Ενώ ο Παναθηναϊκός την Ευρωλίγκα γνώρισε την πρώτη του ήττα από την Χάποελ Τελ Αβίβ (με 81-91) και ο Ολυμπιακός έφτασε τις τέσσερις εκτός έδρας νίκες σε πέντε εκτός έδρας ματς κερδίζοντας και την Μπαρτσελόνα στην παράταση (με 100-105) στην επικαιρότητα του ελληνικού μας μπάσκετ υπάρχει η περίπτωση Ντόρσεϊ. Όχι τώρα. Στην πραγματικότητα από το περασμένο καλοκαίρι.
Πολλά σωστά, αλλά όλα συνηθισμένα
Διάβασα διάφορα για την ιστορία αυτή κατά κανόνα σωστά, αλλά που όλα τα έχω ξανακούσει σε ανάλογες ιστορίες παλιότερες. Στις ιστορίες αυτές επαναλαμβάνονται συχνά τα κανόνα σωστά πράγματα που, όμως, ελάχιστα βοηθάνε την όποια συζήτηση να πάει παρακάτω. Επισημαίνεται πχ σχεδόν πάντα ότι ένας παίκτης «χρωστάει στο σύλλογο» ή τονίζεται ότι «δεν είναι σωστό κάποιος να βάζει τον εαυτό του πάνω από την ομάδα ή τον προπονητή του» ή προκύπτει το μελαγχολικό συμπέρασμα ότι όλοι οι παίκτες έχουν στο μυαλό τους μόνο τα χρήματα κτλ κτλ. Ας πούμε ότι ισχύουν όλα. Το θέμα όμως (και) στην ιστορία αυτή δεν είναι τι κάνουν οι παίκτες, αλλά τι μπορείς να κάνεις σαν ομάδα.
Ο παίκτης, είτε λέγεται Γουόκαπ, είτε λέγεται Ντόρσεϊ, είτε λέγεται Οσμαν, είτε Σπανούλης, είτε Σλούκας, είτε Φασούλας έχει στην πραγματικότητα μπροστά του μια κάπως εύκολη δουλειά: αξιολογεί μια πρόταση, σκέφτεται και τι τον συμφέρει και αποφασίζει. Αν μείνει στην ομάδα του γράφουν ότι είναι «αρχηγάρα», «σημαία» και άλλα τέτοια ωραία που ενδεχομένως και να ισχύουν. Αν αποφασίσει να φύγει τον λένε «προδότη», «αχάριστο», «παρτάκια» και οι οπαδοί συμφωνούν πάντα ότι δεν άξιζε τα λεφτά που ζητούσε, πριν πουν «το μοναστήρι να είναι καλά». Όλα αυτά είναι τόσο μπανάλ που σχεδόν τα βαριέμαι, όσο και τις δηλώσεις του τύπου «ήρθα για το πρότζεκτ». Αν οι ιστορίες αυτές έχουν ενδιαφέρον δεν είναι για το αν ένας παίκτης αξίζει τα λεφτά που του δίνουν ή για το αν είναι αχάριστος ή μεγάλος αρχηγός ανάλογα με το τι θα αποφασίσει. Ενδιαφέρον έχει το τι κάνεις για να μην έχεις ένα Ντόρσεϊ κάθε χρόνο.

Ποιο είναι το πρόβλημα
Ο Ντόρσεϊ έχει ένα αβαντάζ: το ελληνικό του διαβατήριο. Το πρόβλημα του Ολυμπιακού εν προκειμένω δεν είναι η αντικατάστασή του Ντόρσεϊ σε ένα ματς (χθες ο Ολυμπιακός έβαλε στη Βαρκελώνη 92 πόντους στην κανονική διάρκεια του ματς χωρίς αυτόν κι άλλους τόσους έβαλε και στην Βαλένθια με αυτόν 35 λεπτά στον πάγκο). Αν δεν τον έχει στη συνέχεια θα χρειαστεί παίκτη (ή και παίκτες…) γιατί τα ματς είναι πολλά, αλλά η συζήτηση δεν έχει να κάνει με την Ευρωλίγκα αφορά δυο άλλα πράγματα: την ευκολία που παίκτες με συμβόλαια προσεγγίζονται από άλλες ομάδες και την δυσκολία αντικατάστασης του συγκεκριμένοι στο ελληνικό πρωτάθλημα. Αυτά είναι θέματα που για μένα έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από το αν τον Ντόρσεϊ τον ενδιαφέρουν τα χρήματα και το αν ο Μυστακίδης του δίνει 4 εκατ το χρόνο.
Παλιότερα πίστευα ότι η στρατηγική μιας ομάδας πρέπει σε ό,τι έχει να κάνει με τους καλούς της παίκτες να είναι η εξής απλή: να μην αφήνει ποτέ ένα συμβόλαιο παίκτη να λήξει και να φτάνει σε συμφωνία μαζί του ένα τουλάχιστον χρόνο πριν το συμβόλαιο ολοκληρωθεί. Στον υπέροχο κόσμο του ευρωπαϊκού μπάσκετ όμως (όπου μεταξύ άλλων μεταγραφές – και επομένως και προτάσεις – επιτρέπονται σχεδόν όλο το χρόνο) για να είσαι ήσυχος πρέπει κάθε παίκτης να έχει μπροστά μια πολυετή δέσμευση. Ο Ολυμπιακός φώναξε τον Ντόρσεϊ να συζητούσαν ένα χρόνο πριν την λήξη του συμβολαίου του. Αφού δεν τα βρήκαν, μου έμοιαζε βέβαιο ότι αν ο παίκτης είχε μια πρόταση και πάλι θα έκανε φασαρία για να φύγει. Ενας χρόνος δεν είναι τίποτα.
Τίποτα επίσημο, όλα εύκολα
Μπορείς να απαγορεύσεις τις προτάσεις; Ούτε κι αυτό γίνεται. Επίσημη πρόταση δεν κάνει κανείς, αλλά όποιος θέλει να κάνει προτάσεις θα βρίσκει πάντα τρόπους. Είναι άλλωστε και βαθιά υποκριτικό να λες ότι αυτό θα πρεπε να απαγορεύεται κτλ κτλ, όταν η πρακτική του να δελεάζεις όποιον παίκτη σου αρέσει είναι απολύτως συνηθισμένη. Στο ευρωπαϊκό μπάσκετ (που μάλιστα δεν έχει σάλαρι καπ, αδειοδοτήσεις και άλλα ανάλογα) όταν εμφανιστεί κάποιος με μεγάλο πορτοφόλι μπορεί να κάνει περίπου ό,τι θέλει και όλοι το ξέρουν. Μπορείς πάντα να μην αφήσεις ένα παίκτη να φύγει, να τον υποχρεώσεις να εξαντλήσει το συμβόλαιό του και να του κάνεις για ένα χρόνο την ζωή δύσκολη: κανένας αθλητής δεν θέλει να «σκουριάσει» για μήνες. Αλλά τι κερδίζεις πέρα από οπαδική αποθέωση στα social media; Τίποτα. Δεν γλυτώνεις ούτε καν από την πιθανότητα να σου πάρουν με τον ίδιο τρόπο (δηλαδή δελεάζοντάς τον) τον επόμενο: απλά ο επόμενος θα φερθεί πιο έξυπνα.

Τι σημαίνει συμβόλαιο
Δεν υπάρχει σωτηρία λοιπόν; Νομίζω ότι όλη αυτή η ιστορία πρέπει να δημιουργήσει άλλους προβληματισμούς, που δεν έχουν να κάνουν με τους παίκτες αλλά με τις ομάδες. Πρώτα από όλα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι στην εποχή που ζούμε οι παίκτες έχουν το πάνω χέρι και τα συμβόλαια υπάρχουν απλά για να τους προστατεύουν: η δύναμη των ομάδων είναι ολοένα και μικρότερη. Αλλά τι είναι το συμβόλαιο; Δεν είναι απλά μια αμοιβαία δέσμευση, αλλά μια δέσμευση επαγγελματική, δηλαδή μια δέσμευση με κανόνες. Αν ο κάθε Ντόρσεϊ, βάση συμβολαίου, έπρεπε να πληρώσει 500 χιλιάδες ευρώ για παραβίαση του εσωτερικού κανονισμού, για δημόσιες επιθέσεις στον προπονητή και για αναρτήσεις, θα ήταν πολύ πιο προσεχτικός. Θα ήταν ευτυχισμένος γιατί με την Βαλένθια αγωνίστηκε 5 λεπτά; Όχι. Αλλά δεν θα μιλούσε δημόσια και δεν θα δημιουργούταν το θέμα. Αν βάση συμβολαίου έπρεπε να φέρεται σαν επαγγελματίας, θα φερόταν σαν επαγγελματίας.
Το δεύτερο που πρέπει να δουν προσεχτικότερα οι ομάδες είναι τον τρόπο που τα στελέχη τους φέρονται στους παίκτες. Από την στιγμή που οι παίκτες δεσμεύονται από τα συμβόλαια λιγότερο από παλιά, πρέπει να τυγχάνουν και μιας καλύτερης μεταχείρισης – να σκέφτεσαι δηλαδή πως μπορεί να τους χάσεις (αλλά και τι ζημιά μπορεί να πάθεις αν αυτό συμβεί) και να φέρεσαι ανάλογα. Είναι άδικη αυτή η εξέλιξη για τους προπονητές; Είναι. Πρέπει όμως πέρα από το δίκιο και το άδικο να σκέφτεσαι την πραγματικότητα: όταν τα δεδομένα αλλάζουν, πρέπει να πράττεις αναλόγως. Εκτός κι αν δεν σε ενδιαφέρει. Οπότε αφήνεις τον κάθε Ντόρσεϊ να φεύγει για να έχεις την ησυχία σου. Κι έχει ο Θεός...

Να φτιάχνεις Ελληνες παίκτες
Τι άλλο χρειάζεται; Να μάθεις να φτιάχνεις Ελληνες παίκτες. Αφού αυτοί είναι χρήσιμοι στο πρωτάθλημα πρέπει να έχεις στο μυαλό σου και πως θα έχεις καλούς τέτοιους. Πρέπει να βοηθάς παιδιά να προοδεύσουν κι ο τρόπος είναι μόνο ένας: να παίζουν πιο πολύ. Στην Ελλάδα έχουμε βαφτίσει τους Ελληνες παίκτες «διαβατήρια»: η διαπίστωση είναι του Δημήτρη Καραμάνη και είναι από τις πιο σωστές. Τα «διαβατήρια» όμως δεν δένονται με ομάδες: με ομάδες δένονται οι παίκτες. Το να βγάζεις Ελληνες παίκτες δεν είναι απλό. Πρέπει να τους εντοπίζεις και να τους αποκτάς μικρούς – αν η Ακαδημία σου δεν παράγει. Πρέπει κυρίως να τους χρησιμοποιείς κι αυτό σίγουρα έχει κόστος. Αν θες πχ να κερδίζεις κάθε Κυριακή και παίζεις συνεχώς με τους ξένους σου, δεν θα δεις κανένα Ελληνάκι να βελτιώνεται. Και θα φοβάσαι μην σου φύγουν τα «διαβατήρια».
Η υπογράφει ή φεύγει
Ιστορίες σαν του Ντόρσεϊ και του Γουόκαπ είναι κομμάτι διδακτικές, αν βέβαια θες να μάθεις. Αλλά πέρα από τις όποιες διδαχές υπάρχει και η πραγματικότητα. Ο Ολυμπιακός που μια χαρά ξεκίνησε την σεζόν του θα χρειαστεί κάποιους παίκτες – και στην Ευρωλίγκα. Το πρόγραμμα είναι σκληρό κι όσο κι αν οι αντίπαλοι είναι λιγότερο δυνατοί από τα προηγούμενα χρόνια κανείς δεν χαρίζει τίποτα και το ξέρουμε. Επίσης οι παίκτες όσο πιο πολύ παίζουν τόσο πιο πολύ φθίνουν: τον χρόνο του Ντόρσεϊ είναι εύκολο να τον μοιράσεις σήμερα στον Μοντέρο, στον Φουρνιέ, στον ΜαΚιντάιερ και στον Ζόζεφ, αλλά σε τρεις μήνες από σήμερα η κόπωση των συγκεκριμένων θα είναι μεγάλη. Από την άλλη δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις την ανταρσία του Ντόρσει σαν να μην έγινε τίποτα και να πεις «δεν πειράζει το παιδί ζήτησε συγνώμη»: το ρίσκο είναι τεράστιο. Οπότε του λες πως ή υπογράφει ένα νέο συμβόλαιο τώρα (και έτσι δείχνει την μεταμέλεια του και την επιθυμία του να συνεχίσει) ή τον πουλάς. Και μαθαίνεις να είσαι προσεχτικότερος.








