Σαν τον Φόρεστ Γκαμ...

Σαν τον Φόρεστ Γκαμ...

Ετσι πέρασα την κατραντίνα…

Τι θα θυμάμαι από αυτή την καραντίνα; Πολλά και διάφορα. Το χαμένο Πάσχα. Τη χαμένη Πρωτομαγιά. Τις χαμένες δουλειές. Τις χαμένες ώρες, τις πνιγμένες από την πλήξη. Αλλά κυρίως θα θυμάμαι πολλές μικρές παράξενες αντιδράσεις μου, που όπως ανακάλυψα μιλώντας σε φίλους, ήταν κοινές σε αρκετό κόσμο.

Δεν ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που βρέθηκα εκ των πραγμάτων στην παράξενη θέση να μείνω οικειοθελώς εσώκλειστος. Έχω πάθει κάτι ανάλογο ένα Μάρτη κάποτε στο Πήλιο περνώντας ένα μήνα σε συνθήκες οικογενειακής απομόνωσης, εξαιτίας ασταμάτητης χιονόπτωσης: δεν είχαμε ούτε ρεύμα, ούτε τηλέφωνο, κοιμόμασταν με τη δύση του ήλιου και φυσικά δεν υπήρχε τότε ούτε Ιντερνετ, ούτε Νetflix – ούτε καν τηλεόραση, αφού χωρίς ρεύμα ούτε αυτή λειτουργεί. Αλλά τότε δεν υπήρχε αυτό το πλαίσιο φόβου και απορίας που τώρα ένοιωθα κι εγώ όπως και πολλοί άλλοι. Τώρα το θέμα δεν ήταν η καραντίνα, που τελείωσε πια, αλλά η καραντίνα του ίδιου του μυαλού, που στριφογύριζε και στριφογυρίζει γύρω από τους  ίδιους φόβους. Ως κάτι τέτοιο θα θυμάμαι την εφετινή καραντίνα: ως ένα ταγκό με  φόβους απερίγραπτους.

Ο πρώτος φόβος ήρθε με τη συνειδητοποίηση ότι ανήκω πια σε αυτό που λέμε «ευπαθείς ομάδες». Ακόμα χειρότερα: στη συνειδητοποίηση ότι στις ίδιες ανήκουν πλέον και κάμποσοι από τους τριγύρω μου. Σε ένα ερωτηματολόγιο για το τι έχω περάσει στην ζωή μου, που έπρεπε να συμπληρώσω για να δω την επικινδυνότητα της κατάστασης μου, ανακάλυψα πως το μόνο που δεν έχω είναι άσθμα και αναπνευστικά προβλήματα: όλα τα υπόλοιπα τα έχω σε τέτοιο σημείο που αν ο κορωνοϊός έψαχνε σαν πεινασμένος λύκος κάτι, εγώ θα ήμουν ένα εξαιρετικό γεύμα του. Χρόνια πάθηση; Ναι. Υπέρταση; Ναι. Παραπανήσια κιλά; Ναι. Αλεργικά νοσήματα; Ναι. Χρήση καθημερινών φαρμάκων; Ναι. Κακή διατροφή; Ναι. Πολλά από αυτά τα «ναι» τα βλεπα και στις απαντήσεις των δικών μου και των φίλων μου. Ποιος θα προφύλασσε ποιόν;

 

Μετά άρχισε η δεύτερη φάση αυτή του κατά φαντασία ασθενούς. Έχω πολλά ελαττώματα αλλά δεν είμαι υποχόνδριος: μάλλον το αντίθετο. Ποτέ δεν με προβλημάτισε όσο θα πρεπε ένας βήχας, ένας ελαφρύς πυρετός, ένας πόνος στο στήθος – μάλλον κακώς. Ξαφνικά άρχισα να πιάνω τον εαυτό μου να ασχολείται με όλα αυτά που για χρόνια επιδεικτικά αγνοούσε.

Η υπερπληροφόρηση (πάλι καλά…) για τον τρόπο εμφάνισης της αρρώστιας με οδηγούσε σε ένα πλήθος από διαγνώσεις με το ίδιο πάντα συμπέρασμα: ήμουν ή άρρωστος ή έτοιμος να αρρωστήσω – μικρή η διαφορά. Ξυπνούσα το πρωί με ένα περίεργο πόνο στο γόνατα; Να τος ο πυρετός, έρχεται. Έτρεχε η μύτη μου; Έπρεπε να έχω πρόχειρο το τηλέφωνο ενός γιατρού. Έβηξα ξαφνικά;  «Άνοιξε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας για να μπω». Και γιατί άραγε κάθε φορά μου έρχεται να ακουμπήσω το πρόσωπό μου πριν πλύνω τα χέρια μου; Μήπως κι αυτή η παράξενη φαγούρα είναι μια ένδειξη, αλλά μας την κρύβουν οι γιατροί;. Σκεφτόμουν.

 Αποφασισμένος να αντιμετωπίσω μια ασθένεια που τελικά δεν είχα ποτέ (αλλά λες να είμαι ασυμπτωματικός;) άρχισα να υπακούω σε συμβουλές φίλων, που στο μυαλό μου κάτι παραπάνω από μένα ξέρουν. «Να πίνεις ζεστά» μου είπε ένας φίλος - προτροπή ικανή για να ξαναθυμηθώ χαμομίλια, τσάγια του βουνού και άλλα βότανα που δεν υπήρχαν στη ζωή μου. Ένα βράδυ, την ώρα της απόλυτης σιγουριάς πως κάτι έχω, ήπια κι ένα ποτήρι ζεστό νερό γιατί διάβασα πως οι Κινέζοι το θεωρούν το καλύτερο φάρμακο: κάηκα σαν τον Ραν Ταν Πλαν.  Άρχισα επίσης να παίρνω βιταμίνη C,  μια ασπιρίνη κάθε απόγευμα (για να προλάβω τον πυρετό άρα και τον ιό) και να κυκλοφορώ με ένα μπουκαλάκι αντισηπτικό αγορασμένο 11 ευρώ από ένα φαρμακείο ή από τη μαύρη αγορά της Νέας Σμύρνης, δεν θυμάμαι καλά. Μέχρι κι ένα περιοδικό που έδινε μάσκες αγόρασα: οι συγκεκριμένες αμφιβάλω αν σε προστατεύουν από βαριά μυρωδιά τουαλέτας επαρχιακού σιδηροδρομικού σταθμού. Τόσο λεπτές ήταν.

Ο συνδυασμός μπερδεμένων πληροφοριών για την κατάσταση γνωστών μου που ασθένησαν, με τις εικόνες των εκατοντάδων νεκρών από την Ιταλία και την Ισπανία, ανέβασαν τα επίπεδα της παράνοιάς μου σε επίπεδα ασυνήθιστα. Κάποια στιγμή άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως την ασθένεια από τον ιό την είχα περάσει πέρυσι, όταν γύρισα από ένα ταξίδι στο Μιλάνο κι έβηχα και τουρτούριζα. «Κρύωμα» είχε πει ο γιατρός. Αλλά που να ήξερε ο άνθρωπος τι μας περιμένει..

 

Τις πρώτες δεκαπέντε μέρες έμεινα σπίτι περιμένοντας καρτερικά το κακό που θα με έβρισκε. Σε μια στιγμή απόλυτης παλαβομάρας άρχισα να σκέφτομαι ποιος από το περιβάλλον μου μπορεί να είναι ασυμπτωματικός: έφτιαξα και μια σχετική λίστα.  Ένα βράδυ ήθελα να πάρω τηλέφωνο στις γραμμές ψυχολογικής υποστήριξης, όχι για να μου ανεβάσουν το ηθικό, αλλά για να αρχίσω απλά να συζητάω με τον υπεύθυνο της βάρδιας. Να μάθω τι κάνει, τι ομάδα είναι, πως τα περνάει αυτός αυτό τον καιρό, αν νοιώθει ότι έχει ασθενήσει, αν είχε πάει ποτέ στο Μιλάνο – τέτοια πράγματα που με απασχολούσαν. Δεν το έκανα. Απλά το επόμενο πρωί έστειλα το μήνυμα με τον αριθμό 6 στο 13033 και βγήκα μια βόλτα: η έξοδος μου από το σπίτι για ένα περπάτημα θύμιζε την απόφαση του Φόρεστ Γκαμ να κάνει ένα ανάλογο περίπατο τρέχοντας. Εκείνος ως κινηματογραφικός ήρωας έκανε το γύρο του κόσμου, εγώ για λόγους εξίσου ακατανόητους περπάτησα 170 χιλιόμετρα μέσα στον Απρίλιο, ίσως γιατί δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, ίσως για να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν έχω κάτι. Εννοώ ότι δεν έχω κάτι τώρα και φέτος, γιατί ότι είχα αρρωστήσει από Covid 19 πέρυσι, το θεωρώ ακόμα βέβαιο.

Άλλος περίμενε την άρση των περιορισμών για να ανοίξει το μαγαζί του, άλλος για να επιστρέψει στη δουλειά του, άλλος για να ξαναβρεί τους φίλους του κι άλλος απλά για να πάει να κουρευτεί. Εγώ την περίμενα για να σταματήσω να βασανίζομαι από απίθανες σκέψεις μένοντας σπίτι. Ματαιοπονώ γιατί το πρόβλημα για αυτές δεν είναι η καραντίνα, αλλά το μυαλό που κουβαλάω. Από το οποίο μολονότι έχω πάρει τους δρόμους, δύσκολα θα γλυτώσω….

(Βημαgazino Aπρίλιος του 2020)