Να γελάς κι όταν πονάς

Να γελάς κι όταν πονάς


Σε μια μετριότατη για την ώρα κινηματογραφική σεζόν ο Θεός του σινεμά άκουσε τις προσευχές όλων όσων θέλουν να βρίσκουν γαλήνη, χαρά και απόλαυση σε μια σκοτεινή αίθουσα και μας έστειλε το «Wild Horse Nine» που δεν είναι κάποιο αριστούργημα, αλλά είναι κάτι περισσότερο: μια ωραία ταινία που ανανεώνει την αγάπη σου για τον κινηματογράφο ως Τέχνη στην οποία οι άνθρωποι κι όχι τα εφέ κάνουν την διαφορά. Η ταινία δεν είναι μια εμπειρία ζωής, αλλά βασίζεται σε μια ωραία ιστορία, από αυτές που έχουμε ανάγκη. Μια ιστορία χωρίς ήρωες (αφού όλοι οι άντρες πρωταγωνιστές που εμφανίζονται είναι τομάρια), χωρίς συνηθισμένους ανθρώπους (αφού τίποτα συνηθισμένο δεν κάνουν οι πρωταγωνιστές της) αλλά ικανή να ξυπνήσει το ενδιαφέρον σου παίζοντας και λιγάκι με τις ανοχές σου αφού σε υποχρεώνει – κατά κάποιο τρόπο – να αναρωτηθείς αν η φιλία μπορεί να είναι το μοναδικό καταπραϋντικό που υπάρχει εκεί έξω.           

Αλλά ας τα πάρουμε με την σειρά.

https://filmfestival.cdn.amplifydigital.be/https%3A%2F%2Fwww.filmfestival.be%2Fvolumes%2Ffiona%2Ff73f5b1a-690c-4f77-b351-2ae3cda08c26.jpg%3Fv%3D1789115298%252C0.5924%252C0.4012?auto=compress%2Cformat&crop=focalpoint&fit=crop&fp-x=0.5924&fp-y=0.4012&h=598&q=80&w=1282&s=10e0b39dd343a539c8c4d2bbd5c452e9

Ο σεναριογράφος σκηνοθέτης

Βλέποντας το Wild Horse Nine σκεφτόμουν τον ΜακΝτόνα να το γράφει και να γελάει. Ο ΜακΝτόνα είναι βασικά σεναριογράφος. Στο σινεμά πάντα πίστευα ότι ο σεναριογράφος θέλει να γίνει σκηνοθέτης δηλαδή να είναι ο ίδιος υπεύθυνος για τις εικόνες με βάση τις οποίες θα αποκτήσει υπόσταση η δουλειά του. Ομοίως ο σκηνοθέτης θέλει να είναι ηθοποιός (γιατί ξέρει πως πρέπει οι ηθοποιοί που δεν τον ακούν να παίζουν), ο ηθοποιός θέλει να είναι παραγωγός (γιατί ο παραγωγός πάντα πιστεύουν πως κερδίζει πολλά που δεν του αξίζουν) και ο παραγωγός θα ήθελε να είναι ηθοποιός ή σκηνοθέτης για να πληρώνεται αυτός χωρίς το άγχος αν η ταινία θα φέρει πίσω τα λεφτά της. Ο ΜακΝτόνα έιναι από τους λίγους που κατάφερε να κάνει το όνειρο του σεναριογράφου πραγματικότητα: έγινε σκηνοθέτης. Ισως οι εικόνες του να μην είναι ό,τι πιο πρωτότυπο (το Wild Horse Nine είναι γεμάτο από κοντινά πλάνα των πρωταγωνιστών και τουριστικά καρτ ποστάλ από τα νησιά του Πάσχα), αλλά υπάρχει σε αυτές ένας εσωτερικός ρυθμός που απογειώνει τους διαλόγους. Που είναι υπέροχοι. Και σπάνιοι για τα μέτρα της εποχής μας.      

Μπορεί να φαίνεται απίστευτο βλέποντας κάποιες από τις ταινίες του ΜακΝτόνα (όπως το «Οι τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι»), αλλά ο Μάρτιν ΜακΝτόνα είναι Ιρλανδός γεννημένος μάλιστα στο Λονδίνο: το βλέπω γατί ο τύπος γνωρίζει καλά, αγαπά και μισεί την Αμερική τόσο ώστε το ότι δεν είναι Αμερικάνος μοιάζει απίθανο. Η ιστορία που μας διηγείται είναι πέρα για πέρα αμερικάνικη (ως προς το πλαίσιο) αλλά και πέρα για πέρα παγκόσμια (ως προς το υπόβαθρο της).

Καλύτερα να μην ξέρεις πολλά

Θα προσπαθήσω να σας πω μερικά πράγματα χωρίς κανένα spoiler γιατί η απόλαυση της ταινίας (ακριβώς επειδή βασίζεται στο σενάριο) είναι μεγαλύτερη αν την δεις χωρίς να ξέρεις πολλά. Πρωταγωνιστής στην ταινία είναι ο Κρις, ένας πράκτορα της CIA που έχει μεγαλώσει κι όπως όλοι οι άνθρωποι που έχοντας μεγαλώσει αποδέχονται ότι έρχεται το τέλος της ζωής τους έχει αφήσει στην άκρη κάθε προσπάθεια να είναι συμπαθητικός, να κρατά μυστικά, να αισθάνεται χρήσιμος. Ο συνάδελφός του, ο Λι, είναι όπως θα μας αποκαλύψει κάποια στιγμή ο μόνος φίλος του: ένας φίλος που έχει ανάγκη στην τελευταία φάση της ζωής του και που συγχρόνως δεν εμπιστεύεται γιατί τα μάτια του έχουν δει πολλά. Οι δυο τους υπηρετούν στο Σαντιάγο το καλοκαίρι του 1973 και δουλεύουν στον μηχανισμό που προετοιμάζει την ανατροπή της κυβέρνησης του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Ωστόσο, ο τοπικός σταθμάρχης της CIA (που υποδύεται ο Στιβ Μπουσέμι παίζοντας για άλλη μια φορά τον εαυτό του) έχει απηυδήσει τόσο πολύ με τις τρέλες του Κρις —ο οποίος μιλάει δημόσια και ακατάσχετα, αποκαλύπτοντας στον καθένα το επικείμενο πραξικόπημα— ώστε στέλνει τους δυο τους για διακοπές στο Νησί του Πάσχα, κάνοντας δεκτό ένα είδος τελευταίο αιτήματος του γέρο πράκτορα Κρις πριν αυτός πει αντίο. Όλα αρχίζουν μόλις οι δυο φτάνουν στο νησί, αλλά αλίμονο αν σας αποκαλύψω το παραμικρό: θα σας κατέστρεφα την μισή απόλαυση. Η ταινία είναι εξαιρετικά γραμμένη, οι διάλογοι είναι αστραπιαίοι και οι ηθοποιοί δίνουν όλοι τον καλύτερό τους εαυτό. Αλλά πίσω από την επιφανειακή του ιστορία το Wild Horse Nine έχει ένα δεύτερο επίπεδο υπέροχο.

https://www.moma.org/d/assets/W1siZiIsIjIwMjYvMTAvMDYvNTJxc3g5amU4YV9XaWxkX0hvcnNlX05pbmUuanBnIl0sWyJwIiwiY29udmVydCIsIi1xdWFsaXR5IDkwIC1yZXNpemUgMjAwMHgyMDAwXHUwMDNlIl1d/Wild%20Horse%20Nine.jpg?sha=a76852272e49383d

Η πληγή και το γέλιο

Ακόμα και μια πληγή μπορεί να σε κάνει να γελάσεις – φαίνεται να λέει ο ΜακΝτονα. Από την άλλη υπάρχουν και γέλια που αφήνουν πληγές. Προκύπτουν αυτά τα γέλια όταν αποκαλύψεις γίνονται από ένα γέρο άνθρωπο με συνηθισμένο πρόσωπο κι όταν ο τόνος μιας συζήτησης μεταξύ φίλων μοιάζει με καμπανάκι συναγερμού. Στην ταινία παρακολουθούμε κυρίως την κούραση εκείνου που έχει κάνει ένα κακό επάγγελμα παραμένοντας αμήχανος για την επιλογή του ακόμα και την στιγμή που κάνει την αποτίμηση της ζωής του. Το Wild Horse Nine μας μεταφέρει σε ένα παράξενο σημείο: αρχικά μας κάνει λίγο να γελάμε κι αφού γελάσουμε, τώρα πρέπει να καταλάβουμε με ποιον. Οι ήρωες κουβαλούν μυστικά, υποψίες, ψέματα που δεν είναι απλά συνήθεια αλλά εργαλείο δουλειάς. Και ένα φόβο να εμπιστευτούν που πραγματικά τους καταδιώκει.

Ο ΜακΝτόνα, μας διηγείται έναν άνθρωπο στη δύση του, που δεν θα έπρεπε να έχει τίποτα το γοητευτικό. Δεν είναι καν ο γοητευτικός κατάσκοπος, δεν είναι καν ο κατά συρροή δολοφόνος με την άδεια του κράτους. Είναι μάλλον ένας φουκαράς που κουβαλάει μυστικά που τον κουράζουν κι έχουν γίνει η Πέτρα του Σίσυφου μιας ζωής που έζησε έντονα (πέραν πάσης αμφιβολίας…) αλλά όχι όπως θα την ήθελε:  ο ΜακΝτόνα μας κάνει να νιώσουμε μια τεράστια ενσυναίσθηση γι' αυτόν. Τον παρακολουθούμε (αν και θα ήταν σωστότερο να πω τον συνοδεύουμε) στο τελευταίο του παιχνίδι με τη ζωή, εκεί όπου η ειρωνεία αφήνει να διαφανεί ο φόβος και κάθε εξομολόγηση κινδυνεύει να είναι η τελευταία για αυτό πρέπει να είναι και μεγαλοπρεπής. Νιώθουμε τη μοναξιά του, την επιθυμία του να εκμυστηρευτεί, την κούρασή του. Κι όλο αυτό θα ήταν κομμάτι αδιάφορο αν δεν υπήρχε μια ωραία επισήμανση: ότι το μόνο που σε βοηθά να μεταφέρεις το βάρος, το κάθε βάρος, είναι τελικά η φιλία. Η υπέροχη ανδρική φιλία, η χωρίς καμία εξήγηση καμιά φορά, γίνεται το μοναδικό καταφύγιο για να ξεφύγεις ακόμα και από τον εαυτό σου.

https://cdn-cabinet.ua.news/uploads/images/wild_horse_nine_malkovich_rockwell_venic_1788487080993.webp

Στην περίπτωση του γέρο Κρις, η δουλειά του (στην συγκεκριμένη περίπτωση η CIA…) έχει εισχωρήσει μέσα του ως το μεδούλι: δεν υπάρχει τίποτα στην ζωή του στο οποίο να μην υπάρχουν τα αποτυπώματά της. Αλλά ο τύπος ζει αυτό το βάρος χάρη στην παρουσία του φίλου του με μια θαυμαστή άνεση ακόμα και στην συμπεριφορά του. Οι παύσεις του ενώ μιλάει, οι μεταβολές της διάθεσής του, οι ατάκες του που τον προστατεύουν από έναν πόνο και αμέσως μετά τον εκθέτουν μοιάζουν προμελετημένες κινήσεις. Αλλά, λέει ο ΜακΝτόνα δεν είναι τέτοιες: είναι απλά ένας τρόπος για να αντέξει ανάμεσα στη θηριωδία (που έχει ζήσει) και στην ευθραυστότητα που έρχεται αναπόφευκτα στο τέλος της ηλικίας. Το σενάριο είναι ένα απόλυτο αριστούργημα γραφής, ένα παράδειγμα μαύρης κωμωδία, ένας ύμνος για το πως ανακαλύπτεις την χαρά της αλήθειας των πραγμάτων απλά γιατί οδεύεις προς το τέλος και θες να εξομολογηθείς σε ένα φίλο. Γύρω από τους δυο φίλους υπάρχει η απόμακρη ομορφιά του νησιού. Πίσω από αυτούς τους δύο υπάρχουν οι καταδικασμένες ζωές τους για τις οποίες άλλοι αποφάσισαν. Μια φιλία δεν μας απαλλάσσει από το βάρος, αλλά τουλάχιστον μπορεί να μας προσφέρει την ανακούφιση για να αντέξουμε λάθη. Δεν ξέρω αν απαραίτητα ισχύει, αλλά το βρήκα πανέμορφο.  

Ρεσιτάλ ηθοποιών

Ο Τζον Μάλκοβιτς είναι μοναδικός. Μας κάνει να νιώσουμε τον πόνο του τέλους του, μαζί με το βάρος των ευθυνών του. Ο,τι στην ταινία εμφανίζεται γύρω του (η ομορφιά και η φύση του νησιού, η ελευθερία ενός άγριου αλόγου, μια νεαρή φοιτήτρια κτλ), φωτίζονται από δαύτον. Ο Σαμ Ρόκγουελ, ως υποβολέας του με προσωπικά προβλήματα, είναι άψογος. Και οι δυο θα είναι στα Οσκαρ, αλλά μικρή σημασία έχει. Σημασί έχει η ταινία. Η ταινία δείχνει ότι η φιλία είναι αντίδοτο στο δηλητήριο της ζωής ίσως και στην ίδια την βία της εξουσίας. Είναι λίγο υπερβολικό. Αλλά είναι ωραίο να αγαπάς τους φίλους σου. Και να το δείχνεις με πράξεις…