Επάγγελμα ρεπόρτερ

Επάγγελμα ρεπόρτερ

Την Παρασκευή το μεσημέρι ο Γιώργος Καραϊβάζ επέστρεφε σπίτι του έχοντας τελειώσει την πρωινή δουλειά του σε τηλεοπτικό κανάλι. Τον πλησίασαν δυο άγνωστοι με ακάλυπτα πρόσωπα και τον πυροβόλησαν δεκαεπτά φορές – τόσοι ήταν οι κάλυκες που βρέθηκαν από το εγκληματολογικό. Ο ιατροδικαστής έκανε γνωστό πως στο άψυχο κορμί του θύματος βρέθηκαν δέκα σφαίρες: όποιος τον πυροβόλησε δεν λειτούργησε βιαστικά, πιθανότατα γιατί ήξερε και την περιοχή και το χρόνο που έχει στη διάθεσή του.

Δεν μπορώ φυσικά να γνωρίζω τους λόγους της δολοφονίας. Υποπτεύομαι ωστόσο ότι το θράσος και ο τρόπος των εκτελεστών έχουν να κάνουν με το επάγγελμα του θύματος. Ο Καραϊβάζ ήταν δημοσιογράφος, πολύ καλός. Το επάγγελμά του ήταν ρεπόρτερ.

Γιατί λέω ότι ο τρόπος και το θράσος των εκτελεστών σχετίζονται με το επάγγελμα; Γιατί ο δημοσιογράφος είναι φύσει και θέσει απροστάτευτος. Για δυο λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με το ότι ο εκτελεστής μπορεί εύκολα να τσεκάρει τα ωράρια του δημοσιογράφου, τα στέκια του, τις καθημερινές του διαδρομές – ο δημοσιογράφος ζει στον πραγματικό κόσμο κι όχι σε κάποιο θερμοκήπιο: είναι πανεύκολο να του επιτεθείς, αν τον στοχοποιήσεις. Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με τη δυσκολία της διερεύνησης του ίδιου του εγκλήματος: όσο καλύτερος είναι ο δημοσιογράφος, τόσο μεγαλύτερος είναι ο όγκος της δουλειάς του και κατά συνέπεια τόσο πιο δύσκολο είναι να εντοπιστεί το ποιος θα μπορούσε να είναι τόσο θυμωμένος μαζί του ώστε να «παραγγείλει» μια επίθεση πληρώνοντας για την επιτυχία της. Στον Καραϊβάζ έγινε η χειρότερη. Σε άλλους έχουν γίνει άλλες. Τα τελευταία χρόνια χωρίς ποτέ να βρεθούν οι φυσικοί και οι ηθικοί αυτουργοί.

https://www.koutipandoras.gr/sites/default/files/styles/article_large/public/2021-04/5279636.jpg?itok=fpHMmiff

Εξασφαλίζει κυρίως μπελάδες

Ο κόσμος νομίζει ότι η δημοσιογραφία  είναι κάποιου είδους προβεβλημένο ή λαμπερό επάγγελμα. Βλέπει πολλούς που χάρη στη δημοσιογραφία έγιναν βουλευτές ή ακόμα και υπουργοί. Βλέπει κάποιους που έγιναν τηλεαστέρες. Βλέπει λίγους που ελέγχουν την εξουσία και περισσότερους που αποκτούν τις καλύτερες των σχέσεων με πολιτικούς, επιχειρηματίες, διάσημους της Τέχνης. Ο κόσμος ακούει για «λίστες Πέτσα» από τις οποίες οι δημοσιογράφοι παίρνουν χρήματα, φαντασιώνει ότι οι άνθρωποι του Τύπου ανοίγουν κάθε πόρτα ή πείθεται ότι είναι όλοι τσανακογλύφτες της εξουσίας, «αλήτες, ρουφιάνοι κτλ». Ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει ότι οι τηλεαστέρες είναι λίγοι, ότι αυτοί που βρήκαν καταφύγιο στην πολιτική είναι η εξαίρεση κι όχι ο κανόνας και ότι είναι ελάχιστοι οι νταραβεριτζήδες, που χρησιμοποίησαν την δημοσιογραφία για να γίνουν διευθυντές σε επιχειρήσεις, που ενδιαφέρονται για την επικοινωνία κι όχι για την ενημέρωση.

Ο κόσμος νομίζει ότι οι δημοσιογράφοι ταξιδεύουν σε χώρες εξωτικές, έχουν παντού χρήσιμους φίλους, διαμορφώνουν καταστάσεις, είναι τάχα μου ισχυροί γιατί εξασκούν κάποιου τύπου εξουσία. Από όλα αυτά δεν ισχύει σχεδόν τίποτα. Οι πιο πολλοί δημοσιογράφοι παιδεύονται να τα βγάλουν πέρα κάνοντας, αν μπορούν, δυο και τρεις δουλειές. Οι περίφημοι φίλοι τους, τους θυμούνται συνήθως μόνο αν τους έχουν ανάγκη. Η εξουσία τους περιορίζεται στη δύναμη του μέσου τους, που σίγουρα δεν χρηματοδοτούν οι ίδιοι. Κι ακόμα και η δημοσιότητα τους συνήθως φέρνει μόνο σκοτούρες.   

Ο κόσμος δεν ξέρει ότι σε αυτό το επάγγελμα το να είσαι γνωστός εξασφαλίζει περισσότερους μπελάδες παρά προνόμια και ότι στην προκειμένη περίπτωση η διασημότητα όχι δεν σε σώζει από τις ορέξεις αρρωστημένων μυαλών, αλλά σε κάνει και πιο ευάλωτο. Ως στόχο.

Η βεβαιότητα που οπλίζει  

Ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Μιχάλης Χρυσοχοϊδης είπε ότι οι ένοχοι για τη δολοφονία του Καραϊβάζ θα βρεθούν: το εύχομαι και το ελπίζω, αλλά αν συμβεί θα έχουμε να κάνουμε με την εξαίρεση κι όχι με τον κανόνα. Ο κανόνας είναι οι επιθέσεις στους δημοσιογράφους να καταλήγουν στο αρχείο, τόσο συχνά ώστε όσοι τέτοιες έχουμε δεχτεί τις θεωρούμε μέρος της δουλειάς. Νομίζω ότι ο Καραϊβάζ θα συμφωνούσε. Οσοι κάνουν αυτή τη δουλειά ενοχλώντας, έχουν δεχτεί ότι ζουν κινδυνεύοντας: άλλοι στο δρόμο, άλλοι γιατί ασχολούνται με οικονομικά εγκλήματα, άλλοι στα γήπεδα, άλλοι απλά ενώ βρίσκονται έξω από το σπίτι τους. Οποιος δεν τους αντέχει γιατί τον ενοχλούν ή τους μισεί γιατί απλά υπάρχουν, δεν διστάζει να τους επικηρύξει με τη βεβαιότητα ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτα: με την ίδια ευκολία τους τρέχει στα δικαστήρια, ζητά αν μπορεί την απόλυσή τους, δηλώνει στους κολλητούς του βέβαιος ότι θα πετύχει την επαγγελματική εξόντωσή τους. Αυτή η βεβαιότητα ότι έχει να κάνει με ευάλωτους οπλίζει. Κυριολεκτικά.

Απλά εξαφανίζονται

Οι δημοσιογράφοι ασκούν ένα επάγγελμα που θα χαθεί – είναι θέμα χρόνου. Το internet απέδειξε ότι τα fake news είναι πιο δυνατά και μπορεί να κάνουν μεγαλύτερη επικοινωνιακή ζημιά σε όποιον πληρώνει για επικοινωνιακές ζημιές. Απέδειξε επίσης ότι δεν υπάρχει πια ενημέρωση, αλλά «διαμόρφωση της επικαιρότητας», που είναι κάτι άλλο. Ο κόσμος έχει πλέον μπερδευτεί τόσο ώστε αδυνατεί να καταλάβει τι είναι αληθινό και τι όχι: η δημοσιογραφία, που ήταν κάποτε το χρήσιμο φίλτρο που ξεχώριζε το σημαντικό από το ασήμαντο και το πραγματικό από τη μπούρδα, αργοπεθαίνει μαζί με τις εφημερίδες, τις τηλεοπτικές ενημερωτικές εκπομπές, την ίδια την εμπεριστατωμένη κριτική.

https://www.tanea.gr/wp-content/uploads/2021/04/photo_2021-04-10_16-34-32.jpg

Οι δημοσιογράφοι δεν μπορεί να αποτελούν κάποιου τύπου προστατευόμενο είδος: εξαφανίζονται απλά και ήσυχα. Είναι σαν τους οδηγούς των κάρων που έβλαπαν κάποτε να περνούν δίπλα τους τα πρώτα αυτοκίνητα. Ο καιρός τους πέρασε. Σήμερα υπάρχουν για να τους βρίζουν οι σαλεμένοι στα social media (θα τρομάζατε αν δημοσίευα μια μέρα το inbox μου…), για να τους τρέχουν κάθε τόσο στα δικαστήρια όσοι πληρώνουν στρατούς δικηγόρων, για να τους στρατολογούν όσοι θέλουν να τους χρησιμοποιήσουν, για να τους δολοφονούν – για τη δολοφονία του χαρακτήρα τους ειδικά δεν ενδιαφέρεται και κανένας.

Θα κηδευτεί άκλαυτη

Εχουν κάνει λάθη και οι δημοσιογράφοι φυσικά κι όσο υπάρχουν θα κάνουν κι άλλα. Όταν αυτά τα λάθη πάψουν να υπάρχουν, μαζί με την οριστική εξαφάνιση του επαγγέλματός τους, θα καταλάβουν όλοι ότι η παρουσία τους ήταν κάποτε μια δικλείδα ασφαλείας για όσους ήθελαν να ενημερώνονται κι όχι απλά να καταναλώνουν αμάσητα τα πάντα. Ακόμα και με τα λάθη τους οι δημοσιογράφοι προκαλούσαν προβληματισμούς, λειτουργούσαν σαν σπίρτο για το δημόσιο διάλογο, οδηγούσαν τον αναγνώστη στην ανάγκη να σκεφτεί. Το γραπτό τους (κι όχι οι ίδιοι) ήταν η δουλειά τους. Οσοι τους μισούν, τους μισούν για αυτό: θέλουν ένα κόσμο χωρίς ενημέρωση, χωρίς επαγγελματίες που μπορούν να τεκμηριώσουν τη γνώμη τους, χωρίς γραπτά. Μόνο με λόγια του αέρα, με μπουρδολογία, με πληρωμένες καταχωρίσεις και ύμνους του κάθε υπέροχου τίποτα.

Χθες κηδέψαμε τον ρεπόρτερ Γιώργο Καραϊβάζ. Τα λόγια όλων για τον θάνατό του ήταν μάλλον αμήχανα. Όχι τυχαία οι πιο μεγάλες αντιδράσεις για τη δολοφονία του ήρθαν από το εξωτερικό: εδώ ακούστηκε κυρίως ένα μουρμουρητό, «ποιος ξέρει που είχε μπλέξει». Σε όποιον απορεί θέλω να πω ότι ο δημοσιογράφος πάντα μπλέκει – όσο ακόμα κάνει αυτή τη δουλειά θα μπλέκει.

Τον Καραϊβάζ τον έκλαψαν, όσοι δεν μουρμούρισαν - οι άνθρωποι που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν. Η δημοσιογραφία αντιθέτως θα κηδευτεί άκλαυτη. Δηλητηριασμένη, ψυχορραγεί με τα χειροκροτήματα διάφορων που δεν έχουν καταλάβει πόσο χειρότερος θα είναι ο κόσμος σύντομα χωρίς αυτή…