Το τελευταίο σουξέ της Χαρούλας

Το τελευταίο σουξέ της Χαρούλας


Την Κυριακή το βράδυ τελειώνοντας από τη δουλειά πολύ αργά θέλησα να κάνω μια βόλτα με το αμάξι στη νυχτερινή Αθήνα, πράγμα που συνηθίζω τα βράδια που έχω λίγη υπερένταση. Πιάνοντας την παραλιακή νόμιζα πως υπάρχει ένας προβολέας που με κυνηγάει: η βραδιά ήταν υπέρλαμπρη, γιατί υπήρχε ένα τεράστιο καλοκαιρινό φεγγάρι - έχει καθαρίσει πολύ κι ο αττικός ουρανός. Μηχανικά σχεδόν, χωρίς ούτε καν να το σκεφτώ, έβαλα ένα cd για να ακούσω την «Πανσέληνο» της Χάρις Αλεξίου, σε μια εκτέλεσή της, που μου αρέσει πολύ από μια ζωντανή ηχογράφηση μιας συναυλίας που είχε δώσει πριν χρόνια με τη Δήμητρα Γαλάνη: αυτή τραγουδάει κι ο κόσμος σχεδόν σβήνει, μολονότι όλοι ξέρουν τους στοίχους και θα θελαν να της κάνουν σεγκόντο. Δεν ήξερα την απόφασή της να σταματήσει να τραγουδάει – την έμαθα το επόμενο πρωί.

Από την πρώτη φορά που την άκουσα

Για οτιδήποτε μου αρέσει έχω καταλήξει πως μόνο κριτήριο είναι η ανάμνηση που δημιουργεί το σμίλευμα του χρόνου. Δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο, αλλά σε κάθε περίπτωση ο χρόνος είναι ένα είδος πλατφόρμας πάνω στην οποία ακουμπάω ό,τι με εντυπωσίασε ή ό,τι αγάπησα. Όταν αναφέρομαι σε ταινίες που μου αρέσουν θυμάμαι με ποιόν και που τις πρωτοείδα. Όταν μιλάω για βιβλία που λάτρεψα θυμάμαι ποιος και που μου μίλησε για τον συγγραφέα τους – πάντοτε διάλεγα με βάση υποδείξεις. Κι όταν ακούω τραγουδιστές, με φωνές που με συγκίνησαν, θυμάμαι πάντα την πρώτη φορά που γράψανε κάτι μέσα μου. Την Χάρις Αλεξίου, Χαρούλα τότε, την άκουσα για πρώτη φορά μικρός, πολύ μικρός, στο δημοτικό στάδιο του Βόλου σε μια συναυλία της τότε. Ηταν εποχές που οι τραγουδίστριες κάνανε καριέρα μόνο με τα μικρά τους ονόματα – λέγονταν Ελπίδα, Ελευθερία, Χριστιάνα κτλ.

Εγώ από την πρώτη φορά που την άκουσα δεν τόλμησα για χρόνια να την αποκαλέσω «Χαρούλα»: ήταν για μένα η Χάρις Αλεξίου – κάτι τεράστιο που δεν μπορείς να αποκαλείς με ένα υποκοριστικό. Σημειωτέων τότε δεν είχε βγάλει ακόμα την «Οδό Νεφέλης 88» - τον δίσκο της απόλυτης καλλιτεχνικής της ωριμότητας – δεν είχε δηλαδή στο ρεπερτόριο της την «Πανσέληνο», τη «Νεφέλη», το «Μινοράκι». Δεν είχε συνεργαστεί με τον Μάνο Χατζιδάκι στο Σείριο, δεν είχε βγάλει «Τα απρόβλεπτα τραγούδια» (όπου είχε πει από Τσιτσάνη μέχρι Πάολο Κόντε) και δεν είχε καν τραγουδήσει την «Ελένη» του Θάνου Μικρούτσικου ή το «Δι Ευχών». Αλλά είχε πάντα αυτή την υπέροχη φωνή – μια φωνή που την μεταμόρφωνε για να πει λαϊκά, να περάσει μια βόλτα από την Οδό Αριστοτέλους, να σου θυμίσει πως η «Αγάπη είναι ζάλη». Ο Χατζιδάκις έλεγε ότι είναι η «Μπάρμπαρα Στρέιζεντ της Ελλάδος» - εγώ πάλι αυτό τον σπάνιο λυγμό στη φωνή που μπορούσε να καταθέσει η Αλεξίου δεν τον άκουγα από καμία άλλη. Αλλά υποπτευόμουν συγχρόνως πως θα ναι δύσκολο αυτή η φωνή να συνεχίσει να είναι έτσι συνταρακτική χάρη στις μεταμορφώσεις της για δεκαετίες κι όταν άρχισε η υπόγεια συζήτηση ότι η φωνή της κομμάτι έσπασε την παρακολουθούσα στις παρέες χωρίς ποτέ να πάρω θέση. Αν ο κόσμος έχει ανάγκη από ενοχλητικές αλήθειες, ας τις κρατήσει για τον εαυτό του.       

Με τον καιρό οι εμφανίσεις της Αλεξίου αραίωσαν: έγιναν τόσο σπάνιες που έπιασα τον εαυτό μου να την αποκαλεί «Χαρούλα» - ότι δεν τολμούσα να πω μικρός από συστολή στο μεγαλείο της φωνής της, άρχισα να το λέω μεγάλος, μάλλον από συμπάθεια γιατί την έβλεπα να ξεμακραίνει. Αλλά η απόφασή της να δημοσιοποιήσει το αντίο της την έκανε πάλι τεράστια στα μάτια μου: δεν είναι η γενναιοψυχία το σημαντικό, (δεν είναι δα και κατόρθωμα να πει κάποιος σταματάω…), είναι η τιμιότητα αυτό που με γοητεύει.

Εχουν ακόμα φωνή

Σήμερα περισσότερο από ποτέ οι καριέρες των τραγουδιστών μπορεί να παρατείνονται στο διηνεκές: μερικοί κάνουν σουξέ και μετά θάνατο – η τεχνολογία κάνει θαύματα. Τα στούντιο ηχογράφησης έχουν μοναδικές πλέον δυνατότητες κι είναι κάπως παράδοξο αυτό γιατί από την άλλη η δισκογραφία φθίνει και το βλέπουμε. Ενας καλός ηχολήπτης μπορεί να μετατρέψει σήμερα την οποιαδήποτε μετριότητα σε Παβαρότι και δεν το λέω τυχαία: παρατηρώ ότι όσο οι τραγουδιστές μεγαλώνουν σε ηλικία, τόσο πιο πολύ εμπιστεύονται την «τέχνη της κορώνας», ακριβώς γιατί πίσω της μπορεί να υπάρχει και λίγη μηχανική υποστήριξη. Βλέπω ανθρώπους με δισκογραφία και δόξα γιγάντια να προσπαθούν εν αγωνίως να μας πείσουν «ότι έχουν φωνή»  (για την ακρίβεια ότι «έχουν ακόμα φωνή») λες και κάποιος το αμφισβητεί μοιράζοντας προκηρύξεις εναντίον τους από σπίτι σε σπίτι. Αισθάνομαι την κουραστική ανάγκη τους για επίδειξη της φωνής τους – ίσως και για επίδειξη της ίδιας τους της παρουσίας. Πολλοί καταλαμβάνονται από ένα είδος υπαρξιακού στρες, νομίζουν ότι ο κόσμος θα τους ξεχάσει αν πουν αντίο και παλεύουν με την ίδια την εικόνα τους χωρίς να υποψιάζονται πως το να ξέρεις να φεύγεις είναι εξίσου σημαντικό με την πρώτη εμφάνιση – ίσως και σημαντικότερο.

Για να μην είμαι άδικος, δεν διακρίνω αυτό το άγχος του αντίο μόνο στους τραγουδιστές ή στους ηθοποιούς ή στους ανθρώπους του θεάματος, αλλά το βλέπω γενικά και παντού: μια μεγάλη κατηγορία ανθρώπων φοβάται το αντίο γιατί νοιώθει πως χωρίς την καθημερινή φθορά που του εξασφαλίζει η δουλειά του θα μελαγχολήσει βαριά και γρήγορα. Είναι άνθρωποι που μου προκαλούν την ίδια συμπάθεια, που με έκανε ξαφνικά να λέω την Χάρις Αλεξίου με αμετροέπεια «Χαρούλα», αλλά η δική μου συμπάθεια εν προκειμένω δεν σημαίνει απολύτως τίποτα: δεν θα βοηθήσει καθόλου στην θεαματικότητα του επιλόγου.

Μια τελευταία εξομολόγηση

Ο επίλογος της Χάρις Αλεξίου είναι λιτός και σπάνιος, απλός και τίμιος, υπέροχος και δικός της. Είναι σαν να την ακούω να λέει πως δεν έχει κανένα νόημα να παριστάνεις την παιδούλα, όταν τα χρόνια περάσουν. Είναι σαν να έχει πιάσει τον καθένα από μας που τραγουδήσαμε τα τραγούδια της και να του εξηγεί ότι αφού δεν μπορεί να τα υποστηρίξει με τον τρόπο που το έκανε κάποτε, δεν έχει κανένα λόγο να τα φθείρει: θα μας τα αφήσει όπως τα αγαπήσαμε, φορτωμένα από αγάπη, συγκινήσεις, αναμνήσεις και θαυμασμό για μια φωνή που υπήρξε κάτι μοναδικό. Νομίζω πως περισσότερο από το να μας αποχαιρετίσει, θέλησε να μας κάνει μια εξομολόγηση: να μας πει ένα τελευταίο σουξέ – το πιο προσωπικό της, ένα σουξέ ξανά της Χαρούλας. Αυτή τη φορά δεν θα το τραγουδήσουμε. Στο σεγκόντο, ας της πούμε απλά «σε ευχαριστούμε…».