Τσάμπιονς λιγκ, οδηγίες χρήσης

Τσάμπιονς λιγκ, οδηγίες χρήσης


Την Πέμπτη του βράδυ μετά την πρόκριση του ΠΑΟ επί της Βιτόρια Πλιζέν οι πιθανότητες κατάληψης της δέκατης θέσης στο ranking της UEFA από την Ελλάδα μεγάλωσαν, πράγμα που σημαίνει πως δεν είναι απίθανο από το επόμενο πρωτάθλημα ο πρωταθλητής Ελλάδος να βρίσκεται απευθείας στην League Phase του Τσάμπιονς λιγκ. Θα έγραφα αυτά που κατάλαβα για το είδος της ομάδας που χρειάζεται να έχεις όταν σε αυτή συμμετέχεις τώρα που η παρουσία του Ολυμπιακού στο Τσάμπιονς λιγκ ολοκληρώθηκε. Η πιθανότητα να υπάρχει για μερικά χρόνια πάντα ο Ελληνας πρωταθλητής στη League Phase μεγάλωσε τον προβληματισμό μου: μπορούμε να πούμε μερικά πράγματα που μπορεί να λειτουργήσουν και ως μπούσουλα για όποια ελληνική ομάδα θέλει στην συγκεκριμένη διοργάνωση να είναι αρχικά αξιοπρεπής και στη συνέχεια να διακριθεί.

Ας ξεκινήσουμε από ένα δεδομένο: η διοργάνωση του Τσάμπιονς λιγκ που προέκυψε μετά τις πρόσφατες αλλαγές στο format δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη διοργάνωση του Τσάμπιονς λιγκ - εκείνη με τους πολλούς ομίλους των τεσσάρων ομάδων. Και η οποία με τη σειρά της δεν είχε καμία σχέση με την παλιότερη διοργάνωση στην οποία υπήρχαν αποκλειστικά και μόνο νοκ άουτ παιχνίδια. Οι διοργανωτικές αλλαγές αλλάζουν τις συνθήκες: οι ομάδες πρέπει να προσαρμόζονται.  

Η μεγάλη διαφορά

Το Τσάμπιονς λιγκ σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές διοργανώσεις έχει μια μεγάλη διαφορά. Υπάρχουν σ’ αυτό τριών λογιών ομάδες.

Υπάρχουν περίπου δεκαπέντε ομάδες οι οποίες ξεχωρίζουν πάρα πολύ από τις υπόλοιπες για την δυναμικότητα τους. Εντός αυτών των δεκαπέντε υπάρχουν κάθε χρόνο γύρω στις δέκα διεκδικήτριες, ομάδες δηλαδή που έχουν φανερό ή κρυφό στόχο να το κερδίσουν και που είναι αληθινά μεγαθήρια. Με βάση το καινούργιο format μια ελληνική ομάδα θα αντιμετωπίσει τουλάχιστον τέσσερις ομάδες που ανήκουν σε αυτές τις δεκαπέντε που ξεχωρίζουν. Φέτος ο Ολυμπιακός αντιμετώπισε την Άρσεναλ, την Ρεάλ Μαδρίτης, την Μπαρτσελόνα και την Μπάγερ Λεβερκούζεν. Όλες είναι ομάδες από πολύ δυνατά πρωταθλήματα συνηθισμένες να παίρνουν μέρος σε αυτή την μεγάλη διοργάνωση. Ολες ξεκινάνε πάντα πιο μπροστά από τον Ελληνα πρωταθλητή για ένα λόγο: είναι υποχρεωμένες έτσι κι αλλιώς να έχουν δυνατές ομάδες για να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες του πρωταθλήματος της χώρας τους. Αν τα καταφέρνουν σε αυτό, θα τα καταφέρουν λογικά και στο Τσάμπιονς λιγκ:  ισχύει για πάνω από δέκα ομάδες.  

Εκτός από αυτές τις ομάδες υπάρχουν μια σειρά από άλλες οι οποίες έχουν τα ίδια όνειρα και την ίδια περίπου δυναμικότητα με μία ελληνική ομάδα που θα βρεθεί στη διοργάνωση - δεν έχουν βέβαια και το ίδιο budget, πράγμα που κάτι σημαίνει. Τέτοιες ομάδες είναι συνήθως οι εκπρόσωποι των πρωταθλημάτων της Πορτογαλίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου, της Σκοτίας (αν είναι η Σέλτικ), της Τουρκίας, της Τσεχίας, της Πολωνίας: κάποιες από αυτές είναι ακριβότερες από τις ελληνικές, κάποιες άλλες όχι, όλες όμως είναι ομάδες του δεύτερου γκρουπ δυναμικότητας με τις οποίες ο πρωταθλητής Ελλάδος θα παλέψει για μια θέση στις 24 πρώτες. Σε αυτό το γκρουπ βάζω και τις ομάδες της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας  που δεν βρίσκονται στις 25 πρώτες του ευρωπαϊκού ranking κι έχουν πάρει εισιτήριο για την διοργάνωση έχοντας τερματίσει στο πρωτάθλημά τους από την τρίτη θέση και κάτω.

Τέλος υπάρχουν πάντα και κάποιες άλλες ομάδες που στα χαρτιά τουλάχιστον είναι ασθενέστερες από την ελληνική ομάδα που θα βρεθεί στην περίφημη League Phase κι έχουν έρθει από τα προκριματικά. Φέτος ο Oλυμπιακός συνάντησε και την Πάφο και την Καϊράτ που είναι ομάδες λιγότερο έμπειρες από αυτόν στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Πάντα θα υπάρχουν στους 8 μια – δυο ανάλογες. Επικίνδυνες και φιλόδοξες, αλλά όχι μεγαθήρια.  

Η διαφορετική δυσκολία

Γιατί τα υπενθυμίζω αυτά; Γιατί η δυσκολία απέναντι σ’ αυτούς τους αντιπάλους είναι ολότελα διαφορετική. Τέτοια διαφορά δυναμικότητας αντιπάλων εντός της ίδιας διοργάνωσης δεν υπάρχει σε καμιά άλλη διοργάνωση. Στο Europa league πρέπει μια ελληνική ομάδα είναι αρκετά άτυχη για να βρει μεταξύ των 8 αντιπάλων της δύο ομάδες εξαιρετικά πιο δυνατές από την ίδια που να λογίζονται ως διεκδικήτριες για την κατάκτηση του τροπαίου. Στο Conference League το πράγμα είναι πλέον ακόμα πιο εύκολο καθώς δεν συνεχίζουν σε αυτό ούτε οι αποκλεισμένοι από το Europa league όπως την χρονιά που ο Ολυμπιακός το κατέκτησε. Στο Europa league αν έχεις καλή άμυνα πας μακριά. Στο Conference League αν έχεις καλή επίθεση θα βρεις σίγουρα κάποιες βολικές Αμπερντίν να τις διαλύσεις. Στο Τσάμπιονς λιγκ υπάρχουν στο δρόμο σου και ομάδες απέναντι στις οποίες πρέπει να αμυνθείς και ομάδες που θα σε περιμένουν.  

Όλα ή τίποτα

Το μεγάλο πρόβλημα με το συμμετοχή στο Τσάμπιονς λιγκ είναι ότι οι διαφορές των πιθανών αντιπάλων δεν δίνουν την δυνατότητα της δημιουργίας μιας ομάδας με συγκεκριμένη στόχευση και στρατηγική. Τι θέλω να πω; Αν εμφανιστείς με μια ομάδα αμυντικά πολύ σκληρή, μπορεί να καταφέρεις να σταθείς αξιοπρεπώς στα παιχνίδια με τους πολύ δυνατούς που είναι βέβαιο ότι θα έχεις μπροστά σου και λέγονται Ρεάλ Μαδρίτης, Μπαρτσελόνα, Άρσεναλ, Λίβερπουλ, Μπάγερν Μονάχου, Παρί Σεν Ζερμέν κτλ. Μία τέτοια ομάδα όμως, που θα βασίζεται κυρίως στην αμυντική της σκληράδα είναι δύσκολο να κάνει αποτέλεσμα απέναντι σε αντιπάλους που κλείνονται και ποντάρουν στην μαχητικότητα, στο πάθος, στην μεγάλη θέληση. Ο Ολυμπιακός βρήκε φέτος την Πάφο και την Καϊράτ ως αντιπάλους του χεριού του: ζορίστηκε. Θα μπορούσε να έχει την Κοπεγχάγη ή την Καραμπάκ ή την Σλάβια Πράγας ή την καταπληκτική Μπόντο. Η δυσκολία του θα ήταν η ίδια.   

Κάθε ομάδα που αποφασίζει να στηριχτεί στην άμυνα της, έχει προβλήματα στο να ανοίξει τις ομάδες που παίζουν κλειστά. Από την άλλη αν έχεις επιθετικό παιχνίδι οργανωμένο και παραγωγικό, αλλά δεν έχεις άμυνα, δεν πας πουθενά ακόμα κι αν είσαι η Βιγιαρεάλ, η Νάπολι, η PSV, o Aγιαξ.

Παλιότερα τα πράγματα ήταν σαφώς πιο απλά. Τον καιρό που υπήρχαν οι όμιλοι των τεσσάρων ομάδων (για να μην αναφερθώ στο τι συνέβαινε παλιότερα) στα μάτια μου υπήρχε μπούσουλας: αυτό που κυρίως χρειαζόταν ήταν η ομάδα να έχει μια πολύ καλή άμυνα κι ένα στιβαρό αμυντικό παιχνίδι γενικά. Αν το είχε, μπορούσε να σταθεί αξιοπρεπέστατα απέναντι στην μία μεγάλη ομάδα που είχε στον όμιλο και να κάνει τέσσερα ματς βασισμένα στην τακτική προσήλωση παίζοντας με προσοχή με αντιπάλους συνήθως όχι και τόσο δυνατότερους. Κερδίζοντας δύο απά αυτά τα τέσσερα ματς έστω στο γκολ μπορούσε να προχωρήσει. Τώρα αν δεν έχεις άμυνα θα σε διασύρουν. Κι αν η επίθεση σου δεν είναι παραγωγική, μπορεί να κολλήσεις στο μηδέν απέναντι στους ψυχωμένους μικρότερους. Η να μην βρεις γκολ με ομάδες που δεν είναι μεγαθήρια, αλλά έρχονται από πιο δυνατά προβλήματα.

Η απάντηση του Μεντιλίμπαρ

Απέναντι σ’ αυτή την τεράστια δυσκολία ο Μεντιλίμπαρ έδωσε μια απάντηση φέτος για το τι πρέπει να κάνει μια ομάδα όπως ο Ολυμπιακός. Κατά το Βάσκο η μόνη λύση είναι τα παιχνίδια υψηλής έντασης. Σε αυτά χρειάζεται πολύ τρέξιμο, αντοχή στον υψηλό ρυθμό - κυρίως πολύ πρέσινγκ. Όπως αποδείχτηκε το ξόδεμά ενεργείας είναι τόσο μεγάλο που πληρώνεται στο εθνικό πρωτάθλημα. Αυτό δε συμβαίνει μόνο στην περίπτωση του Ολυμπιακού, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις. Η Μπόντο Γκλιμτ που κέρδισε την Μάντσεστερ Σίτι, την Ατλέτικο Μαδρίτης και την Ίντερ (δυο φορές...) έχασε το πρωτάθλημα Νορβηγίας. Η Κοπεγχάγη στην Δανία τερμάτισε έκτη. Η Κλαμπ Μπριζ δεν κατάφερε να κερδίσει το πρωτάθλημα Βελγίου πέρυσι μολονότι είναι πολύ καλύτερη ομάδα από τις υπόλοιπες. Η σεζόν των ομάδων που παίρνουν μέρος στο Τσάμπιονς λιγκ έχει πλέον πάρα πάρα πολύ σύνθετες δυσκολίες. Φέρνει πολλά χρήματα στις ομάδες η συμμετοχή στο Τσάμπιονς λιγκ. Αλλά έχει και μεγάλο κόστος.

Μεγάλο μπλέξιμο

Ο  Μεντιλίμπαρ  στην κεντρική του ιδέα προσέγγισης έχει απόλυτο δίκιο. Μια ομάδα όπως είναι ο πρωταθλητής Ελλάδος δεν μπορεί στην διοργάνωση αυτή να είναι μονοδιάστατη. Πρέπει και να ξέρει και να παίζει άμυνα και στην επίθεση να είναι παραγωγική. Αν ρίξεις το βάρος στο ένα από τα δύο τομείς δεν θα καταφέρεις τίποτα.

Ισως είναι λάθος να μιλάμε για το Τσάμπιονς λιγκ: αυτό που το Τσάμπιονς λιγκ συνολικά δυσκολεύει είναι την σεζόν μιας ομάδας όπως είναι οι ελληνικές. Κυρίως γιατί δεν γίνεται να έχεις άλλη ομάδα στο Τσάμπιονς λιγκ και άλλη ομάδα στην Ελλάδα. Ο Μεντιλίμπαρ φέτος μας έδειξε ότι στο Τσάμπιονς λιγκ του καιρού μας χρειάζεται να έχεις ομάδα με αθλητικότητα, παίκτες με αντοχές και ικανούς πρώτα από όλα στο πρέσινγκ και στις αντεπιθέσεις: μια τέτοια ομάδα λογικά μπορεί να ανταποκριθεί σε πολλές υποχρεώσεις, δηλαδή στην ανάγκη να αμυνθεί σωστά απέναντι σε μεγαθήρια αλλά και στην ανάγκη να ανοίξει κλειστές άμυνες ή να ανταποκριθεί σε παιγνίδια υψηλού ρυθμού με αντιπάλους ας πούμε ισοδύναμους. Αλλά αυτή η προσέγγιση ξεζουμίζει. Τόσο ώστε γίνεται δύσκολο για μια ελληνική ομάδα να ανταποκριθεί και στην τρίτη ανάγκη δηλαδή στην υποχρέωση να είναι η ομάδα ανταγωνιστική και στο ελληνικό πρωτάθλημα το οποίο έχεις πάντα σκοπό να κατακτήσει.

Πρόκειται για μπλέξιμο. Πολύ μεγάλο. Αλλά αυτά είναι τα δεδομένα που όλοι πρέπει να λαμβάνουν υπόψιν τους…