Τέσσερις εναντίον επτά

Τέσσερις εναντίον επτά


Διαβάζω δεξιά και αριστερά μετά την ήττα του Ολυμπιακού από τον Παναθηναϊκό στο Καραϊσκάκη ότι ο Ολυμπιακός έχει λέει προβλήματα απέναντι στις κλειστές άμυνες. Πρώτα απ’ όλα τα συγχαρητήρια μου για την διαπίστωση: προσπερνώ ότι τέτοια προβλήματα ο Ολυμπιακός έχει δείξει από το πρώτο παιχνίδι της χρονιάς απέναντι στον Αστέρα Τρίπολης και είχε φυσικά και πέρυσι όταν και κέρδιζε πολύ δύσκολα (κι όχι πάντα) ομάδες όπως ο Παναιτωλικός, η Καλλιθέα, ο Λεβαδειακός, ο ΟΦΗ κτλ. Αλλά επειδή κανείς δεν εξηγεί ποια είναι αυτά τα προβλήματα δράττομαι της ευκαιρίας να το κάνω. Ας γράψω και κάτι για τακτική: παλιά έγραφα συχνά, τώρα λιγότερο γιατί μιλάνε όλοι πολύ και έχουν απλά τρελάνει τον κόσμο.  

Θα μπορούσα να σας γράψω πως μια ομάδα ανοίγει μια κλειστή άμυνα, αλλά δεν έχει και μεγάλο νόημα: το έχω κάνει και παλιότερα. Έχει μεγαλύτερη σημασία να γίνει κατανοητό γιατί ο Ολυμπιακός αυτή την απαραίτητη για οποιαδήποτε ομάδα κάνει πρωταθλητισμό δουλειά δυσκολεύεται να την κάνει. Όχι μόνο στα ντέρμπι αλλά και με ομάδες που αγωνίζονται για την επιβίωσή τους.

  Οι τρεις τρόποι

Πως παίζει επίθεση ο Ολυμπιακός; Από την πρώτη μέρα που ο Μεντιλίμπαρ ήρθε το βασικό σχέδιο της ομάδας του Ολυμπιακού είναι να χτυπήσει την αντίπαλη άμυνα στα ελάχιστα χρονικά διαστήματα του παιχνιδιού που την βρίσκει ανοιχτή: ο Ολυμπιακός θέλει να πρεσάρει τον αντίπαλο στη φάση που οι παίκτες του προσπαθούν να κατεβάσουν την μπάλα. Αν οι παγίδες γίνουν σωστά και οι πάσες γρήγορα ο σέντερ φόρ του Ολυμπιακού φτάνει σε θέση βολής και επειδή συνήθως λέγεται ΕλΚαμπί τελικά σκοράρει: το γκολ κόντρα στο Βόλο πχ πρόσφατα είναι υποδειγματικό. Ο δεύτερος τρόπος είναι να κερδίζει η ομάδα τις περίφημες «δεύτερες μπάλες», δηλαδή όλες τις απομακρύνσεις της μπάλας που κάνει η αντίπαλη άμυνα. Όταν αυτό συμβαίνει και το παιχνίδι καθετοποιείται γρήγορα υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες στην συνεχή πίεση που ασκείται με πετάγματα της μπάλας στην αντίπαλη περιοχή η άμυνα των αντιπάλων να πανικοβληθεί και να κάνει κάποιο λάθος (να παραχωρήσει πχ ένα πέναλτι) ή να χάσει κάποιον από τους κυνηγούς του Ολυμπιακού από τα μάτια της. Ο τρίτος τρόπος είναι το συνδιαστικό παιγνίδι, δηλαδή οι συνεργασίες κάποιων παικτών για να ελευθερωθεί συμπαίκτης και να φτάσει σε θέση βολής.

Το πρόβλημα προκύπτει για απλούς λόγους. Ο πρώτος είναι ότι όταν μια ομάδα μένει πίσω και περιμένει τον Ολυμπιακό οι «δεύτερες μπάλες» κερδίζονται και συγχρόνως ακυρώνονται: ο χώρος της άμυνας δεν αδειάζει. Κι όσο για τις συνεργασίες το θέμα πάντα είναι πόσοι συμμετέχουν σε αυτές: τον καιρό του Μεντιλίμπαρ και το «τρεις παίκτες» ακούγεται ως μεγάλος αριθμός.

Η ιδέα να πάει γρήγορα η μπάλα στην αντίπαλη περιοχή είναι για την ομάδα του Μεντιλίμπαρ ένα είδος ψύχωσης. Γι’ αυτό άλλωστε προκύπτουν οι πάρα πολλές σέντρες και τα πάρα πολλά γεμίσματα. Οι ποδοσφαιριστές και ειδικά οι εξτρέμ δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να στείλουν την μπάλα όσες περισσότερες φορές γίνεται στην αντίπαλη περιοχή. Δεν τους λέει ο προπονητής «κάντε σέντρες»: αυτό που προσπαθούν έχει να κάνει με την γενική επιθετική ιδέα. Η οποία είναι να πάει μπάλα μπροστά γρήγορα και να παίζεται όσο πιο πολύ στην περιοχή του αντιπάλου.  

Σημασία έχει και τι δεν κάνει

 Σημασία ωστόσο σε όλο αυτό δεν έχει μόνο το τι κάνει ο Ολυμπιακός, αλλά και το τι δεν κάνει. Ο Ολυμπιακός σπανιότατα κρατά την μπάλα χαμηλά και σπανιότητα στην κατασκευή της φάσης βλέπεις να συμμετέχουν περισσότεροι από δύο παίκτες. Σπανιότατα επίσης γίνονται overlap και σπανιότατα γίνεται κίνηση των ακραίων μπακ χωρίς τη μπάλα σε κενούς χώρους. Όταν αυτό το κάνει μια ομάδα μπορεί με μια απλή αλλαγή παιχνιδιού να κάνει τους ακραίους της επικίνδυνους: θυμηθείτε πχ την ανάπτυξη της Λεβερκούζεν.

https://img.bbmd.gr/img/640/max/90/2025/12/16/ff5ff2c5-mentilibar-kaabi.jpg?t=tT_5jrNZvP4MH9D4LO_FVA

Ο Μεντιλίμπαρ ζητάει από τον ένα από τους δύο εξτρέμ του να πλαισιώνει το σέντερ φόρ του όταν αυτός είναι ένας ή να γίνεται κάτι σαν «δεκάρι» όταν οι κυνηγοί στο βασικό σχήμα είναι δύο, όπως με τον Παναθηναϊκό . Όταν αυτά συμβαίνουν υπάρχει πάντοτε χώρος για τους ακραίους αμυντικός τους οποίους όμως όλοι ξεχνάνε να τροφοδοτήσουν, διότι σκοπός δεν είναι το άνοιγμα της μπάλας προς το πλάι, στο οποίο μπορεί να υπάρχει χώρος, αλλά το συστηματικό ψάξιμο του κυνηγού που βρίσκεται στην περιοχή. Ακριβώς επειδή η ιδέα είναι αυτή ο Μεντιλίμπαρ παίζει συχνά με δύο κυνηγούς διότι απλώς θέλει κοντά στον Ελ Καμπι να βρίσκεται και κάποιος ακόμα. Τώρα αν αυτός είναι ο κινητικός Τσικίνιο ή ο Ταρέμι για τον Βάσκο προπονητή είναι ένα και το ίδιο. Διότι σημασία έχει απλά ο εξτρέμ που κουβαλά μπάλα να έχει την επιλογή να παίξει με κάποιο από τους παίκτες που πατάει περιοχή.

Όλα έχουν ξαναγίνει

 Έγινε μεγάλη συζήτηση για την παρουσία δύο κυνηγών στο ματς με τον Παναθηναϊκό. Πρώτα απ’ όλα δεν είναι η πρώτη φορά που αυτό συμβαίνει. Την πρώτη χρονιά που ήρθε ο Μεντιλίμπαρ έκανε το ίδιο πράγμα πάλι σε ένα ντέρμπι με τον Παναθηναϊκό βάζοντας τότε μαζί τους Ναβάρο και ΕλΚαμπί: το ματς έληξε 1-3 με τον Τερίμ τότε να πανηγυρίζει λίγες μέρες πριν απολυθεί.

Το πρόβλημα σ’ αυτή την περίπτωση δεν είναι οι δυο κυνηγοί. Είναι ότι η παρουσία τους απλοποιεί ακόμα περισσότερο το επιθετικό παιχνίδι: οι σέντρες πχ είναι πιο πολλές και η πιθανότητα να πατήσουν οι χαφ την αντίπαλη περιοχή είναι πολύ μικρή για τον απλούστατο λόγο ότι οι δύο που υπάρχουν πρέπει να μένουν μακριά ώστε να μαζεύουν τις περίφημες «δεύτερες μπάλες». Αν από την εξίσωση βγουν και οι ακραίοι αμυντικοί (είτε γιατί δεν κατεβαίνουν είτε γιατί όταν κατεβαίνουν αγνοούνται) τότε προκύπτει αυτό που βλέπουμε στα φετινά ντέρμπι. Τρεις, σπανίως τέσσερις και το πολύ πέντε παίκτες του Ολυμπιακού, έχουν απέναντι τους τουλάχιστον επτά αντιπάλους που τους περιμένουν, είτε μια ομάδα παίζει 5-3-2 όπως έπαιξε ο ΠΑΟ την Κυριακή είτε 4-3-3 όπως ο ΠΑΟΚ στο Καραϊσκάκη ή η ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια απέναντι στο Ολυμπιακό. Αν δεν βρεθεί γκολ από στημένη φάση, η επιθετική διαδικασία γίνεται δύσκολη. Ο αντίπαλος μάλιστα μπορεί απλά να περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να εκμεταλλευτεί ένα λάθος της άμυνας του Ολυμπιακού: το έκαναν και ο ΠΑΟ και η ΑΕΚ που έπαιξαν για να κερδίσουν με 1-0. Και ναι μεν είναι δύσκολο να κερδίσεις τον Ολυμπιακό 1-0, αλλά από την άλλη ειδικά φέτος μοιάζει και δύσκολο να δεχτείς από αυτόν δυο γκολ. Αν μάλιστα προηγηθείς δεν χάνεις: στα χρόνια του Μεντιλίμπαρ ανατροπές δεν καταγράφονται σε ντέρμπι. Μια, κόντρα στον ΠΑΟΚ πέρυσι, σε ένα αδιάφορο βαθμολογικά ματς, απλά δικαιολογεί τον κανόνα.    

Τι νομίζει ο κόσμος

Ο Ολυμπιακός του Μεντιλίμπαρ έχει πολλές αρετές. Παίζει με ενέργεια, δεν φοβάται να αμυνθεί ψηλά, η άμυνα του είναι συνήθως καλά προστατευμένη, υπάρχουν λύσεις από τον πάγκο. Αλλά η ανάπτυξη είναι δεδομένη και απλοϊκή σαν ανάπτυξη ομάδας που δεν κάνει πρωταθλητισμό. Ο ίδιος ο κόουτς δεν κρύβεται και ειδικά φέτος επισημαίνει συχνά το πρόβλημα. Αλλά η επισήμανση δεν αρκεί για να λυθεί. Η απλοϊκότητα κάνει τον πρωταθλητή προβλέψιμο. Ο Ολυμπιακός δεν ψάχνει χώρους ελεύθερους: ψάχνει τρόπο να περάσει την μπάλα στους παίκτες που πατάνε περιοχή. Το καλό για τον πρωταθλητή είναι ότι ο ένας απ’ αυτούς λέγεται ΕλΚαμπή κι αυτός έχει αυτό που λέμε εύκολο γκολ. Το κακό είναι ότι οι παίκτες που πατάνε περιοχή είναι δύο, άντε τρεις. Από τους χαφ του (τον Εσε, τον Μουζακίτη, τον Γκαρθία, τον Σιπιόνι και τον Νασιμέντο) ο Ολυμπιακός έχει πάρει φέτος στο πρωτάθλημα όλα κι όλα δύο γκολ – ο Πινέδα έχει 4 κι ο Οζντόεφ 7. Το ότι ο Ολυμπιακός  έχει πετύχει συνολικά 41 στο πρωτάθλημα μου μοιάζει θαύμα εν πολλοίς ανεξήγητο. Πόσο μάλλον όταν λείπουν και γκολ από χτυπήματα κόρνερ ή από χτυπήματα φάουλ.

Ο κόσμος νομίζει ότι αν υπήρχε ένα κλασσικό δεκάρι ή κάποια καλύτερα εξτρέμ η παραγωγικότητα θα ήταν μεγαλύτερη. Αν ο Ολυμπιακός είχε εξτρέμ να ντριπλάρει τρεις αντιπάλους σε κάθε φάση ενδεχομένως ναι. Αν το «δεκάρι» του έμπαινε κατά μέτωπο και μπορούσε να σκοράρει με σουτ από το ύψος της μεγάλης περιοχής, σαν να είναι ο Κακά πχ, πάλι ενδεχομένως η επίθεση να ήταν παραγωγικότερη – αν και πιστεύω ότι με τον Μεντιλίμπαρ αυτός ο παίκτης θα έπαιζε στο πλάι για να αξιοποιηθούν οι δημιουργικές του ικανότητες: αυτό έκανε με τον Φορτούνη, αυτό κάνει με τον Γιαζίτζι κτλ. Αλλά όσο ο Ολυμπιακός παίζει με τέσσερις, (το πολύ πέντε παίκτες…) στην επίθεση απέναντι σε επτά αντίπαλους που σταθερά τον περιμένουν, οι εξτρέμ θα πηγαινοέρχονται (έχουν χρησιμοποιηθεί πλέον 12 σε δυο χρόνια), τα «δεκαριά» θα αναζητούνται στα όνειρα των οπαδών και όλοι θα κάνουν το σταυρό τους να είναι σε φόρμα ο ΕλΚαμπί.