Το πρόβλημα είναι ο Μπρους Γουέιν...

Το πρόβλημα είναι ο Μπρους Γουέιν...


Το The Βatman του Ματ Ριβς, που βγήκε στις αίθουσες, ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που κυκλοφόρησαν μετά την πανδημία για να σώσουν τα σινεμά: η ανάγκη να ξανατρέξει ο κόσμος στις αίθουσες επιβάλει δοκιμασμένες συνταγές. Δεν είναι καιρός για πειράματα – το Χόλυγουντ θέλει να πάει στα σίγουρα. Αλλά προσφέρει σιγουριά επιτυχίας κάτι που μοιάζει ξαναζεσταμένο φαγητό; Ενας καλός σεφ θα έλεγε πως αυτό ειδικά απαιτεί πολύ τέχνη.

Ενας νυχτερινός τύπος

Οι σκηνοθέτες αγαπάνε τον Μπάτμαν πιο πολύ από τους σεναριογράφους του. Ο Μπάτμαν είναι ήρωας νυχτερινός, κινείται στα σκοτάδια και στις σκιές - «εγώ είμαι οι σκιές» λέει ετούτος εδώ. Ως εκ τούτου κάθε Μπάτμαν προσφέρεται για παιγνίδια με το φωτισμό και το φακό, για ερμηνείες ιδιαίτερες και για σκηνές πυκνής δράσης – για σινεμά δηλαδή. Αντίθετα με τον Σούπερμαν, τον «ομοσταυλό» του στη DC, που όλα του τα κατορθώματα πρέπει ο κόσμος να τα βλέπει και για αυτό γίνονται στο φως της μέρας, ο Μπάτμαν είναι νυχτερινός τύπος: στην ταινία του Ριβς είναι ζήτημα κάτι, (οτιδήποτε…), να διαδραματίζεται το πρωί. Όχι φυσικά τυχαία. Ο Ριβς όταν ανέλαβε την δουλειά από τον Μπεν Αφλεκ, που προοριζόταν για πρωταγωνιστής και θα γινόταν και παραγωγός της ταινίας, είχε υποσχεθεί ένα Μπάτμαν που να θυμίζει τον ήρωα που εμφανίστηκε στα κόμικς της δεκαετίας του ’40, μολονότι θα κινούταν στο σήμερα: αυτή η εκδοχή του έπρεπε να παντρεύει το φανταστικό με το φιλμ νουάρ, τον ήρωα της πόλης με τον μασκοφόρο που παίζει κρυφτούλι, τον μοναχικό με τον κυνηγημένο, τον σκληρό με τον ψυχικά σακατεμένο, τον πάμπλουτο με τον ορφανό.

https://www.denofgeek.com/wp-content/uploads/2022/02/the-batman-matt-reeves.jpg?fit=3840,2151

Όλα αυτά είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνουν ειδικά όταν δεν υπάρχει σχεδόν κανένα στοιχείο έκπληξης σε κάτι βασικό: στο σενάριο. Η φόρμα (μια φωνή off που αφηγείται τα πάντα, μια μοιραία (;) γυναίκα, η μαφία, μια συλλογή κακών κτλ) όσο κι αν παραπέμπει στο νουάρ, δεν αρκεί. Χρειάζεται και ψυχή εκτός από μέσα. Και φυσικά αφηγηματική φαντασία.

 Τα χει πει ο Τζόκερ

Ο Μπάτμαν, ως αμερικάνικη οικογενειακή ιστορία, ασκεί μια τεράστια γοητεία στους σκηνοθέτες που ασχολήθηκαν μαζί του. Οι βερσιόν που μας έχουν δώσει είναι εξαιρετικά διαφορετικές, ενώ ο καμβάς είναι ο ίδιος. Μολονότι η ιστορία ενός πολυεκατομμυριούχου τιμωρού, που έχει μείνει ορφανός από μικρός, ανοίγει δεκάδες αφηγηματικούς δρόμους οι σκηνοθέτες που ασχολούνται με τον Μπάτμαν μαγεύονται σταθερά από δυο και μόνο στοιχεία του: την ιστορία της οικογένειας του (και τη σχέση του με τον αινιγματικό του πατέρα) και την ανάγκη των τριγύρω του (κυρίως των κακών) να ανακαλύψουν την αληθινή του ταυτότητα. Το πρώτο το καταλαβαίνεις γιατί όλοι σχεδόν θέλουν να αφηγηθούν την ιστορία του από την αρχή. Στο δεύτερο, στο θέμα δηλαδή της αποκάλυψης της ταυτότητας του ήρωα, τα κόμικς με τις περιπέτειές του υπήρξαν λιγότερα αγκυλωμένα από τις ταινίες: αυτοί που γνωρίζουν ότι ο Μπάτμαν είναι ο Μπρους Γουέιν είναι πολλοί – τόσοι πολλοί που ο Τζόκερ, όταν έχει τη δυνατότητα να μάθει το μυστικό τουλάχιστον τρεις φορές το αρνείται λέγοντας ότι το ανθρωπάκι που κρύβεται πίσω από τη μάσκα δεν έχει ενδιαφέρον. Θα πρεπε κι ο Ρίβς να είναι της ίδιας λογικής ώστε η ταινία του να είναι κομμάτι καλύτερη.

https://www.gadgetfreak.gr/wp-content/uploads/2021/12/the-batman-catwoman-empire-header.jpg

Τσαλάκωμα χωρίς τσαλάκωμα

Σε όλα τα Μπάτμαν υπάρχει μια ευκολία: η ευκολία της αφήγησης του ρόλου του κακού. Τους αντίπαλους του Μπάτμαν τους έχουν υποδυθεί ηθοποιοί ανώτεροι από αυτούς που έχουν υποδυθεί τον ίδιο τον ήρωα – όχι τυχαία. Σε κάθε ταινία του Μπάτμαν το πρόβλημα είναι πάντα ο Μπρους Γουέιν: παρά τα λεφτά του και την ομορφιά του, τους πύργους και τον μπάτλερ του, δεν μπορεί ποτέ να είναι πιο ελκυστικός και πιο σπουδαίος από τον Μπάτμαν. Στις πιο πολλές ταινίες όταν ο Γουέιν μπαίνει στο πλάνο η ταινία αδυνατίζει: ελάχιστοι ενδιαφέρονται για τα ψυχολογικά του προβλήματα– ειδικά το οικογενειακό του παρελθόν το χουμε μάθει τόσο καλά, που δεν αρκεί για να μας τραβήξει την προσοχή.

Αυτό είναι στην προκειμένη περίπτωση η πιο μεγάλη αδυναμία της ταινίας του Ριβς: είναι φανερό ότι η ταινία έχει γίνει για να είναι (για μια και μοναδική ίσως φορά…) ο Μπάτμαν στο κέντρο της προσοχής και όχι οι αντίπαλοί του, αλλά ο ίδιος ο Μπάτμαν, ως ντετέκτιβ (έστω και ο καλύτερος) ή ως πληγωμένος πολυεκατομμυριούχος, χωρίς το τσίρκο των αντιπάλων του (και τις ιστορίες τους) δεν είναι τόσο συναρπαστικός. Είναι έξυπνος, πλούσιος, γυναικάς με τον τρόπο του, ευαίσθητος παραδόξως, μεθοδικός και σίγουρα σούπερ ήρωας που σε καιρούς που τα παιδιά σαγηνεύονται από τον Τζόκερ τον έχουμε ανάγκη. Αλλά αν δεν μας αφηγηθεί άλλες ιστορίες του είναι κομμάτι δύσκολο να μας ξετρελάνει. Πόσο μάλλον όταν τον υποδύεται ο Ρόμπερτ Πάτινσον θυμίζοντας τον κάποτε βαμπιρικό του χαρακτήρα: το όποιο τσαλάκωμα του Μπρους Γουέιν εν προκειμένω δεν τσαλακώνει καθόλου τον Μπάτμαν.

Αυτό κάνει την τρίωρη ταινία του Ριβς ένα είδος άλυτου γρίφου – ο Μπατμαν λύνει τους γρίφους του Γρίφου (που είναι ο αντίπαλός του) κι εσύ αναρωτιέσαι αν υπάρχει τίποτα καινούργιο. Δεν υπάρχει: ακόμα και το γέλιο του Τζόκερ στο φινάλε, που προαναγγέλλει το σίκουελ είναι το γνωστό.      

https://images.indianexpress.com/2021/08/Robert-Pattinson-batman-1200.jpg

Η σύγκριση με τα παλιότερα

Τι απομένει; Απλά η σύγκριση με τα παλιότερα – κάτι μάλλον λίγο δηλαδή. Στα χέρια του Τιμ Μπάρτον, ο Μπάτμαν ήταν κάπως κυκλοθυμικός, σαφώς μπαρόκ όπως και όσο η αρχιτεκτονική του Γκόθαμ: στον Μπάρτον η ιδέα της δημιουργίας μιας δικής του πόλης άρεσε πιο πολύ απο τον αμήχανα ερωτύλο Μπρους Γουέν. Ο μακαρίτης Τζόελ Σουμάχερ αγκαλιάζοντας το πνεύμα των 90’ς μας είχε δώσει ένα Μπάτμαν φιγουρατζή και ατακαδόρο - ίσως τον χειρότερο. Ο σινεφίλ Ζακ Σνάιντερ τον φαντάστηκε κάπως σαν εκπαιδευτή στο στρατό, με παρελθόν μάχιμου: το πρόβλημα ήταν ότι αυτό ειδικά δεν μπορούσε να ταιριάσει με την εικόνα του Μπεν Αφλεκ. Ο Κρίστοφερ Νόλαν εξακολουθεί να είναι αυτός που μας έδωσε τον καλύτερο: ο δικός του Μπάτμαν, αυτός της μάλλον αξεπέραστης τριλογίας, είχε το είδος της ευγενικής συμπεριφοράς που είναι απαραίτητο σε ένα τέτοιο ήρωα, ήταν λίγο περισσότερο Ευρωπαίος παρά Αμερικάνος (έστω κι αν τον ενσάρκωνε ο Κρίστιαν Μπέιλ που δεν παραπέμπει σε λόρδο) και είχε τόσα υψηλής τεχνολογίας gadget που θα έκανε τον Τζέιμς Μποντ να κοκκινίσει από ντροπή. Τώρα, ο Ρίβς, ο τελευταίος που ανέλαβε να μας τον συστήσει, συμπεριφέρεται κομμάτι σαν να πρέπει να μιλήσει για ένα ήρωα που δεν ξέρουμε: έχει μεταμορφώσει τον Μπάτρμαν σε έναν σκληροτράχηλο ντετέκτιβ που λύνει μυστήρια ακολουθώντας ίχνη που αφήνει ένας κατά συρροή δολοφόνος κι ενώ φλερτάρει με την πιο γλυκιά Catwoman που θα μπορούσε να βρει.

Αν η ταινία τελείωνε με γάμο θα θύμιζε Finos Films: αυτό το γλυτώσαμε – δεκάδες άλλα κλισέ όχι. Το χειρότερο είναι ότι ο τρόπος που η ταινία τελειώνει μας οδηγεί στο να περιμένουμε νέα κλισε: ο Ριβς θέλει να δείξει ότι έχει δει όλες τις ταινίες που προηγήθηκαν κι από όλες θα θελε κάτι. Ας έκανε καλύτερα ότι ο Νόλαν: ας διάβαζε δηλαδή κανένα από τα σπουδαία κόμικς που γράφονται με ήρωα τον Μπάτμαν οκτώ δεκαετίες τώρα..