Σορεντίνο grazie

Σορεντίνο grazie


Η τελευταία ταινία του Ιταλού δημιουργού Πάολο Σορεντίνο δεν θα κάνει στην Ελλάδα τα εισιτήρια που θα πρεπε κι όχι γιατί ο τίτλος με τον οποίο βγήκε («Το μεγαλείο») είναι εντελώς λάθος. Ο ελληνικός τίτλος δεν έχει σχέση με τον ιταλικό (που είναι «Grazia» - σημαίνει και χάρη και χάρισμα) αλλά κανείς δεν διαλέγει μια ταινία με βάση τον τίτλο: αν δεν τα κατάφερε να υποχρεώσει το μεγάλο κοινό να την δει είναι γιατί το θέμα της μοιάζει πολύ ιταλικό. Η ταινία αναφέρεται στο τελευταίο εξάμηνο ενός Ιταλού Προέδρου της Δημοκρατίας – τελευταίο εξάμηνο της θητείας του και όχι της ζωής του. Το θέμα θα ήταν κομμάτι δύσκολο να συγκινήσει τους μικρούς που τρέχουν στα σινεμά για να δουν μια ταινία με τριάντα εκρήξεις ή σαράντα πτώματα, αλλά και τους μεγάλους που δύσκολα θα μπορούσαν να φανταστούν την εικαστική της ομορφιά και κυρίως τον υπέροχο δοκιμιακό της λόγο. Ισως φταίει και ο Σορεντίνο, που με μια σειρά από μέτριες ταινίες («Loro», «Παρθενόπη», «το Χέρι του Θεού» κτλ) έχασε το κοινό που κάποτε έμεινε εντυπωσιασμένος από την οσκαρική του Τέλεια Ομορφιά. Και είναι κρίμα. Γιατί αυτή είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ταινία του.

https://cdn.shortpixel.ai/spai/q_glossy+ret_img+to_auto/www.slantmagazine.com/wp-content/uploads/2025/12/interviews_paolosorrentino.jpg

Οι τρεις υποθέσεις

Είναι δύσκολο να γράψεις για μια τέτοια ταινία χωρίς να αποκαλύψεις κάποια από τα μυστικά της – και για αυτό είχα σκοπό να γράψω πολύ αργότερα όταν θα ολοκλήρωνε την παρουσία της στις αίθουσες. Αν το κάνω τώρα, είναι για να παρακινήσω κάποιους να την δουν: είναι μια υπέροχη εμπειρία και γίνεται και βάση για προβληματισμούς και συζητήσεις που έχουμε λίγο ανάγκη στους καιρούς μας, όταν τίθεται συχνά η ερώτηση για την φύση της εξουσίας, το γιατί αυτή τρελαίνει ή μαγνητίζει και το τι μπορεί ακριβώς να μας δώσει την ελπίδα πως θα βρεθούν άνθρωποι να μας κυβερνήσουν καλύτερα, δικαιότερα και πιο ανθρώπινα.

Ο Σορεντίνο κάνει μια σπάνια ταινία για την πολιτική, που διαδραματίζεται πίσω από την πολιτική: όχι πίσω από ένα πολιτικό, αλλά από την πολιτική γενικότερα. Ο ήρωας του είναι ένας Πρόεδρος Δημοκρατίας που κάνει μια προσωπική ενδοσκόπηση δια μέσου του ίδιου του αξιώματός του – όσο κι αν ακούγεται παράξενο. Εχοντας εξαντλήσει μια απολύτως επιτυχημένη θητεία (που τον κάνει συμπαθή κι αγαπητό σε όλους όπως φαίνεται χωρίς για αυτό να παρέχεται μια ειδική εξήγηση), δεν ασχολείται ούτε καν με την υστεροφημία του, αλλά τρώγεται με τα ρούχα του. Οι ερωτήσεις στον εαυτό του δεν έχουν να κάνουν με το αν ξόδεψε καλά τα χρόνια του, με το αν το πολιτικό του αποτύπωμα υπήρξε σημαντικό, με το πως τον βλέπει ο κόσμος – ούτε καν με το τι αφήνει πίσω του: είναι ερωτήσεις που αφορούν  το παρελθόν του, δηλαδή το γιατί είναι ο άνθρωπος που είναι.

Ο πρόεδρος, που θυμίζει τον Αντόνιο Ματαρέλα ένα από τους τελευταίους ένοικους του Κουιρινάλε, δεν περνά κάποιου τύπου κρίση μέσης ηλικίας, αλλά ψάχνει τον τρόπο να ηρεμήσει από πολλά που κατατρώνε τα μέσα του. Είναι ένας ηθικός άνθρωπος που δεν ξέρει αν και πόσο αυτό εκτιμήθηκε από τους ανθρώπους που αγαπά: πρώτα από όλα από την γυναίκα του, που έχει πεθάνει οκτώ χρόνια πριν, από τον γιό του που είναι μακριά του γιατί έτσι θέλει και από την κόρη του που κρατάει δίπλα του δοκιμάζοντας τις αντοχές της. Φυσικά και από πολλούς άλλους που εμφανίζονται στην ταινία κι έχουν λόγο που για τον ίδιο μετράει, χωρίς πάντως ο λόγος τους να του δίνει και απαντήσεις.

 https://bookpress.gr/images/2026/03-MARTIOS/sorentino-to-megaleio-tony-servilo.jpg

Ψάχνοντας αυτές τις απαντήσεις ο Πρόεδρος ασχολείται με τρεις τελευταίες υποθέσεις: δυο αιτήσεις χάριτος από βαρυποινίτες (μια γυναίκα που έχει σκοτώσει τον άντρα της και ένα άντρα που έχει σκοτώσει την γυναίκα του – και δεν έχει κάνει καν αίτηση αυτός) και την υπογραφή ενός νομοσχεδίου για την ευθανασία, την οποία ως καλός καθολικός αντιμετωπίζει σκοπτικά και κριτικά. Οι τρεις αυτές τελευταίες (;) του πολιτικές αποφάσεις είναι μια ευκαιρία για να αναρωτηθεί για πολλά που τον ταλαιπωρούν: για το δίκαιο που έχει υπηρετήσει (ως δικαστής και καθηγητής ποινικού δικαίου), για την ηθική ως βάση της χριστιανικής του πίστης, για την δημοφιλία (που ως πολιτικός είναι κάτι που τον ενδιαφέρει) και τον τρόπο που αυτή γίνεται χειριστική, για την αγάπη και τα όρια της. Κι όλο αυτό, χτισμένο με τις εικόνες του Σορεντίνο που μπορεί να είναι άλλοτε σουρεαλιστικές και άλλοτε εντυπωσιακά νατουραλιστικές, έρχεται και μετατρέπει την ταινία σε ένα μοναδικό οδοιπορικό όχι ενός ανθρώπου προς την γνώση (ο ήρωας μας απαντά σχεδόν πάντα αμφιβάλλοντας), αλλά ως προς την σοφία, που είναι κάτι άλλο.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας που βλέπουμε γίνεται σοφός υποφέροντας σε ένα μοναχικό δρόμο. Δεν είναι ότι θα ήθελε στη ζωή του κάτι άλλο: έχει αυτό που ήθελε. Αλλά θα ήθελε απλά τον δρόμο αυτό να τον έχει ζήσει κομμάτι διαφορετικά και είναι παράξενο να το πιστεύει αυτό κανείς που φτάνει σε ένα μοναδικό αξίωμα, που το έχει υπηρετήσει άριστα και που έχει ακόμα την ικανότητα να καταπλήσσει – ίσως και τον εαυτό του.

Πάρα πολλές συζητήσεις

Η ταινία προκάλεσε στην Ιταλία πολλές συζητήσεις. Παρόλο που όλοι επισήμαναν ότι ο Σορεντίνο βρήκε την αγάπη του για το κινηματογραφικό κάδρο και ξανάγινε ο εικονολάτρης που ξέραμε (ίσως γιατί επέστρεψε στην Ρώμη που είναι πηγή της έμπνευσης του κι όχι η γενέθλια πόλη του) οι ενστάσεις δεν έλειψαν και ήταν πολλές και ενδιαφέρουσες.

https://variety.com/wp-content/uploads/2025/08/La-Grazia.jpg?w=1000&h=667&crop=1

Ο Σορεντίνο υπαινίσσεται ότι χρειάζεται μια ηθική από σίδερο για να ανταποκριθείς στους πειρασμούς της εξουσίας κι αν κάτι τέτοιο υπάρχει πηγάζει από το εσωτερικό του ανθρώπου – δεν είναι ζήτημα ιδεολογίας ή θρησκευτικής αντίληψης ή έστω αποτέλεσμα παιδείας. Λέει πως το να θες να είσαι δίκαιος απαιτεί να έχεις γνώση αντιλήψεων, που ξεπερνούν τους κανόνες, απέναντι στους οποίους πρέπει να είσαι κριτικός ακόμα κι αν είσαι θεματοφύλακάς τους. Λέει πως μας χρειάζονται ευαίσθητοι άνθρωποι ικανοί να φιλτράρουν με την ευαισθησία τους την ίδια την δύναμη της εξουσίας τους. Λέει πως δεν μπορούμε να λέμε σε όλα ναι, χωρίς να έχουμε την πλήρη γνώση των στοιχείων. Λέει ότι δεν υπάρχουν δίκαια και άδικα αιτήματα αν αυτά αντιμετωπίζονται πάντα στη βάση του τι προβλέπεται: το τι προβλέπεται είναι λιγότερο σημαντικό από το τι πρέπει. Και λέει συγχρόνως ότι για να μπορείς να αντέξεις το βάρος του ρόλου σου, δεν πρέπει να φοβάσαι το βάρος του εαυτού σου: δεν χρειάζεται να φοβάσαι να είσαι εύθραυστος, όσο κι αν αυτό δεν συνάδει με το αξίωμα.

Υπήρξαν ενστάσεις για αυτά από όλες τις πλευρές. Υπήρξαν αυτοί που τόνισαν ότι η ιδεολογία υπάρχει για να καθορίζει αποφάσεις και συμπεριφορές, αυτοί που υπογράμμισαν ότι η ηθική είναι αυτονόητη υποχρέωση, αυτοί που αναρωτήθηκαν αν ένας εύθραυστος άνθρωπος μπορεί να ασχοληθεί με τα κοινά όταν καλά καλά δεν μπορεί να ασχοληθεί με τον εαυτό του. Αλλά ο Σορεντίνο δεν είναι πολιτικός, ούτε ψυχίατρος: έκανε μια ταινία για να μας κάνει απλά να προβληματιστούμε γελώντας και δακρύζοντας – συμβαίνουν όταν την βλέπεις και τα δύο.

Εντυπωσιακοί οι ηθοποιοί και η διεύθυνσή τους. Ο Τόνι Σερβίλο, σε ένα εύκολο για αυτόν ρόλο, καταπλήσσει. Η αποστολή των υπόλοιπων ήταν δυσκολότερη γιατί οι ρόλοι ήταν μικροί. Αλλά συμβαίνει όπως στις μεγάλες ορχήστρες: αν υπάρχει μαέστρος προκύπτει ένα ρεσιτάλ. Και σε αυτό θα συμφωνήσω με τον κακό τίτλο που η διανομή διάλεξε: μιλάμε για μεγαλείο…