Το πεζοδρόμιο του Φοίβου Δεληβοριά

Το πεζοδρόμιο του Φοίβου Δεληβοριά


Πριν λίγες μέρες είχα γράψει ότι τα Σάββατα του Φεβρουαρίου ανήκουν στον Φοίβο Δεληβοριά, αλλά ειλικρινά δεν πίστευα ότι θα γινόταν τέτοιος χαμός στο Κύτταρο, όπου και εμφανίζεται. Πάντα ο Φοίβος έχει τον κόσμο του, αλλά φέτος είναι σαν ο κόσμος να έχει ανάγκη τον Φοίβο – κι ας μην είναι ακριβοθώρητος. Σκεφτόμουν, βλέποντάς τον στην σκηνή, πότε ακριβώς ένας τραγουδοποιός φτάνει στην ευχάριστη θέση να ανοίξει την πόρτα της καλλιτεχνικής του ωριμότητας και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι αυτό συμβαίνει όταν ο κόσμος τον έχει πιο μεγάλη ανάγκη από όση έχει αυτός τον κόσμο – σε αυτό ακριβώς το σημείο της διαδρομής είναι ο Δεληβοριάς. Βέβαια αυτό ένας δημιουργός δεν θα σου το πει ποτέ. Ο δημιουργός, που δεν έχει καβαλήσει το καλάμι, πάντα περιμένει τον κόσμο του, ως οικοδεσπότης και ποτέ δεν πιστεύει πως το κοινό θα τρέξει να τον δει, έχοντας υπογράψει μαζί του μια συνθήκη ζωής – έτσι πρέπει να αισθάνεται, κι αυτή η γλυκιά ανασφάλεια είναι που πρέπει να τον οδηγεί: ομολογώ ότι πάντα αγαπούσα τους ανήσυχους πιο πολύ από τους χαρισματικούς. Αλλά όποιος παρατηρεί τη σχέση του κοινού με τον τραγουδοποιό μπορεί, στην περίπτωση του Φοίβου, να διακρίνει τα σημάδια μιας σχέσης αγάπης που δεν γεννήθηκε πάνω σε εφήμερα σουξέ: ο κόσμος του Φοίβου (δηλαδή το κοινό του) έχει ανάγκη τον κόσμο του Φοίβου (δηλαδή τα τραγούδια και τις εμφανίσεις του). Κι όταν αυτοί οι δυο κόσμοι συναντιόνται, όπως φέτος στο Κύτταρο, καταλαβαίνεις γιατί για όλους τους εμπλεκόμενους η ζωή, πραγματικά, μόνο έτσι είναι ωραία.

Από την Καλλιθέα στην περιπλάνηση

Ο Δεληβοριάς ονομάζει την εφετινή του παράσταση «Πεζοδρόμιο», γιατί, όπως λέει, μετά την γκλαμουριά της καλοκαιρινής «Ταράτσας» ένοιωσε λίγο την όρεξη να περιπλανηθεί μαζί μας και μόνος του. Οι τίτλοι των παραστάσεών του συνήθως μαρτυρούν την διάθεση για ένα είδος σκηνοθεσίας των εμφανίσεών του: ψάχνοντας τον τίτλο είναι σαν να βάζει τα πράγματα σε μια σειρά - πιστεύω πως ακριβώς επειδή η αναζήτηση του τίτλου αφορά απικλειστικά τον ίδιο, το διασκεδάζει αναζητώντας τον. Ο τίτλος, στο μυαλό του, μετατρέπει αυτό που είναι στην προκειμένη περίπτωση ένα πρόγραμμα σχεδόν συναυλιακό, (που συμβαίνει να φιλοξενείται σε μια μουσική σκηνή), σε «παράσταση», δηλαδή σε κάτι που έχει μια σειρά και μια ροή και που μοιάζει σχεδιασμένο για το χώρο και το κοινό του.

Ο Φοίβος καλησπερίζοντας μας, μας καλεί να καταλάβουμε το γιατί επέλεξε τα συγκεκριμένα τραγούδια και ισχυρίζεται ότι οι επιλογές τους επιτρέπουν ένα είδος βόλτας σε μια πόλη, τα πεζοδρόμια της οποίας έχουν χάσει τον αληθινό λόγο της ύπαρξής τους. Μοιάζει να πιστεύει πως θα δούμε κι εμείς που τον ακούμε την διαδρομή, στην οποία ο ίδιος περιδιαβαίνει. Στη διάρκεια της βραδιάς ο Φοίβος περνά με τα τραγούδια του από την Καλλιθέα στο Παγκράτι, σταματά στο κέντρο της Αθήνας για να δει αν υπάρχει ένας σκύλος στο Κολωνάκι, γυρίζει σπίτι σαν μπάσταρδος γιός, θυμάται πως, που και πότε ακριβώς μεγάλωσε σαχλαμαρίζοντας στη διαδρομή, τρέχει πίσω από εκείνη, ξαποσταίνει, ρεμβάζει, χαίρεται με αυτή που περνάει, μονολογεί. Θα ήταν ωραίο να μπορείς να παρακολουθήσεις όλο αυτό το δρομολόγιο όπως το έστησε, αλλά δεν μπορείς: είναι τόση η διάθεσή σου να χαρείς τα τραγούδια του, (που έχεις και καιρό να τα ακούσεις αφού στην Ταράτσα δεν τα έλεγε, κάνοντας πολλά άλλα…), που παρασύρεσαι από τη μουσική του και δεν παρακολουθείς την σκηνοθεσία του – ίσως γιατί η ίδια η σκηνοθεσία έχει σκοπό την περιπλάνησή σου.

Αλλωστε φταίει αυτός…

Ο Φοίβος μικρός ήθελε να γίνει σκηνοθέτης και μεγαλώνοντας σκηνοθετεί τραγουδώντας – αλλά έχει μια ατυχία: είναι τόσο καλός τραγουδοποιός που μας κάνει να ξεχνάμε το σκηνοθετικό κομμάτι της δουλειάς του – πιστεύω θα μας συγχωρέσει. Άλλωστε φταίει αυτός. Αυτή τη φορά οι πρόζες (που όλοι αγαπάμε…) είναι ελάχιστες – δεν μας λέει καν την ιστορία της γυναίκας του Πατόκου, γιατί μια τέτοια κυρία δεν έχει καμία δουλειά σε πεζοδρόμια. Στα πλαίσια της σκηνοθεσίας έχει φορτώσει το πρόγραμμα με μερικά πολύ ωραία τραγούδια άλλων – κι αυτό είναι που μας κάνει να ξεχνάμε εντελώς ότι αυτό που παρακολουθούμε είναι παράσταση: ενώ θα θελε να μας καθηλώσει στις καρέκλες για να χαρούμε την ιδέα πίσω από τη δουλειά, καταφέρνει να μας ταξιδεύει – ποιο πεζοδρόμιο; Από ένα σημείο κι έπειτα, αν πεζοδρόμιο υπάρχει, είναι γεμάτο από διαμαντάκια. Με μια μπάντα που βγάζει φλόγες, (όλοι κι ευτυχώς έχουν τα σόλα τους ώστε να εισπράξουν το δίκαιο χειροκρότημα…), ο Φοίβος κάνει επαναπροσεγγίσεις (κι όχι διασκευές) τραγουδιών που ακόμα κι αν κάποιοι γνωρίζουν, αμφιβάλω αν είχαν καταλάβει τη δύναμή τους. Αφήνοντας στην άκρη την γνωστή play list των τραγουδοποιών, τα ωραία και διαχρονικά σουξέ του Σαββόπουλου, του Πορτοκάλογλου, του Μαχαιρίτσα, του Λουκιανού, που και ο ίδιος έχει πει, ο Φοίβος ανασύρει από τη δισκοθήκη της καρδιάς του τραγούδια που είχαμε ν ακούσουμε καιρό – κάποια δεν τα λένε ούτε οι δημιουργοί τους.

Ετσι, στο Πεζοδρόμιο, αλλά στην πραγματικότητα σε ένα πάρτι μαγικό, ο Φοίβος μας θυμίζει ότι «η μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη» είναι μια απο τις πιο ροκ μπαλάντες που έχουν γραφτεί στην Ελλάδα, ότι ο Νικολάϊδης δεν έχει πει μόνο τη «Σανταρόζα», ότι το «η Μαίρη θέλει να πάει απόψε σινεμά» είναι ένα υπέροχο τραγούδι. αν το τραγουδήσεις (κι οχι αν απλά απαγγέλεις τους στίχους του), ότι καμιά φορά «ο χαμένος τα παίρνει όλα». Όλα αυτά και άλλα πολλά, παντρεύονται με τα δικά του τραγούδια κάνοντας τον κόσμο, που ασφυκτικά γεμίζει το Κύτταρο, να λέει χαλάλι για την αναμονή – αν για να περάσουμε τόσο ωραία πρέπει να γυρνοβολάμε στο πεζοδρόμιο του Φοίβου θα το κάνουμε με την καρδιά μας.

Απογειώνοντας το Κύτταρο

Λένε ότι ο Δεληβοριάς είναι από αυτούς που παιδεύουν το κοινό τους. Πειράζει τα τραγούδια του, δεν τα λέει όλα, αφήνει έξω από τα προγράμματά του πολλά από αυτά που το κοινό του λατρεύει, για να πει άλλα άλλων τους οποίους σχεδόν πάντα αντιμετωπίζει ως ικανότερους – ενώ εμείς για αυτό αμφιβάλουμε. Εμένα ποτέ δεν με παίδεψε: περιμένω πάντα τις επιλογές του. Μια αρκετά επιτυχημένη ήταν αυτή τη φορά να πάει στο Κύτταρο, σε ένα χώρο που νομίζεις πως οι τοίχοι του τραγουδάνε. Το αναλλοίωτο για χρόνια «μαγαζί σκηνικό» ο Φοίβος φέτος το απογειώνει ως χώρο, όπως οι καλοί σκηνοθέτες. Γιατί και ως σκηνοθέτης είναι εξαιρετικός, αλλά δεν χρειάζεται να του το λέμε – μπορεί να το πάρει πάνω του. Κι εμείς τον θέλουμε στην άσφαλτο με το χώμα που καίει, στο πεζοδρόμιο…