φιλιά. Η πρώτη εικόνα του Ιταλού μαγαζάτορα που έχω στο μυαλό μου είναι αυτή ενός ανθρώπου που με υποδέχεται με ανοιχτά τα χέρια για να με αγκαλιάσει: ο μαγαζάτορας του Μιλάνου αγκαλιάζει και πάρα πολλούς περαστικούς από την πόλη εκτός από τους αγαπημένους του πελάτες. Αλλά το πιο μεγάλο πρόβλημα είναι η ίδια η ροή της μέρας. Κάθε ωραία μέρα ξεκινά με μια σειρά από χειραψίες στον πρωϊνό καφέ και συνεχίζεται με φιλιά σε όλους. Η επιστροφή στο σπίτι είναι πάντα μια ευκαιρία για φιλιά στη μαμά, στη γιαγιά, στην αδερφούλα, στην θεία που έχει περάσει από εκεί, στη γειτόνισσα που κάτι μαγείρεψε, στην κόρη που περιμένει τον μπαμπά και που μετά από τη χαρά της που ο μπαμπάς γύρισε σπίτι θα τους φιλήσει κι αυτή όλους, αφού ο μπαμπάς θα της το ζητήσει.

Για τον Ιταλό η φιλία είναι συνώνυμο της διαχυτικότητας: δεν υπάρχει λόγος να είσαι φίλος με κάποιο αν δεν τον αγκαλιάζεις για ψύλλου πήδημα και δεν υπάρχει συνάντηση που να μην ολοκληρώνεται με φιλιά πριν το arivederci. Ειδικά η μαμά και η γιαγιά νομίζεις ότι υπάρχουν στη ζωή μόνο για να τις φιλάς και να τις αγκαλιάζεις: είναι ωραίο να το παρατηρείς. Αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι και ο ευκολότερος τρόπος μετάδοσης του καταραμένου ιού.

Οι δυο κόσμοι

Κι έπειτα υπάρχει και κάτι άλλο: η ολοένα και μεγαλύτερη απομάκρυνση του κόσμου των μικρών από τον κόσμο των μεγάλων. Παντού συμβαίνει αυτό, αλλά στην Ιταλία το πράγμα είναι κομμάτι πιο έντονο γιατί ο πιτσιρικάς θέλει πάντα να διαφοροποιείται από την άγια οικογένειά του. Ο πιτσιρικάς πίνει μπύρες σε ένα παγκάκι και μοιράζεται το ίδιο μπουκάλι με την παρέα του. Με την ίδια παρέα θα κάνει τοις βόλτες και τα τσιγαριλίκια του, θα κάνει κόντρες με το μηχανάκι, θα γυρνοβολάει με ένα αυτοκίνητο ψάχνοντας τουρίστριες, θα τρέχει στο γήπεδο. Δεν υπάρχει πιτσιρικάς που να είναι μόνος – αν αυτό συμβαίνει το παιδί έχει μεγάλο πρόβλημα. Και δεν υπάρχει παρέα με τρία – τέσσερα άτομα: πρέπει να είναι τουλάχιστον έξι - επτά οι κολλητοί για να περνάνε ωραία. Οι πιτσιρικάδες ζουν σε αγέλες. Ο δικός τους ο κόσμος δεν πρέπει να έχει καμία σχέση με τον κόσμο των μεγάλων. Σε αυτόν θα μπουν κάποια μέρα, όταν βρουν δουλειά κι όταν ανακαλύψουν πόσο ωραία είναι να αρχίζεις τη μέρα με ένα εσπρέσο και ένα καπουτσίνο μιλώντας για την κρίση ή για την Γιουβέντους: μέχρι η μέρα αυτή να ρθει για αυτόν τον κόσμο δεν δίνεις δεκάρα.

Όταν ξεκίνησε το πρόβλημα πιστεύω πως η πιτσιρικαρία δεν κατάλαβε τίποτα από το πόσο επικίνδυνα μπορεί να γίνουν τα πράγματα: έβλεπε ότι οι μπαμπάδες και οι μαμάδες δεν άλλαξαν συνήθειες και συνέχισε τα δικά της χωρίς καν να νοιάζεται για κάτι που προκαλεί προβλήματα στους γέρους. Όταν οι μεγαλύτεροι μαζεύτηκαν, οι μικροί μάλλον διασκέδασαν με τον φόβο τους. Κι όταν κατάλαβαν πως ο φόβος αυτός δεν είχε να κάνει με τις συνηθισμένες υπερβολές που αγαπάει η οικογένεια τους, το κακό είχε γίνει. Οι μικρές αγέλες των ραγκάτσι έκαναν τη διασπορά. Και τα φιλιά των μπαμπάδων και των μαμάδων στις γιαγιάδες έκαναν τα υπόλοιπα.

 Μεσογειακό ταπεραμέντο

Το λέμε συχνά «μεσογειακό ταπεραμέντο». Η έκφραση χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα είδος εξωστρέφειας: την ίδια την αγάπη για την διαχυτικότητα, το φλερτ, την θέληση για γνωριμίες, την όρεξη για αγκαλιές. Για όλα αυτά δηλαδή που τον καιρό του κορονοϊού απαγορεύονται…