R.I.P Τζον Ράμπο...

R.I.P Τζον Ράμπο...

Χθες το απόγευμα είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου μία ταινία με ήρωα τον Τζον Ράμπο στο σινεμά. Φυσικά και έχω δει όλες τις ταινίες με ήρωα τον Τζον Ράμπο, αλλά καμία από τις προηγούμενες τέσσερις δεν την είχα δει στη σκοτεινή αίθουσα. Όλες τις είχα δει σε βίντεο. Κρυφά. Βλέπετε εγώ μεγάλωσα σε μία εποχή που υπήρχαν δυο λογιών πιτσιρικάδες: αυτοί που έβλεπαν τις ταινίες του Ράμπο στα σινεμά, γελώντας ακομπλεξάριστα, κι αυτοί που όταν τα σινεμά έπαιζαν μια ταινία του Ράμπο δεν τα πλησίαζαν καν - εγώ ανήκω στους δεύτερους. Δεν είχα δηλαδή το κουράγιο να πω ότι θα πάω σινεμά να δω Ράμπο και φυσικά ποτέ δεν θα τολμούσα να παραδεχτώ ότι διασκέδασα κιόλας με τα τερατώδη ανδραγαθήματα του. Εγώ μεγάλωσα σε μία εποχή που όποιος διασκέδαζε με τον Ράμπο θα έπρεπε να έχει πρόβλημα, ενώ πρόβλημα στην πραγματικότητα είχαν όσοι παίρνανε τον Ράμπο στα σοβαρά, αποδίδοντας του κι εγώ δεν ξέρω τι είδους παρεμβατικότητα στα εφηβικά και στα νεανικά μυαλά μας.

Φυσικά για αυτού του είδους τις κρίσεις έφταιγε και το γεγονός ότι ο Ρόνταλντ Ρίγκαν, ως Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, είχε χαρακτηρίσει τον Ράμπο ένα ζωντανό παράδειγμα της «υπεροχής του Αμερικανού στρατιώτη»: ο Ρίγκαν, όταν ήμουν εγώ πιτσιρικάς, ήταν κι αυτός ένα είδος απόλυτου κακού - μπορεί χειρότερος και από το Ράμπο! Ο,τι ο Ρίγκαν ευλογούσε έπρεπε να το αποφεύγουμε στα πλαίσια μιας περίεργης αριστερόστροφης ορθότητας που σημάδεψε τα εφηβικά μας χρόνια. Πάντα πίστευα πως μεγάλωσα σε μια εποχή που όλοι του σιναφιού μου (και είμασταν πολλοί) έπρεπε να κυκλοφορούμε έχοντας στο χέρι μία λίστα απαγορευμένων ταινιών και απαγορευμένων βιβλίων, που θα πρεπε να αποφύγουμε - για παράδειγμα ήταν πάντα καταραμένα όλα τα κόμικς. Αυτή τη λίστα μου πήρε καιρό να την σκίσω και αισθάνομαι ότι την ξαναέσκισα χτες βράδυ πηγαίνοντας να δω την τελευταία περιπέτεια του κουρασμένου παλιόφιλου Τζον για τον οποίο, όταν ήμουν μικρός, έπρεπε να μιλάμε μεταξύ μας συνωμοτικά. Ρόκι επιτρεπόταν να δεις, μέχρι να ανέβει στο ρινγκ με τον Ιβάν Ντράγκο - δεν υπήρχε κανένα  ιδεολογικό πρόβλημα. Ο Ράμπο όμως ήταν πάντα απόβλητος. Ακόμα και η πρώτη ταινία της σειράς, για την οποία ο Ρίγκαν δεν είχε εκφράσει τη γνώμη του, ήταν καταδικαστέα στο πυρ το εξώτερον. Κι ας  ήταν οι εχθροί του Ράμπο κάτι Αμερικάνοι σερίφηδες.

Τι θα έκανε αν…

Μην νομίζετε ότι μόνο εμείς βλέπαμε τον Ράμπο ως φονιά των λαών ή τέλος πάντων κάτι ανάλογο. Η πρώτη ταινία της σειράς («Ράμπο – το πρώτο αίμα») βασίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο ενός συγγραφέα βιβλίων δράσης που λέγεται Ντέιβιντ Μορέλι – είχε βγει και στα ελληνικά πριν χρόνια νομίζω από τις εκδόσεις Βell. O Μορέλι εμπνεύστηκε τον ήρωα από ένα πραγματικό Αμερικανό κομάντο που λεγόταν κι αυτός Ράμπο και σκοτώθηκε στο Βιετνάμ ή στην Ευρώπη στο Β΄παγκόσμιο πόλεμο- υπάρχουν και οι δυο εκδοχές. Η μυθοπλασία του βιβλίου στηρίχτηκε στο τι θα μπορούσε να κάνει ο Ράμπο, αν ποτέ γυρνούσε στην Αριζόνα του και δεν απολάμβανε τον σεβασμό, που μια χώρα πρέπει να δείχνει σε βετεράνους πολέμου. Ο Ράμπο του Μορέλι ήταν ακόμα πιο βουτηγμένος στο αίμα – στο βιβλίο καθαρίζει ολόκληρο το αστυνομικό τμήμα της πόλης Χοπ, όπου όλα εξελίσσονται, πριν τον σκοτώσει (λυτρώνοντας τον από την φονική του μανία) ο συνταγματάρχης Τράουτμαν, ο δεύτερος σημαντικότερος χαρακτήρας του βιβλίου.

Αρνήσεις από όλους

Λέγεται ότι ο Σιλβέστερ Σταλόνε έπεισε τους παραγωγούς να αλλάξουν το τέλος της ταινίας, που αρχικά ήταν όμοιο με το τέλος του βιβλίου – είχε μάλιστα γυριστεί κιόλας. Ο Σταλόνε είχε αυτή τη δυνατότητα γιατί το Ρόκι του έσπαζε ταμεία, αλλά και γιατί είχε βρει το κουράγιο να δεχτεί ένα ρόλο που είχαν αρνηθεί οι πάντες. Οι παραγωγοί είχαν εισπράξει τα όχι του Ρόμπερτ Ντε Νίρο, του Κλιντ Ιστγουντ, του Μάικλ Ντάγκλας που ήταν οι πρώτες επιλογές τους για το ρόλο – ο Στιβ Μακ Κουίν είχε πει μάλιστα ότι θα συνοδεύουν τον ηθοποιό που θα πει το ναι όλες οι κατάρες των βετεράνων του Βιετνάμ αιωνίως! Όχι μόνο. Αρνήσεις ατελείωτες είχαν υπάρξει και για το ρόλο του Συνταγματάρχη Τράουτμαν: ο Τζιν Χάκμαν, ο Ρόμπερντ Ντιβάλ, ο Λι Μαρβιν  αρνήθηκαν και να το συζητήσουν κι έτσι αυτός κατέληξε στον τίμιο καρατερίστα Ρίτσαρντ Κρένα. Ο Ράμπο δεν άρεσε πριν καν τον δουν, γιατί κατέστρεφε το στερεότυπο του τσακισμένου βετεράνου: όσο κι αν είχε υποφέρει, μπορούσε να κάνει ακόμα τους πάντες να υποφέρουν χειρότερα.

Το πρώτο Ράμπο έφερε μόλις 44 εκατ δολάρια στους παραγωγούς του και η επιτυχία του δεν μπορούσε να συγκριθεί με τις γιγάντιες εισπράξεις, που είχαν κάνει τα σουξέ εκείνης της χρονιάς. Μόνο στις ΗΠΑ ο ΕΤ είχε σπάσει ταμία με 350 εκατ δολάρια, το Ρόκι 3 είχε φτάσει τα 175 εκατ, ακόμα και το Τούτσι είχε ξεπεράσει τα 100. Αλλά ο Σλάι είχε για τον ήρωα του μεγάλα σχέδια. Το δεύτερο Ράμπο, με την επιστροφή του ήρωα στο Βιετνάμ και την αναμέτρησή του με Βιετναμέζους και Ρώσσους έφερε πάνω από 300 εκατ δολάρια.

Χαρακτηρίστηκε ως ταινία αμερικανικής προπαγάνδας και είχε ως αποτέλεσμα να γυριστεί από τους Σοβιετικούς και μια ανάλογη στην οποία ένας δικός τους κομάντο κάνει ανάλογα ανδραγαθήματα. Ο Σταλόνε είχε προτείνει στους Ρώσσους να γυριστεί μια ταινία όπου ο δικός τους Ράμπο θα τα έβαζε μαζί του: η ταινία μπορούσε να έχει μάλιστα διαφορετικό τέλος ώστε στην ΕΣΣΔ και τους τότε δορυφόρους της να κερδίζει ο Ρώσσος και στην Δύση ο Αμερικάνος. Οι Ρώσσοι δεν δέχτηκαν και έτσι δεν είδαμε ένα trash αριστούργημα που σαφώς θα περνούσε στην ιστορία – έχω την βεβαιότητα ότι στην Ελλάδα θα κυκλοφορούσαν και οι δυο βερσιόν.

Ζει σε ένα ράντζο

Μετά το Βιετνάμ ο Ράμπο πήγε και στο Αφγανιστάν κι έκανε ένα πέρασμα σπέρνοντας τον πανικό και στη συνέχεια πήγε και στην Ταϊλάνδη, αλλά αυτές οι ιστορίες του άρεσαν μάλλον λιγότερο. Η επίδρασή του πάντως ήταν μεγαλύτερη και από την επιτυχία του: μετά από αυτόν είδαμε να αφανίζουν κακούς ένα σωρό απόγονοί του. Ο Τσακ Νόρις απέτρεψε την εισβολή των Ρώσων στην Αμερική μόνος του. Ο Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ έγινε παγκόσμιος στρατιώτης. Ο Αρνι Σβαρτσενέγκερ κομάντο, δηλαδή δολοφονική μηχανή. Και άλλοι πολλοί έβγαλαν το ψωμί τους γιατί ο Ράμπο άνοιξε το δρόμο σκορπίζοντας πτώματα – κι ας είχε σκοτώσει στην πρώτη του εμφάνιση μόνο ένα διώκτη του κι αυτόν αν θυμάμαι καλά κατά λάθος.

Στην τελευταία του ταινία έχει επιστρέψει στην Αμερική. Ζει σε ένα ράντζο. Μεγαλώνει κι ένα παιδί που δεν είναι δικό του. Θέλει να ζήσει τα τελευταία του χρόνια ήσυχα. Αλλά είναι ο Ράμπο και είναι να απορείς πως κάτι κακοί Μεξικάνοι δεν το ξέρουν. Μάλλον όταν ήταν μικροί θα βλέπανε Κόπολα και Φελίνι και Χίτσκοκ και Φασμπίντερ και στις ταινίες με αυτόν πρωταγωνιστή θα ντρεπόντουσαν να πάνε, όπως εγώ…