Το φάντασμα της ελευθερίας

Το φάντασμα της ελευθερίας

«Αισθάνομαι άσχημα στην προεκλογική περίοδο. Μου αρέσει, όμως η μέρα των εκλογών. Η προεκλογική φασαρία σταματά, ο ήχος χαμηλώνει και μία υποψία κενού εξουσίας, ευχάριστη σαν αεράκι, πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Απολαμβάνω τη μέρα γιατί για είκοσι τέσσερις ώρες δεν ξέρω ποιος θα με κυβερνήσει, ούτε θέλω να μάθω. Ο χρόνος διαστέλλεται, όπως τη νύχτα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς. Αναδύονται οι άνθρωποι, οι φίλοι που συζητούν και οι συγγενείς που πηγαίνουν ξανά στα χωριά να ψηφίσουν – ή σε γειτονιές της πόλης, στις οποίες υπό κανονικές συνθήκες δεν πατάνε πια το πόδι τους: ίσως να τις αποφεύγουν κιόλας. Οργανώνονται γεύματα και οινοποσίες. Η Κυριακή των εκλογών αξιοποιείται πλήρως. Εκεί που η πολιτική φτάνει στο μέγιστο σημείο, αρχίζει ταυτόχρονα να υποχωρεί κι αυτή η στιγμή είναι ανεκτίμητη και νομιμοποιεί τις εκλογές: σχεδόν τις κάνει απαραίτητες. Για είκοσι τέσσερις ώρες το φάντασμα της ελευθερίας ενώνει τους ψηφοφόρους και τρομοκρατεί τους υποψηφίους - είναι οι μόνοι που κινδυνεύουν αυτή τη μέρα. Η μη εκλογή είναι συνήθως μια οδυνηρή κατάσταση για όποιον αντιλαμβάνεται την πολιτική ως ευκαιρία για αξιώματα».

Το συγκεκριμένο κείμενο είναι ένα μικρό απόσπασμα από ένα κομμάτι του Χρήστου Βακαλόπουλου, γραμμένο τη δεκαετία του ’80 στο περιοδικό «Αντί». Τη δεκαετία εκείνη, μετά τις πρώτες εκλογές που κέρδισε με χαρακτηριστική άνεση το ΠΑΣΟΚ στο ξεκίνημα της, όλες σχεδόν οι εκλογικές αναμετρήσεις έμοιαζαν. Βασίζονταν στην πόλωση και στην φασαρία και εργαλείο των πρωταγωνιστών τους ήταν η διαίρεση των ψηφοφόρων: ψήφιζες όχι υπέρ ενός κόμματος, αλλά κυρίως κόντρα σε ένα άλλο. Οι σημερινές εκλογές δεν μοιάζουν καθόλου μα καθόλου με εκείνες – ο πολύς κόσμος θέλει απλά να είναι η πραγματική αρχή του τέλους της κρίσης. Οι περισσότεροι ψηφοφόροι μοιάζουν να επιθυμούν να φύγουν από την ζωή τους όσοι είδαν στην κρίση μια ευκαιρία για  προσωπική ανέλιξη – να φύγουν όσοι σε αυτή επένδυσαν. Σήμερα δεν ενώνει τους ψηφοφόρους μόνο «το φάντασμα της ελευθερίας», τη δράση του οποίου ο μακαρίτης ο Βακαλόπουλος, που τόσο μας λείπει, τόσο ωραία περιγράφει, αλλά τους ενώνει και η απέχθεια για όσους διηγήθηκαν παραμύθια, ενώ ο σκοπός τους ήταν η κατάληψη της γλυκιάς εξουσίας.

Σήμερα, πριν καν φτάσουμε στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, υπάρχει η αίσθηση πως δεν περιμέναμε τις εκλογές για να ακούσουμε λόγια παρηγοριάς, ούτε τεράστιες υποσχέσεις. Οποιος κι αν κερδίσει επιχείρησε να μας πείσει για την ανάγκη να πάμε μπροστά χωρίς να κοιτάζουμε τι έγινε. Και για αυτό η φασαρία στην προεκλογική περίοδο που προηγήθηκε ήταν ελάχιστη: γιατί να φωνάζεις, αν δεν πλειοδοτείς σε υπερβολές;

Από το 2008 και μετά, όλες πλέον οι πολιτικές παρατάξεις έχουν πληρώσει το λογαριασμό των λανθασμένων χειρισμών τους και των τραγικών τους αποφάσεων: τελευταία η τωρινή κυβέρνηση με τις βαριές ήττες στις ευρωεκλογές και στις περιφερειακές εκλογές. Αυτή τη φορά η ψήφος θα είναι λιγότερο τιμωρητική και περισσότερο ψήφος ελπίδας. Και η ελπίδα στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι μια βουτιά στο κενό (ρήξεις και τυφλές απειλές για να δούμε τι θα γίνει…), αλλά μια ευχή για επιστροφή σε μια κανονικότητα, που μοιάζει χαμένη.

Από το 1974 και μετά έχω την εντύπωση πως οι Ελληνες ψηφίζουν κυρίως συναισθηματικά. Μπλέκουν με την ψήφο τους ανάγκες που θα πρεπε να αντιμετωπίσουν στο κρεβάτι του ψυχολόγου – αν είχαν τη δύναμη να παραδεχτούν ότι κάπου βαθιά μέσα τους υποφέρουν. Η ανάγκη να τιμωρήσεις όποιον νοιώθεις ότι σε κορόιδεψε (γιατί σου έκοψε τη σύναξη π.χ) και η ανάγκη να ευχαριστήσεις όποιον νοιώθεις ότι σε βοήθησε (γιατί σου διόρισε το παιδί π.χ) είναι οι δυο όψεις τις ίδιας ακριβώς συναισθηματικής αντίδρασης. Οργή και ανακούφιση δεν μπορεί να αποτελούν κριτήρια, όσο δυνατά συναισθήματα κι αν είναι, αλλά με αυτά πορευτήκαμε.

Οποιος ήθελε την ψήφο μας έπρεπε σε αυτά να ποντάρει, σαν τον παίκτη του καζίνο που παίζει στη ρουλέτα «μαύρο – κόκκινο». Όταν λεφτά υπήρχαν κέρδιζε η ανακούφιση – η βάση της δημιουργίας αυτού του Κράτους που μάθαμε να αποκαλούμε «πελατειακό». Κι όταν λεφτά δεν υπήρχαν φούντωνε η αγανάκτηση – στην οποία δινόταν πολιτικό περιεχόμενο από όσους με δαύτη έτριβαν τα χέρια τους βλέποντάς την σαν ευκαιρία για κρουαζιέρες με τα κότερα της εξουσίας.

Και ξαφνικά, τον Ιούλιο του 2019, και τα δυο αυτά υποχώρησαν: η νέα πελατεία αποδείχτηκε μικρή, η παλιά οργή ξεθύμανε, ο κόσμος πάει να ψηφίσει σαν να ξύπνησε από ένα κακό όνειρο. Δεν ξέρω αν θα χρησιμοποιήσει το μυαλό του κι αν θα αναλύσει τα δεδομένα, αλλά τουλάχιστον ξανακούστηκαν λέξεις όπως «μέλλον», «πατρίδα», «προκοπή» «ανάπτυξη» κτλ. Και το σημαντικότερο; Εγινε πεδίο αναμέτρησης αυτή η περιφρονημένη μεσαία τάξη για την οποία κανείς για χρόνια δεν μιλούσε. Οσοι δεν την υπολόγιζαν την είδαν μπροστά τους – για την ακρίβεια είδαν την πλάτη της. Κι όποιοι κατάλαβαν από προηγούμενα παθήματα ότι αυτή είναι η ραχοκοκαλιά της χώρας, έχουν σήμερα το αβαντάζ να κυβερνήσουν, χωρίς ωστόσο να έχουν πάρει κάποιου είδους λευκή επιταγή. Αυτό είναι ίσως το πιο ωραίο συμπέρασμα των σημερινών εκλογών: οι πολίτες αποφασίζουν ποιους με αυστηρότητα θα κρίνουν από αύριο κιόλας. Αν τους απογοητεύσουν στις επόμενες εκλογές θα εισπράξουν αποδοκιμασία: οι στρατευμένοι τυφλοί υποστηρικτές γίνονται ολοένα και λιγότεροι. Και πάλι καλά.

Το «φάντασμα της ελευθερίας», που για τον Βακαλόπουλο εμφανιζόταν την Κυριακή των εκλογών για να ενώσει τους ψηφοφόρους και να τρομοκρατήσει τους υποψηφίους σωτήρες, μένει πλέον στη χώρα μόνιμα – οι πολιτικοί μας δεν θα ξεμπλέξουν πλέον εύκολα μαζί του. Παλιά το ξόρκιζαν – από την επόμενη κιόλας μέρα μπορούσαν να κάνουν τα δικά τους, αφού μαζί με την ψήφο μας τους παραχωρούσαμε και το δικαίωμα στην εκμετάλλευσή της. Για χρόνια αυτή την ψήφο, οι νικητές την θεωρούσαν αποκλειστικά δική τους, σαν να τους την είχαμε παραχωρήσει άνευ όρων ζαλισμένοι από την προεκλογική φασαρία και την παραζάλη, που μας δημιουργούσε. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε φασαρία και κατά συνέπεια δεν υπάρχει και κανένα συμβόλαιο που κάποιος θα μπορούσε να επικαλεστεί για να κάνει ό,τι θέλει, ξεκινώντας πάντα από όσα μας έκρυψε. Το φάντασμα της ελευθερίας που ενώνει τους ψηφοφόρους θα τρομοκρατεί για μια τετραετία (;) τους πολιτευτές – κυρίως όσους εκλέχτηκαν για να κυβερνήσουν. Αν δεν είναι σωστοί και συνεπείς στις διακηρύξεις τους, αλίμονο τους…  

(ΒΗΜΑgazino, Ιούλιος 2019)