Που είναι τώρα ο Τζέιμς Μποντ;

Που είναι τώρα ο Τζέιμς Μποντ;


Ο κωρονοϊός λένε έβαλε σε καραντίνα και τον Τζέιμς Μποντ: η τελευταία του περιπέτεια με τίτλο   «No Time to Die» ήταν προγραμματισμένο να ανοίξει στα σινεμά μέσα στον Απρίλιο που πέρασε, αλλά μετατέθηκε για τον επόμενο Νοέμβρη. Η ταινία είναι γυρισμένη, μονταρισμένη, έτοιμη και φυλάσσεται για να μην ξεφύγει –  ο Μποντ, λένε, είναι σε κανονική καραντίνα δηλαδή, χειρότερη από τη δική μας. Το αποκλείω. Και θα σας το εξηγήσω.

Ο καλός μπαμπάς του

Πριν από τον Μποντ υπήρξε ο μπαμπάς του – αυτός που τον δημιούργησε, δηλαδή ο Ιαν Φλέμινγκ. Ο Φλέμινγκ που γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1908 ήταν γιός μιας αριστοκράτισσας και ενός βουλευτή – η οικογένεια του μέχρι τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο δεν είχε οικονομικά προβλήματα κι όχι τυχαία συγγραφέας έγινε και ο μεγαλύτερος αδερφός του. Ο Φλέμινγκ φοίτησε στο κολέγιο του Ιτον και πήγε για πανεπιστημιακές σπουδές στο εξωτερικό: αρχικά στην Αυστρία, στη συνέχεια στο Μόναχο και τέλος στη Γενεύη. Πριν τον πόλεμο δούλεψε ως δημοσιογράφος κάνοντας για ένα μικρό διάστημα και τον ανταποκριτή από τη Μόσχα, ενώ αργότερα ο πατέρας του τον έπεισε να ασχοληθεί με το χρηματιστήριο – και σαν δημοσιογράφος και σαν χρηματιστής δεν υπήρξε σπουδαίος.

Στον καιρό του Μεγάλου Πολέμου κατατάχθηκε εθελοντικά στο αγγλικό ναυτικό, δούλεψε για την αγγλική αντικατασκοπία και για ένα διάστημα υπήρξε και σύνδεσμος των ναυτικών διοικητών με το γραφείο του πρωθυπουργού. Υπάρχει μια ωραία βρετανική σειρά έξι επεισοδίων που διηγείται την πολυτάραχη ζωή του: ο τύπος υπήρξε γυναικάς, τζογαδόρος και μέγας τυχοδιώκτης – μετά το τέλος του πολέμου έφαγε την πατρική περιουσία ζώντας σε εξωτικά κατά βάση μέρη- τον Μποντ τον εμπνεύστηκε στη Τζαμάικα το 1953, όταν ήταν ήδη 45 χρονών. Μεγάλος δηλαδή για να γίνει συγγραφέας εκείνα τα χρόνια.

Τα άγνωστα βιβλία

Ενώ όλοι έχουμε δει ταινίες με ήρωα τον Μποντ ελάχιστοι έχουμε διαβάσει τα βιβλία του Φλέμινγκ – ειδικά στην Ελλάδα. Θα λεγα ευτυχώς. Δεν ξέρω αν τα αδίκησαν οι μεταφραστές, αλλά μιλάμε για βιβλία με διηγήσεις γραμμένες σε μια γλώσσα φτωχότατη. Υπάρχει ένα καταπληκτικό βιβλίο που είχε κυκλοφορήσει πριν χρόνια από τις εκδόσεις Αγρα και όπου ο Φλέμινγκ συναντά τον μεγάλο Ζορζ Σιμενόν, που είναι ίνδαλμά του και ζει απομονωμένος σε ένα πύργο κάπου στη Λωρένη. Ο Βελγος συγγραφέας συζητά μαζί του, αλλά του αποκαλύπτει ότι τον αγνοεί: ο Φλέμινγκ, εντυπωσιασμένος από την γνωριμία, του ζητά εμμέσως να μην διαβάσει τίποτα δικό του (!) για να κρατήσει την καλή εικόνα που του δημιούργησε στην διάρκεια της συνάντησης.

Ο Φλέμινγκ είναι ένας καλός παραμυθάς, αλλά ένας μετριότατος συγγραφέας. Που όμως στις 14 ιστορίες που έχει γράψει με ήρωα τον Μποντ έχει καταφέρει κάτι σπάνιο: να φτιάξει ένα ήρωα με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία – ένα υπερκατάσκοπο που παραδόξως είναι αληθινός. Ο Μποντ είναι ο Φλέμινγκ όπως θα ήθελε να είναι.

Η σπάνια αλήθεια  

Αυτή η αλήθεια του ήρωα στο χώρο αυτής της λογοτεχνίας είναι κάτι σπάνιο. Ελάχιστοι από τους συγγραφείς αστυνομικών έχουν δουλέψει οι ίδιοι είτε ως αστυνομικοί, είτε ως ντετέκτιβ – κι αν το έχουν κάνει δεν έχουν συναντήσει τις περιπετειώδεις δυσκολίες που περιγράφουν. Ο Φλέμινγκ αντίθετα έχει περάσει πολλά – ο Τζέιμς του είναι μια απλώς υπερβολική εκδοχή της περσόνας του, αλλά δεν είναι ψεύτικος.

Αυτή η αναζήτηση της παράξενης αλήθειας του γίνεται το βασικό ζήτημα και στην κινηματογραφική του μεταφορά, την οποία ο Φλέμινγκ ευλογεί χωρίς δεύτερη σκέψη. Τα καλά Μποντ είναι αυτά που ο Μποντ μοιάζει Μποντ. Τα λιγότερα καλά είναι αυτά που οι σκηνοθέτες, οι σεναριογράφοι και οι παραγωγοί μετατρέπουν τον Μποντ σε κάτι άλλο – σε ένα είδος άτρωτου σούπερ ήρωα π.χ. Και το ενδιαφέρον είναι ότι μολονότι οι πιο πολλές από τις ταινίες αυτές στηρίζονται σε μια καρτουνίστικη συνήθως δράση, (οι κακοί είναι τρομερά κακοί, οι απόπειρες δολοφονίας θεότρελες, οι γυναίκες διαβολικές ή κούκλες ή και τα δυο κτλ), εν τούτοις αυτό που μένει είναι οι συζητήσεις για το ποιος είναι ο καλύτερος Μποντ, ποιος είναι ο περισσότερο ταιριαστός, ποιος ανταποκρίνεται πιο πολύ στα θέλω μας κτλ. Όλα αυτά μάλιστα χωρίς τα βιβλία του Φλέμινγκ να τα έχουμε διαβάσει!

Ο καθένας τον δικό του

Το γοητευτικό παράδοξο με τον Μποντ είναι ότι στο κεφάλι του καθενός μας υπάρχει μια καταπληκτική εκδοχή του: είναι σαν να έχει ο καθένας μας τον δικό του Μποντ. Πάντα μετά από μια ταινία του (οι ταινίες είναι του ίδιου του Μποντ και κανενός άλλου…) το πρώτο θέμα συζήτησης είναι ο ίδιος ο ήρωας, τα γκάτζετ, τα μαρτίνι του, οι μεταβολές και οι ατάκες του. Μετά συζητάμε για τον ηθοποιό που τον ενσαρκώνει και τέλος για τις γυναίκες που τον περιτριγυρίζουν: κανείς ποτέ δεν έχει συζητήσει για τις περιπέτειες του, άλλωστε οι πιο πολλές από τις συνολικά εικοσιπέντε είναι τόσο μπερδεμένες (ή τόσο ίδιες…) στο μυαλό μας, ώστε είναι μάλλον απίθανο να θυμόμαστε (ειδικά στις παλιότερες) ποιος ήταν ο ηθοποιός που ερμήνευσε τον Μποντ σε κάθε μία από δαύτες. Ακόμα και οι κακοί, παρόλο που κάποιοι από αυτούς υπήρξαν σπουδαίοι, δεν κατάφεραν να γίνουν αντικείμενο προσοχής και συζήτησης: δεν νομίζω ότι κάποιος ποτέ συζήτησε αν καλύτερος Ερνστ Σταύρο Μπλόφελντ ήταν ο Τέλις Σαβάλας ή ο Τσαρλς Γκρέι ή ο Κριστοφ Βάλτς. Κι όμως για το ποιος ήταν καλύτερος Μποντ ανάμεσα στον Σον Κόνερι και στον Ρότζερ Μουρ είχαν άποψη ακόμα κι όσοι δεν είχαν δει στο ρόλο κανένα από τους δύο.

 

Το ότι ο καθένας έχει ένα Μποντ στο μυαλό του το καταλαβαίνεις και από την διαφορετική προσέγγιση των ηθοποιών που του έδωσαν κινηματογραφική υπόσταση. Για τον Σκοτσέζο Κόνερι ο Μποντ είχε μια μυστήρια αλητεία – πίσω από το άσπρο κουστούμι του έκρυβε ένα γοητευτικό τομάρι. Ο Κόνερι ποτέ δεν θέλησε να ταυτιστεί με το ρόλο, έκανε καπρίτσια πριν πει το ναι κάθε φορά που του το ζητούσαν, αρνήθηκε να παίξει σε μια ταινία στην οποία ο Μποντ θα ήταν 65χρονος και σοφός πια. Ο Κόνερι κράτησε τις καλύτερες ερμηνείες του για άλλες ταινίες του: ο Μποντ του είχε τσαγανό, σκληράδα, άνεση στο να σκοτώνει, αλλά καμία απολύτως βρετανική αριστοκρατία. Ο Μποντ του Ρότζερ Μουρ είχε κυρίως αυτή και του ηθοποιού του άρεσε τόσο, ώστε υποδυόταν τον Μποντ ακόμα και σε ταινίες που ο Μποντ δεν υπήρχε: ο Αγιος π,χ είναι κι αυτός ένας Μποντ. Καταλαβαίνοντας τη χαρά του Μουρ στο να υποδύεται τον Μποντ, οι παραγωγοί τον έκαναν σχεδόν υπεράνθρωπο, όπως περίπου και τον Πιρς Μπρόσναν, που ήτα η πιο αμερικάνικη εκδοχή του Μποντ – ένας Μποντ καλά καλά χωρίς χιούμορ που γλύτωνε από εκρήξεις και πηδούσε στο κενό με μοτοσυκλέτες για να προσγειωθεί σε αεροπλάνα εν πτήση. Ο Ντάνιελ Γκρεγκ αντιθέτως κατάφερε ότι δεν είχε καταφέρει ο Τίμοθι Ντάλτον χρόνια πριν – συνδύασε μια μη αριστοκρατική βρετανικότητα με μια επαγγελματική εξαιρετικότητα. Αυτός ο ρεαλιστής, σοβαρός, κομμάτι σκοτεινός και όχι άτρωτος Μποντ προσωπικά δεν με ξετρελαίνει, αλλά δεν μπορώ να πάρω και τα μάτια μου από πάνω του.

Που είναι τώρα;

Που είναι τώρα ο Μποντ; Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι προσπαθεί να ελευθερώσει τον επιστήμονα που θα βρει το εμβόλιο για τον ιό. Όχι δεν μπήκε σε καραντίνα. Απλά έχει μια σοβαρή δουλειά: να πιεί ένα μαρτίνι, να βρει τρεις γκόμενες (η πρώτη θα πεθάνει, η δεύτερη όχι και η τρίτη είναι απλά κακιά), να σανιδώσει το καινούργιο αμάξι του. Και μετά να σώσει την ανθρωπότητα. Και θα ξανάρθει..