Χάσαμε όμως το γιατρό μας…

Χάσαμε όμως το γιατρό μας…

Μεταξύ του πρώτου, περσινού και  επιτυχημένου lockdown και του εφετινού δεύτερου εμφανίστηκαν στις τηλεοράσεις μας οι γιατροί – δεν λέω οι λοιμοξιολόγοι γιατί πολλοί από αυτούς που έχουν γίνει τηλεαστέρες δεν είναι τέτοιοι. Αθελά τους οι περισσότεροι από αυτούς τους λαμπρούς επιστήμονες που καθημερινά παρελαύνουν από την οθόνη της τηλεόρασης έγιναν ο λόγος που τα μέτρα σταμάτησαν να τηρούνται. Επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω το γιατί.

Δεν ξέρω αν σας έχει τύχει ποτέ να διαγνωσθείτε με κάποια σοβαρή ασθένεια. Εύχομαι να μην σας τύχει – εμένα μου έτυχε. Το 2017, πριν μερικά χρόνια δηλαδή, μια σειρά από απλές αιματολογικές εξετάσεις, από αυτές που κάνουμε γιατί μεγαλώνουμε κι απορούμε για τα προβλήματα που μπορεί να αποκτήσουμε εξαιτίας της έλλειψης υγιεινής ζωής, έφεραν στην επιφάνεια ένα επικίνδυνο πρόβλημα με το οποίο θα πρεπε να αναμετρηθώ. Δεν έχει σημασία το είδος του προβλήματος – αυτό για το οποίο θέλω να μιλήσω είναι για την αντίδρασή μου: το κάνω με την άνεση που μου δίνει ο χρόνος που πέρασε.

Η πρώτη μου αντίδραση στη διάγνωση του γιατρού μου ήταν η άρνηση: «αποκλείεται να μου συμβαίνει» σκέφτηκα. Τον παράτησα το γιατρό μου κι άρχισα να αναζητώ άλλους γιατρούς, όχι για να συζητήσω μαζί τους τον τρόπο αντιμετώπισης, αλλά για να ακούσω κάποιον να μου λέει ότι «η διάγνωση είναι λάθος», ότι μου τα είπαν όλα «πολύ τραγικά», ότι «δεν υπάρχει εν τέλει κανένας λόγος ανησυχίας». Είδα πολλούς, αλλά για κακή μου τύχη όλοι συμφωνούσαν με την διάγνωση του γιατρού μου. Κάποιοι ήταν πιο αισιόδοξοι, κάποιοι πιο απαισιόδοξοι, κάποιοι μου πρότειναν να βιαστώ και κάποιοι ήθελαν να με ενημερώσουν για το είδος της δυσκολίας. Τους άκουσα όλους προσεχτικά και στο τέλος γύρισα στο γιατρό μου, αυτόν που είχε κάνει την πρώτη διάγνωση. Εκτοτε ακούω μόνο αυτόν. Και είμαι καλά διότι δεν κάνω του κεφαλιού μου, αλλά μόνο ό,τι μου πει. Θα είχα πρόβλημα (και σοβαρό…), αν συνέχιζα να ψάχνω γιατρούς ελπίζοντας πως κάποιος από όλους θα μου πει ό,τι θα ήθελα ν’ ακούσω.

Και στην περίπτωση του κορωνοϊού έγινε κάτι ανάλογο: πρώτα από όλα υπήρξε μια παγκόσμια διάγνωση ότι ο ιός υπάρχει και προκαλεί θανάτους. Όταν είχα ασθενήσει, αναρωτιόμουν τι θα συνέβαινε, αν αντί να ψάχνω εγώ όλους τους γιατρούς, έψαχναν αυτοί εμένα. Φυσικά θα έπρεπε να τους ακούω. Και μετά ν ακούω κι άλλους. Και μετά κι άλλους. Και το πλήθος των συζητήσεων, σε συνδυασμό με το ότι θα με έψαχναν αυτοί κι όχι εγώ, το πιθανότερο είναι ότι θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα πως δεν έχω εγώ πρόβλημα, αλλά οι γιατροί. Αλώστε εγώ μια χαρά ένιωθα!

Κάτι τέτοιο ζήσαμε και στην περίοδο των lockdown. Στο πρώτο lockdown έπρεπε να συνειδητοποιήσουμε το πρόβλημα. Μεγάλο ρόλο στο να το καταφέρουμε αυτό έπαιξε το γεγονός ότι βλέπαμε κυρίως ένα γιατρό: τον σπουδαίο κ. Σωτήρη Τσιόδρα. Αυτόν ακούγαμε κάθε απόγευμα, αυτόν θαυμάζαμε, αυτόν θεωρούσαμε μπροστάρη στη μάχη με τον αόρατο εχθρό. Αλλά όλα όσα έλεγε δεν άρεσαν σε όλους. Ετσι κάποιοι άρχισαν να ψάχνουν άλλους γιατρούς που να τα έλεγαν κομμάτι διαφορετικά: αυτή είναι η αντανακλαστική αντίδραση όποιου δεν θέλει να δεχτεί την ατυχία του.

Η ανάγκη να βρεθούν γιατροί να μιλάνε οδήγησε τα τηλεοπτικά κανάλια στο να ψάχνουν ολοένα και περισσότερους: τα κανάλια καταλάβαιναν την αγωνία πολλών να ακούσουν γιατρούς που μπορούσαν να πουν διαφορετικά πράγματα από αυτά που μας έλεγε ο καλός Τσιόδρας. Να σημειώσω ότι δεν υπάρχουν μόνο αυτοί που ήθελαν να ακούν κάποιους να τους καθησυχάζουν, αλλά υπάρχουν κι εκείνοι που ήθελαν να ακούν προβλέψεις για μεγαλύτερους κινδύνους, ίσως και πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις: οι αντιδράσεις των ανθρώπων μπροστά στην ασθένεια είναι πραγματικά απρόβλεπτες.

https://www.skai.gr/sites/default/files/styles/large/public/2020-11/mitsotakis-ygeionomikes-perifereies-papamitsos.jpg?itok=lU0jRWW0

Κάπως έτσι προέκυψε αυτό που ζούμε όλο αυτό τον καιρό. Δεκάδες γιατροί απευθύνονται καθημερινά σε όλους μας μιλώντας για τους φόβους τους, εξηγώντας μας γιατί τα πράγματα θα πάνε καλύτερα ή γιατί θα πάνε χειρότερα. Φυσικά τόσοι πολλοί γιατροί δεν μπορεί να συμφωνούν σε όλα και το χειρότερο σε αυτή την ιστορία είναι ότι ενώ είμαστε όλοι εν δυνάμει πιθανοί ασθενείς δεν έχει ο καθένας τον γιατρό του! Είναι σαν όλοι αυτοί οι γιατροί που βγαίνουν στις τηλεοράσεις να είναι όλοι συγχρόνως ο γιατρός μας κι αυτό ούτε είναι λογικό, ούτε λειτουργεί.

Ακόμα κι αν μια πάθηση είναι τόσο σοβαρή, ώστε πολλοί σοφοί γιατροί να ανταλλάξουν για αυτήν απόψεις, τον ασθενή ένας τον φροντίζει. Αυτός ο ένας αποφασίζει, αυτός ο ένας δημιουργεί τα πρωτόκολλα, αυτός ο ένας φέρει την ευθύνη για την θεραπεία, αυτός ο ένας είναι για τον ασθενή ο φύλακας άγγελός του. Αν υπάρχουν πολλοί, λείπει αυτός ο ένας. Κι όταν αυτός δεν υπάρχει, ο καθένας από μας δεν σκέφτεται πως θα τηρήσει μέτρα που θα τηρούσε αν ήταν ασθενής, αλλά λειτουργεί ως τηλεθεατής. Οι τηλεθεατές δεν τηρούν μέτρα. Απλά κάνουν ζάπινγκ.

Η πασαρέλα των γιατρών από τις τηλεοράσεις έγινε με τις καλύτερες των προθέσεων – δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία. Μερικοί από τους τηλεαστέρες γιατρούς είναι χαρισματικοί κι αν ποτέ η πανδημία τελειώσει ομολογώ ότι θα μου λείψουν. Η ταυτόχρονη, όμως, παρουσία τους δημιούργησε μια παράξενη πραγματικότητα: καθόμαστε και τους ακούμε πιστεύοντας πως όσα λένε αφορούν άλλους. Δεν μας ενδιαφέρει πια τι πρέπει να κάνουμε για να προστατεύσουμε τον εαυτό μας (και όσους αγαπάμε) από τον κίνδυνο, αλλά στην καλύτερη των περιπτώσεων μας ενδιαφέρει τι είπε ο Σύψας, ο Γώγος, η Λινού, ο ερευνητής των λημμάτων, ο πρόεδρος των γιατρών που είναι πλαστικός χειρουργός κτλ για να έχουμε κάτι να συζητάμε. Όπως συζητάμε για το Survivor, το πρωτάθλημα, τον Κουφοντίνα, το Λιγνάδη  κτλ.

Στο πρώτο lockdown νιώσαμε για λίγο έστω στρατιώτες σε μια μεγάλη μάχη. Ακούγαμε τον Τσιόδρα και θέλαμε να συνταχθούμε πίσω του. Στο δεύτερο lockdown χάσαμε τη μπάλα! Αρχίσαμε να παρακολουθούμε αυτό το ασταμάτητο μπλα μπλα με την ίδια περίπου προσοχή που παρακολουθούμε τους μετεωρολόγους, τους σεισμολόγους, τους οικονομολόγους, τους λογιών λογιών καταστροφολόγους κτλ. Οι γιατροί έγιναν οι άνθρωποι της τηλεόρασης, όπως οι παρουσιαστές, οι ηθοποιοί, οι πολιτικοί που τσακώνονται στα «παράθυρα» κτλ. Ακόμα κι αν θυμόμαστε ότι ο καθένας τους είναι ένας λαμπρός επιστήμονας, κανείς τους δεν είναι ο γιατρός μας. Κι αν δεν μιλάει ο γιατρός μας, όποιος κι αν είναι ο γιατρός που μιλάει, νιώθουμε ότι μιλάει για κάποιο άλλο… 

(Βημαγκαζινο Μάρτιος του 2021)