Η δικτατορία του χαβαλέ

Η δικτατορία του χαβαλέ

Τον Γιώργο Λιάγκα, που έχει γίνει το πρόσωπο των ημερών, τον έχω γνωρίσει. Φίλοι δεν γίναμε, αλλά έχουμε πιεί δυο καφέδες μαζί: σίγουρα δεν είναι το τέρας που νομίζει ο κόσμος - μακριά από πλατό, κάμερες και μικρόφωνα είναι ένας απλός άνθρωπος που πάντα μου έμοιαζε κομμάτι στρεσαρισμένος. Με την Κατερίνα Γκαγκάκη δεν έχω συνεργαστεί ποτέ και δεν έχω βρεθεί και σε καμία παρέα, μολονότι οι κοινοί μας γνωστοί είναι πολλοί. Η Ελένη Τσολάκη κάνει καριέρα γελώντας – ουδέποτε θυμάμαι να τράβηξε την προσοχή μου για κάτι αρνητικό. Οι τρεις αυτοί πρωταγωνίστησαν με μια από τις χειρότερες στιγμές της ελληνικής τηλεόρασης: οι άλλοι παρόντες μου φάνηκαν απλά κομπάρσοι. Το να καταδικάσεις την περίφημη συμπεριφορά τους στην σπάνια αυτή σκηνή χυδαιότητας είναι απλό, εύκολο και δεδομένο, αλλά πρέπει και να προβληματιστείς κομμάτι γιατί προέκυψε. Ας πούμε ότι ο Λιάγκας είναι επιρρεπής σε τέτοιου τύπου σχόλια γιατί δεν κρατιέται: όταν ανάβει η κάμερα φεύγει καμιά φορά στην κατηφόρα χωρίς φρένα. Αλλά οι κυρίες;    

Μπάρμπεκιου και performance

Την περασμένη εβδομάδα μέσω του Facebook μία ομάδα Ελληναράδων, αρκετά περήφανων για τις γαστρονομικές συνήθειες τους, κάλεσε τον κόσμο σε ένα μπάρμπεκιου με χοιρινό και αλκοόλ: η είδηση στην προκειμένη περίπτωση ήταν ότι η διοργάνωσή του μπάρμπεκιου έγινε έξω από ένα καταυλισμό μουσουλμάνων προσφύγων. Είναι φυσικά εντελώς τυχαίο ότι εκείνες τις μέρες που έλαβε χώρα αυτό το πάρτι της τσίκνας και του ποτού, έγινε και η περίφημη τηλεοπτική εκπομπή στην οποία συζητήθηκε με  τρόπους που θα ζήλευαν ακόμα και μεθυσμένοι φαντάροι σε ΚΨΜ το γνωστό σοκαριστικό περιστατικό που συνέβη στη Θεσσαλονίκη. Το ότι ένας νεαρός φοιτητής θεώρησε σωστό να εκσπερματώσει στην πλάτη μίας ανυποψίαστης φοιτήτριας, που απλώς διάβαζε έγινε αφορμή για να δει η χώρα τους πανελίστες της εκπομπής να καταδιασκεδάζουν με την είδηση, «σαν μια παρέα που συζητάει σε μια καφετέρια» είπε ο Λιάγκας την επόμενη προσπαθώντας να δικαιολογηθεί.

Τα δυο περιστατικά φαινομενικά δεν συνδέονται μεταξύ τους, αλλά μια δεύτερη ανάγνωσή τους μαρτυρά ακριβώς το αντίθετο: στην πραγματικότητα αποτελούν αποδείξεις μιας βαρβαρότητας, που έχει εισβάλει στη ζωή μας και έχει δηλητηριάσει το μυαλό μας, πιθανότατα χωρίς θεραπεία. Η περιγραφή και των δυο περιστατικών είναι λειψή, αν δεν προστεθούν κάποιες λεπτομέρειες, ώστε να  υπάρχει η ξεκάθαρη εικόνα τους. Το μπάρμπεκιου είχε λαϊκή συμμετοχή – οι διοργανωτές υποσχέθηκαν να το επαναλάβουν, ενώ υπήρχαν και βουλευτές σαν τον Κιρανάκη π.χ που το υπερασπίστηκαν. Από την άλλη το βίντεο με την performance της τραγικής εκπομπής το παρακολούθησαν σε τρεις μέρες στο YouTube πάνω από 300.000 άνθρωποι! Οι περισσότεροι από τους οποίους δεν αποκλείω και να γέλασαν με όσα είδαν.

Κολυμπώντας στην χυδαιότητα

Στη διοργάνωση το μπάρμπεκιου δόθηκαν πολιτικές προεκτάσεις. Για να υπάρξει μια αντίδραση για την εκπομπή και τα πεπραγμένα των παρουσιαστών χρειάστηκε περισσότερος χρόνος, αλλά το θέμα δεν είναι τόσο η αντίδραση (κάτι θα συνέβαινε…) αλλά το γιατί της ιστορίας. Πολύ φοβάμαι πως η μήτρα των δύο περιστατικών είναι ίδια: και τα δύο μαρτυρούν ότι ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας (και μάλιστα καθόλου μικρό) γοητεύεται από πράξεις χυδαιότητας. Τις βρίσκει διασκεδαστικές, εκτονωτικές και αστείες. Οι διοργανωτές του μπάρμπεκιου δεν θα έκαναν τίποτα αν δεν ήξεραν ότι υπάρχει αυτού του τύπου το κοινό πού θα βρει την ιδέα τους εξαιρετικά διασκεδαστική: οι διοργανωτές φταίνε όσο και αυτοί που έτρεξαν να αγκαλιάσουν την πρωτοβουλία τους ή την υπερασπίστηκαν. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τα μέλη του πάνελ της τηλεοπτικής εκπομπής: η είδηση τους φάνηκε τόσο αστεία, ώστε επιχειρήθηκαν και διάφορες παντομίμες στο πλατό. Το τραγικό είναι ότι η τηλεθέαση ανέβηκε: οι συντελεστές της εκπομπής (όχι μόνο οι πανελίστες, αλλά και οι αρχισυντάκτες της που διάλεξαν το θέμα) ξέρουν τα γούστα του κοινού, τα γούστα μας. Δεν βγάζω τον εαυτό μου απέξω. Στη θέση του Λιάγκα θα μπορούσα να είμαι κι εγώ: μια στιγμή χαλαρότητας σε ένα τηλεοπτικό πλατό αρκεί για να κατρακυλήσει στη χυδαιότητα ο καθένας. Εχουμε μάθει δυστυχώς να κολυμπάμε μέσα σε δαύτη.

Ο Χατζιδάκις τα έλεγε από το ‘80   

Το πρόβλημα με όλα αυτά δεν είναι ότι είναι καινούργια – είναι ότι δεν σταματάνε. Η δικτατορία του χαβαλέ υπήρχε πολύ πριν τον ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που συχνά αναπαράγουν πράξεις αθλιότητας. Θυμάμαι ότι ήδη από τη δεκαετία του ΄80 ο Μάνος Χατζιδάκις επισήμανε πολύ συχνά τη ροπή της ελληνικής κοινωνίας προς την αισθητική της αθλιότητας: έβλεπε από τότε ότι αυξάνεται επικίνδυνα ένα κοινό πού διασκεδάζει με την ευτέλεια. Η διαφορά από την εποχή του Χατζιδάκι και των μοναχικών σταυροφοριών του είναι ότι το κοινό αυτό δεν ανήκει πλέον σε συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους – το luben έχει εξαπλωθεί. Είναι υπερκομματική κατάκτηση κι απλά εκδηλώνεται διαφορετικά – άλλοι ψήνουν χοιρινά για να δείξουν στους μετανάστες σε ποια χώρα βρίσκονται, άλλοι πετάνε μπογιές στα δημόσια κτίρια, άλλοι γελάνε σε ένα τηλεοπτικό στούντιο με πράξεις ψυχικά άρρωστων. Ολοι έχουν το κοινό τους: ένα κοινό που αγαπάει υπερκομματικά την ασχήμια και επιπλέον πιστεύει πως έχει το δικαίωμα να γελάει με οτιδήποτε. Ο Λιάγκας είπε ότι αντιμετώπισαν την είδηση «σαν μια παρέα που πίνει ένα καφέ σε μια καφετέρια». Χωρίς να καταλαβαίνει ότι ακόμα και σε ένα καφέ αυτού του τύπου η αντιμετώπιση μιας τέτοιας είδησης είναι πρόβλημα. Άλλο αν δεν θα το επισήμανε κανείς γιατί θα έπαιζε με το κινητό του.

Το κεφάλι στην άμμο

Ποιο είναι το ακόμα χειρότερο; Ότι η κοινωνία μας δεν έχει καμία απολύτως απάντηση απέναντι σε αυτή τη δικτατορία του χαβαλέ και δέχεται χωρίς αντίρρηση να δηλητηριάζεται η αισθητική της, πιθανότατα γιατί δεν τη θεωρεί κάτι σπουδαίο. Ας είμαστε ειλικρινής: η χυδαιότητα πολλές φορές μας γοητεύει – ξυπνά ένστικτα ζωώδη με τα οποία βαριόμαστε να αναμετρηθούμε.  Απέναντι σε αυτή τη γοητεία της χυδαιότητας προβάλλεται συχνά ως λύση μία πολιτική κορεκτίλα που επίσης αφήνει εντελώς αδιάφορο τον κόσμο – ίσως και να τον ενοχλεί ή να τον καταπιέζει. Σε κάθε περίπτωση, αν σταυρώσουμε τον Λιάγκα, την Γκαγκάκη και την Τσολάκη (και δεν ξέρω ποιόν άλλο) σίγουρα θα νοιώσουμε ότι αντιδράσαμε. Θα εκτονώσουμε το θυμό μας, θα δείξουμε στον εαυτό μας ότι έχει αντοχές, θα μοιραστούμε την αποστροφή με τους φίλους μας. Και μετά θα μπορέσουμε άνετα να ξαναβάλουμε το κεφάλι μας στην άμμο, σαν τη στρουθοκάμηλο.

Δεν υπερασπίζομαι κανένα, άλλωστε αυτοί πρώτοι καταδίκασαν τον εαυτό τους και με τα αμήχανα συγνώμη τους. Ξέρω όμως ότι αν μετά το θόρυβο, ως δια μαγείας, εξαφανίζονταν όλοι τους, πάλι θα βρισκόταν κάποιος άλλος να πάρει τη σκυτάλη: στο επόμενο τηλεοπτικό επεισόδιο θα ψήναμε χοιρινό στα Διαβατά και θα λέγαμε ιστορίες για εκσπερματώσεις γελώντας όλοι παρέα κι όλο και κάποιος θα βρισκόταν να αποκαλέσει όλο αυτό «χαβαλέ» και να μιλήσει για το δικαίωμα της έκφρασης π.χ. Και μετά όλο και κάποιος θα τα καταδίκαζε όλα, εκφράζοντας την αποτροπή του μαζί με άλλους χιλιάδες. Βαριέμαι να το εξηγώ, αλλά τη χυδαιότητα δεν την σταματάς εκφράζοντας απλά αποστροφή και ευαισθησία: η μόνη πραγματική απάντηση σε αυτή είναι η αισθητική. Που όμως έχει χαθεί.  

Μας περιμένουν δύσκολες μέρες γιατί δεν έχουμε καμία διάθεση να υπερασπιστούμε την επίθεση που γίνεται δεκαετίες τώρα στην αισθητική μας – απλά φωνάζουμε, διαμαρτυρόμαστε, βγαίνουμε από τα ρούχα μας, αφού σε μερικές περιπτώσεις κρυφογελάσουμε κιόλας. Η αδυναμία υπεράσπισης της αισθητικής, μας τραβά όλους στον ίδιο βούρκο. Αλλοι γελάμε, άλλοι φωνάζουμε και καταγγέλλουμε, αλλά από την χυδαιότητα δεν θα γλυτώσει κανείς μας…