Ποιος να συγκριθεί μαζί τους;

Ποιος να συγκριθεί μαζί τους;

Η Λίβερπουλ ξεκίνησε χθες βράδυ τις υποχρεώσεις της στην Πρέμιερ λιγκ με μια επιβλητική νίκη με 4-1 απέναντι στη Νόριτς. Η Λίβερπουλ έμοιαζε να έχει όρεξη να κάνει επίδειξη των επιθετικών της αρετών καλοκαιριάτικα, σαν να ήθελε να θυμίσει σε όλους που ποντάρει για να πάρει επιτέλους το πρωτάθλημα: πίεση ψηλά, δουλειά στις στημένες φάσεις, πάγκος με παίκτες που είναι έτοιμοι πλέον όχι απλά να βοηθήσουν αλλά να κάνουν τη διαφορά, προσωπικότητα. Για να το πω αλλιώς Φαν Ντάιγκ, Ορίγκι, Σαλάχ και φυσικά Γιούργκεν Κλοπ. Περιμένω με περιέργεια να δω το ντεμπούτο της Μάντσεστερ Σίτυ και τον τρόπο που η πρωταθλήτρια θα απαντήσει. Οι δυο τους, κάτι μου λέει, πως θα παίζουν αντίπαλοι κάθε Κυριακή. Χτίζοντας εντυπώσεις, τρομάζοντας τους υπόλοιπους, απειλώντας να παίξουν ένα ακόμα πρωτάθλημα δυο τους – αν αυτό είναι απειλή.

 

Η ιστορία του εφετινού αγγλικού πρωταθλήματος θυμίζει αυτό που συμβαίνει στα σινεμά: αν υπάρξει μια τρομακτική επιτυχία είναι δεδομένο ότι θα ακολουθήσει ένα σίκουελ. Το απαιτεί η ίδια η σχηματοποίηση του κοινού: οι παραγωγοί βλέποντας το, επιβλητικό και ακόρεστο, θέλουν να του δώσουν γρήγορα τη συνέχεια που αυτό περιμένει. Πολλές φορές το πρόβλημα είναι αυτό το «γρήγορα». Όλα γίνονται βιαστικά ώστε ο κόσμος να μην ξεχάσει την προηγούμενη επιτυχία και τις πιο πολλές φορές δεν έχουμε μια καινούργια ταινία, αλλά μια κουραστική επανάληψη. Αλλά επειδή στη συγκεκριμένη ιστορία μιλάμε για ποδόσφαιρο δεν διατρέχουμε αυτό τον κίνδυνο. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στο σινεμά, ή στο θέατρο, ή ακόμα και στις τηλεοπτικές σειρές, στο ποδόσφαιρο το σίκουελ μοιάζει αδύνατο να προκύψει ακριβώς όμοιο με το έργο που προηγήθηκε: ακόμα κι αν το αποτέλεσμα είναι ίδιο, τα ματς μεταξύ δυο αντιπάλων είναι πάντα διαφορετικά – έχουν άλλη ένταση κι άλλη δραματική εξέλιξη. Και η Λίβερπουλ με τη Σίτυ θα παίξουν τόσα πολλά ματς μεταξύ τους φέτος (έστω και εξ αποστάσεως), που η μόνη ερώτηση είναι αν θα αντέξουν η μία την πίεση της άλλης, όπως περίπου συνέβη πέρυσι. Με άλλα λόγια όλα θα είναι διαφορετικά, ακόμα κι αν μοιάζουν ίδια.

Ιστορίες για τίτλους

Το ποδόσφαιρο είναι γεμάτο από μονομαχίες μεγάλων ομάδων για ένα τίτλο. Εχουν μονομαχήσει η Ρεάλ με τη Μπαρτσελόνα και κάθε μια από αυτές με την Ατλέτικο. Η Μίλαν με την Ιντερ, όταν δεν τα έχουν με τη Γιουβέντους, που μάχες κορυφής έχει δώσει με όποιον στην Ιταλία ήθελε να πάρει το θρόνο της. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με την Αρσεναλ σε αγγλικούς καιρούς παλιότερους. Ο Αγιαξ σχεδόν σε κάθε του τίτλο πρέπει να ξεπεράσει την PSV ή την Φέγενορντ. Πέρυσι, εκτός από τη μεγάλη μονομαχία στο νησί, είχαμε και την επεισοδιακή κούρσα της Μπάγερν Μονάχου με την Ντόρτμουντ στη Γερμανία και την μόνιμη αναμέτρηση της Μπενφίκα με την Πόρτο στην Πορτογαλία – μάχη που μια δυνατή Σπόρτινγκ Λισσαβόνας έκανε ακόμα ωραιότερη. Γιατί ενθουσίασε το παρατεταμένο σπριντ της Σίτυ με τη Λίβερπουλ; Για ένα λόγο απλό: γιατί δημιούργησε τη βεβαιότητα ότι έχουμε να κάνουμε με τις δυο καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Οι δύο μονομάχοι έδωσαν την εντύπωση ότι ξέφυγαν τόσο πολύ από τους υπόλοιπους, ώστε έπαιζαν για μήνες να βρίσκονται σ΄ ένα δικό τους πρωτάθλημα, παραμένοντας απλησίαστες όχι μόνο από τις αγγλικές ομάδες, αλλά από όλες τις ομάδες του κόσμου. Το Λίβερπουλ – Μάντσεστερ Σίτυ έπρεπε να είναι και ο τελικός του Τσάμπιονς λιγκ. Τον χάλασε η Τότεναμ και το VAR. Αλλά η καλή λονδρέζικη ομάδα στον τελικό της διοργάνωσης απλά έκανε τον κόσμο να αναρωτιέται γιατί δεν είναι απέναντι στην ομάδα του Κλοπ ο Γκουαρντιόλα και ο λόχος επίδειξης που αυτός διοικεί.

Αυτή η συγκλονιστική διαφορά των δυο από τους υπόλοιπους είναι που δημιουργεί την ανάγκη ενός σίκουελ, πέρα και από την επιτυχία του περσινού έργου. Η βασική ερώτηση δεν είναι αν οι δυο θα καταφέρουν πάλι να αποσπαστούν από τους υπόλοιπους, αλλά αν θα συνεχίσουν να παίζουν το τρομερό ποδόσφαιρο που έπαιξαν πέρυσι δίνοντας μας την αίσθηση ότι αυτό που παρακολουθούμε είναι κάτι σπάνιο. Διότι άλλο είναι η διεκδίκηση ενός πρωταθλήματος κι άλλο η επίδειξη ικανοτήτων που δεν συναντάς πουθενά αλλού: είναι σαν ο Θεός του ποδοσφαίρου να αποφάσισε να στείλει στο ίδιο πρωτάθλημα τις δυο καλύτερες ομάδες του κόσμου, ώστε η αναμέτρησή τους να κρατήσει μήνες.

Ο κανόνας της εμπιστοσύνης

Το ποδόσφαιρο δεν έχει σενάριο κι αυτό είναι το μυστικό της απρόβλεπτης ομορφιάς του. Αν υπήρχε σεναριογράφος, η Λίβερπουλ στην προετοιμασία της για τη μεγάλη ρεβάνς θα έκανε φέτος το καλοκαίρι δυο – τρεις μεγάλες μεταγραφές, ώστε ρεαλιστικά να απαιτήσει την κορυφή δηλώνοντας και στα χαρτιά καλύτερη. Όμως η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική κι αυτό κάνει το πράγμα ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον: η Λίβερπουλ μπήκε στο στίβο μάχης χωρίς να ξοδέψει τίποτα! Ενας αναπληρωματικός τερματοφύλακας (όσο χρήσιμος κι αν είναι) και κανα δυο μικροί που ένας Θεός ξέρει αν θα τους δούμε ποτέ σε ενδεκάδα της σε σοβαρό ματς, δεν συνιστούν ουσιαστική ενίσχυση.

 

Αν απλά κοιτούσε κανείς τον πίνακα των νεοφερμένων στην Αγγλία θα έλεγε ότι η Σίτυ, στην οποία ο Γκουαρντιόλα πρόσθεσε τον Ρόδρι, τον Ανχελίνιο, τον Πέδρο Πόρο και τον Ζοάο Κανσέλο είναι ακόμα πιο δυνατή από πέρυσι – αλλά δεν είναι έτσι ακριβώς. Ο Γκουαρντιόλα χρόνια τώρα κάνει συλλογή από παίκτες που του μοιάζουν ότι μπορεί να δουλέψουν μαζί του – αλλά αντίθετα από ότι συμβαίνει με τα έργα Τέχνης στην προκειμένη περίπτωση το κριτήριο του συλλέκτη που πληρώνει ακριβά δεν αρκεί για να είναι η συλλογή πάντα αξιοθαύμαστη: το πώς και το αν θα καταφέρουν οι νεοφερμένοι να συνεργαστούν μαζί του δεν είναι ποτέ δεδομένο – ρωτήστε και τον Ιμπραϊμοβιτς. Ο Κλοπ από την μεριά του επενδύει σε άλλα ουσιαστικότερα: η εμπιστοσύνη στην ομάδα του σημαίνει πως πλέον τη θεωρεί έτοιμη να πάρει αυτό το πρωτάθλημα που κυνηγά τρεις δεκαετίες, τρέχοντας επιτέλους μόνη της. Ο Γερμανός θέλει να επαναλάβει τη σεζόν πιστεύοντας πως η Σίτυ δεν θα ξαναφτάσει τόσο ψηλά. Κυρίως όμως επενδύει στον ίδιο τον τίτλο του πρωταθλητή Ευρώπης: μοιάζει βέβαιος ότι αυτός θα κάνει τους παίκτες του καλύτερους γιατί θα τους δώσει ένα περίσσευμα αυτοπεποίθησης. Δεν είναι αυτοί που έχασαν το πρωτάθλημα, είναι αυτοί που κέρδισαν το Τσάμπιονς λιγκ. Η δουλειά του Πεπ είναι υπό αυτό το πρίσμα ίσως δυσκολότερη: ο τίτλος που πέρυσι κέρδισε θα πρεπε να κόψει τα φτερά της Λίβερπουλ – της τον πήρε μετά από μια χρονιά που ήταν άριστη. Αν χωράει βελτίωση στο άριστα, η Σίτυ πρέπει για μια ακόμα φορά να ξεπεράσει τον εαυτό της!

Ποιος να συγκριθεί μαζί τους;

Θα χε ενδιαφέρον να εμφανιστεί κάποιος να προσγειώσει τους δυο φτάνοντας σε αντίστοιχα επίπεδα τελειότητας. Αλλά ποιος να το κάνει; Η Τότεναμ έκανε σπουδαίες μεταγραφές, αλλά το βήμα μπροστά που καλείται να κάνει σε επίπεδο νοοτροπίας μοιάζει γιγάντιο. Η Τσέλσι ξεκινώντας με απαγόρευση μεταγραφών πρέπει να φτιάξει ένα προπονητή. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ είναι στα μάτια μου τουλάχιστον ανολοκλήρωτη και η Αρσεναλ παίζει για τη χαρά της συμμετοχής. Μοιάζουν πάλι να είναι στην αρένα δυο τους. Και για αυτό η ελπίδα το σίκουελ της περσινής αναμέτρησης να αποδειχτεί ανώτερο είναι βάσιμη…