Το «εγώ είμαι εδώ» του Λάζαρου Χριστοδουλόπουλου

Το «εγώ είμαι εδώ» του Λάζαρου Χριστοδουλόπουλου

Το παιγνίδι του Ατρομήτου με τον ΠΑΟΚ, τρελό κι απρόβλεπτο, είναι μια ωραία ευκαιρία για να θυμηθούμε ότι στο καταπληκτικό αυτό παιγνίδι που λέγεται ποδόσφαιρο υπάρχουν περιπτώσεις παικτών που μπορεί να αγωνίζονται σε μια ομάδα και να έχουν μέγεθος πιο μεγάλο από δαύτη. Αναφέρομαι στην περίπτωση του Λάζαρου Χριστοδουλόπουλου και δεν μιλάω για την ικανότητα του να κάνει τη διαφορά ή τη δυνατότητα της προσφοράς του, αλλά για το ποδοσφαιρικό του μέγεθός. Ο Λάζαρος με ένα τέταρτο παρουσίας στο γήπεδο του Περιστερίου μετέτρεψε ένα κακοπαιγμένο και σχεδόν άνευρο ματς, σε κάτι που όποιος παρακολούθησε δύσκολα θα ξεχάσει. Ο Χριστοδουλόπουλος άλλαξε το ματς με την παρουσία του. Όπως είχε κάνει λίγους μήνες πριν και στο παιγνίδι του Ατρόμητου με τον ΠΑΟ. Και τότε η εμφάνισή του στο γήπεδο για 30 λεπτά είχε προκαλέσει την ανάσταση της ομάδας του – μάλιστα σε εκείνο το ματς είχε σκοράρει. Από την άλλη κάποιος που λέγεται Λάζαρος δεν θα μπορούσε παρά να είναι ειδικός στις αναστάσεις.  

Όταν πατάει στο γήπεδο

Ο Λάζαρος χθες δεν βάζει γκολ. Δεν δίνει επίσης καμία ασίστ από αυτές που κρίνουν παιγνίδια. Αν μετρήσεις με το μοιρογνωμόνιο της στατιστικής την παρουσία του στο γήπεδο θα βρεις πέντε – έξι αγγίγματα της μπάλας. Ένα ρήγμα. Μια ντρίπλα. Ένα σουτ – φάουλ εξαιτίας του οποίου θυμώνει με τον εαυτό του. Μια πάσα στα δέκα μέτρα. Η στατιστική λέει ότι όλα αυτά, αν και όχι εντελώς ασήμαντα, δεν μπορεί να έχουν κρίνει ένα ματς που ο Ατρόμητος χάνει στο 82΄και κερδίζει στο 93΄. Αλλά η στατιστική δεν είναι ποδόσφαιρο. Ποδόσφαιρο είναι ο Λάζαρος.

Όταν ο παίκτης πατάει το πόδι του στο γήπεδο είναι σαν ξαφνικά ο Ατρόμητος να λύνει τα μισά του προβλήματα. Αισθάνεσαι ξαφνικά ότι έχει ένα ποδοσφαιριστή που μπορεί να διαβάσει την αδυναμία του ΠΑΟΚ και να μεταβάλει ριζικά τα εντός γηπέδου δεδομένα. Ο Λάζαρος εμφανίζεται, σε ρόλο αυτόκλητου πρωταγωνιστής με μια μαύρη κορδέλα στα μαλλιά και το μόνιμο βλέμμα του κομμάτι θυμωμένου που σε πείθει πως δεν πρόκειται να δεχτεί καμία ήττα μοιρολατρικά. Ενας σταρ που γουστάρει τα φώτα και το παλκοσένικο ζει τη στιγμή του. Εξι λεπτά μετά το δικό του πέρασμα στο ματς ο Ουάρντα, αφύλαχτος μέσα στη μικρή περιοχή μετά από εκτέλεση κόρνερ, σκοράρει και δίνει στον ΠΑΟΚ το προβάδισμα. Γράφονται ήδη κομμάτια για τη μεγάλη επιστροφή του Αιγύπτιου, το καταπληκτικό του ντεμπούτο, την ριζική του αλλαγή, πράγμα που τον καθιστά ένα επιπλέον όπλο στα χέρια του Πάμπλο Γκαρσία. Όλα αυτά μπορεί να ισχύουν, αλλά χθες κατέληξαν στον κάδο των αχρήστων. Γιατί η βραδιά ήταν του Λάζαρου.

Όλα είναι στιγμές

Το ποδόσφαιρο είναι ένα συναρπαστικό παιγνίδι γιατί πολλές φορές σε αυτό οι στιγμές είναι σημαντικότερες από τις συνολική εμφάνιση: αυτό είναι η κύρια και βασική διαφορά του από πολλά άλλα ομαδικά σπορ. Στο ποδόσφαιρο κάποιος που ξέρει τη γνώση της δυσκολίας είναι κάποιες φορές ευκολότερο να βρει τη λύση από κάποιον που τρέχει ασταμάτητα, μοχθεί, σκίζεται και προσπαθεί ενενήντα λεπτά. Ο Χριστοδουλόπουλος αποδιοργανώνει με τρεις τέσσερις κινήσει την άμυνα του ΠΑΟΚ απλά με την κίνησή του. Ξέρει ότι ο Γιαννούλης δεν έχει πιά το μυαλό του στην άμυνα, αφού βλακωδώς τον έχουν πείσει ότι μεταγραφές και τεράστια συμβόλαια θα βρει χάρη στις επιθετικές του αρετές, και μεταφέρει το παιγνίδι του Ατρόμητου από την πλευρά του, ενώ σε όλο το προηγούμενο ματς η ομάδα του Κάναντι κακώς προσπαθούσε απλά να κουράσει τον Βιερίνια. Πριν τη φάση του 2-2 ο Λάζαρος δημιουργεί ένα ρήγμα μόνος του, πετώντας τη μπάλα μπροστά και βάζοντας όλο τον ΠΑΟΚ στην περιοχή του με το έτσι θέλω. Στη συνέχεια «χορεύει» τον Γιαννούλη και προκαλεί τον πανικό που είναι απαραίτητος για να γίνει ακόμα και ο Χαρίσης σκόρερ. Και στο φινάλε του ματς δεν χρονοτριβεί με την μπάλα για να «φάει» το χρόνο των καθυστερήσεων όπως θα έκαναν άλλοι κι άλλοι, αλλά βλέπει την ανοργανωσιά της άμυνας του Γκαρσία και βγάζει τον Ατρόμητο μπροστά. Η πάσα του, πριν την ασίστ του Μάτιτς στο Νάτσο, είναι μια χειρουργική ξυραφιά: ο Λάζαρος κόβει το γήπεδο και συγχρόνως φωνάζει «πάμε να κερδίσουμε». Μιλάει. Με τη μπάλα. Όπως όλοι οι μεγάλοι ποδοσφαιρικοί αρτίστες.

https://www.enwsi.gr/wp-content/uploads/2021/01/07/3059923-750x430.jpg

Ορίζει το ματς

Καμία από αυτές τις απλές προσωπικές του κινήσεις δεν μπορεί να κάνει άλλος παίκτης του Κάναντι. Ο Μουνιόθ μπορεί να βρει ένα καταπληκτικό σουτ και ο Ατρόμητος να ισοφαρίσει προσωρινά σε 1-1, ο Μάτιτς μπορεί να κάνει την κάθετη πάσα με την οποία ο Νάτσος κάνει το 3-2, (γελοιοποιώντας συγχρόνως και τον επόπτη Μιχάλη Δημόπουλο που τον υπέδειξε οφσάιντ για να σώσει τον ΠΑΟΚ), αλλά μόνο ο Λάζαρος μπορεί να ορίσει τις τύχες ενός ματς ανατρέποντας την προδιαγεγραμμένη εξέλιξή του. Γιατί μόνο αυτός έχοντας παίξει στον ΠΑΟΚ, τον Παναθηναϊκό, την ΑΕΚ και τον Ολυμπιακό μπορεί να καταλάβει το μομέντουμ και να σκηνοθετήσει ένα φινάλε αξέχαστο. Το δικό του «εγώ είμαι εδώ» το ακούγαμε πάντα όλοι.

Αν είμασταν σε μια χώρα που πραγματικά αγαπάει το ποδόσφαιρο ο Χριστοδουλόπουλος θα είχε φαν κλαμπ προσωπικών οπαδών – θα λατρευόταν ως σύμβολο του ποδοσφαίρου μας για αυτή την απίθανη διαδρομή καριέρας που κανείς άλλος δεν έχει κάνει κι ούτε και πρόκειτα. Εδώ πολλοί απλά αναρωτιούνται «γιατί δεν το κόβει» και γιατί μετά από τρεις τουλάχιστον μεγάλες εγχειρήσεις συνεχίζει να ταλαιπωρεί τα πόδια του. Η απάντηση είναι απλή: όποιος έζησε μια ποδοσφαιρική ζωή σαν αρτίστας και δημιουργός δεν μπορεί να αποχωρήσει σαν πληγωμένος στρατιώτης. Πριν να φύγει θα πρέπει να παρουσιάσει μερικές ακόμα μοναδικές στιγμές απαιτώντας το τελευταίο μεγάλο μας χειροκρότημα. Το χθεσινό είναι όλο δικό του.

Μια τρελή ομάδα

Ο εφετινός Ατρόμητος είναι μια από τις πιο τρελές ομάδες στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Κάνει ένα μέτριο πρωτάθλημα, έχει χτυπητές αδυναμίες, έχει ένα προπονητή που γύρισε άλλος άνθρωπος, δυσκολεύεται να σταθεί καλά απέναντι σε ομάδες χειρότερες του, και την ίδια στιγμή έχει κερδίσει την ΑΕΚ, τον ΠΑΟ και τον ΠΑΟΚ – πράγμα που δεν περίμενες ότι μπορεί να κάνει ούτε στις μεγάλες του μέρες. Σε μια τέτοια ομάδα ο Λάζαρος δεν κάνει απλά τη διαφορά, παίζοντας λίγο, αλλά γράφει ιστορία για να φύγει με το κεφάλι ψηλά. Ετσι, με το κεφάλι ψηλά δηλαδή, έκανε την τεράστια ωραία καριέρα του…