Πεθαίνει μωρέ ο Σούπερμαν;

Πεθαίνει μωρέ ο Σούπερμαν;

Ανακάλυψα την είδηση κατά τύχη πριν λίγες μέρες – φυσικά εγώ φταίω που δεν την είχα προσέξει: ενώ όλοι σχεδόν ετοιμάζονται να ακολουθήσουν τους παίκτες της Μπουντεσλίγκα και να επιστρέψουν στα γήπεδα κινδυνεύουμε να μην ξαναδούμε σε αυτά ένα από τους μεγαλύτερους, δηλαδή τον Ζλάταν Ιμπραϊμοβιτς. Σε μια από τις προπονήσεις της Μίλαν ο Ζλάταν δεν πάτησε καλά το πόδι του και το εγχειρισμένο τελευταία φορά το 2017 γόνατό του πόνεσε. Αρχικά φοβήθηκαν όλοι μια ακόμα ρήξη χιαστών – τελικά αποφασίστηκε να μείνει εκτός προπονήσεων για δέκα μέρες και να κάνει πάλι εξετάσεις. Οι πιο αισιόδοξοι λένε ότι μπορεί να μην χειρουργηθεί, αλλά δύσκολα θα τον δούμε στο γήπεδο φέτος. Κι αν δεν τον δούμε στο γήπεδο τώρα, ίσως να μην τον ξαναδούμε και ποτέ, αφού είναι 39 χρονών.  

Ολοι οι παίκτες θα θελαν να έχουν ένα ένδοξο ποδοσφαιρικό φινάλε. Η ομάδα να έχει κερδίσει τον τίτλο και το γήπεδο να τραγουδά το όνομά τους. Οι συμπαίκτες τους να υποστηρίζουν στις κάμερες ότι διαφωνούν με την απόφαση τους και ότι πρέπει να ξανασκεφτούν τους λόγους του αντίο - σχεδόν να τους παρακαλάνε να συνεχίσουν. Ολοι θα ήθελαν το τελευταίο τους ματς να είναι μια φιέστα, να μπουν στο γήπεδο κρατώντας αγκαλιά τα παιδιά τους και να χειροκροτήσουν τον κόσμο αφού πετάξουν του τη φανέλα τους. Μόνο που πολλά από τα φινάλε που εγώ δεν ξεχνώ δεν ήταν πάντα έτσι υπέροχα.  

Τους θυμάμαι όμως…

Θυμάμαι το Λουίς Φίγκο. Ετρεχε το 61ο λεπτό του ντέρμπι της Ιταλίας. Η Γιουβέντους προσπαθούσε να φέρει το ματς στα ίσια και να σταματήσει την Ιντερ, οι παίκτες της οποίας γνώριζαν ότι στην περίπτωση που θα περνούσαν νικηφόρα από το Τορίνο θα έχουν κατακτήσει το μισό πρωτάθλημα. Το 0-1 ήταν ένα δίκαιο αποτέλεσμα όμως απέμειναν τριάντα λεπτά κι όταν έχεις αντιπάλους που λέγονται Τρεζεγκέ, Ντελ Πιέρο και Νέντβεντ δεν δικαιούσαι να χαλαρώσεις. Ο Φίγκο το ξερε αυτό καλύτερα από όλους. Προσπάθησε να προστατέψει τη μπάλα και να πάρει το φάουλ. Ο Νεντβεντ πήγε στη φάση δυνατά. Ο Πορτογάλος μάζεψε τη μπάλα και την κάλυψε με το δεξί του πόδι, ο Τσέχος τον βρήκε με τη σκάρα. Το πόδι ήταν κολλημένο στο γήπεδο, η κόντρα φάνηκε σαν να τον βίδωσε. Το φορείο μπήκε για να βοηθήσει τον Πορτογάλο να αποχωρήσει κάτω από το ιπποτικό χειροκρότημα της εξέδρας. Οι γιατροί κατάλαβαν αμέσως ότι το πρόβλημα είναι σοβαρό, η διάγνωση αποκάλυψε κάταγμα περόνης. Ηταν τριανταπέντε χρονών: επί της ουσίας δεν τον ξαναείδαμε ποτέ να παίζει.

Θυμάμαι μικρός τον Στηβ Κόπελ, «έξω δεξιά» της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ –διάδοχο του μεγάλου Μπεστ: ήταν ο πρώτος παίκτης που είχε τολμήσει να φορέσει τη φανέλα με το «επτά» χωρίς να φοβάται να συγκριθεί μαζί του. Το Ολντ Τράφορντ τραγουδούσε ρυθμικά το όνομά του: Κατέχει μέχρι και σήμερα  το ρεκόρ με τις περισσότερες συνεχόμενες εμφανίσεις για τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ – μεταξύ του 1977 και του 1981 δεν έλειψε ποτέ σε 207 συνεχόμενα ματς! Κατέβαινε από τα δεξιά τον καιρό που τα αγγλικά γήπεδα είχαν είκοσι πόντους λάσπη και νόμιζες ότι σαν άγγελος πετούσε χαμηλά. Και ξαφνικά εκεί που είχε αρχίσει να κάνει θαύματα, στα 28 του χάθηκε, γιατί τα πόδια του δεν τον σήκωναν ή γιατί ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του κι ήταν άδικο για τους υπόλοιπους να τον έχουν συμπαίκτη ή αντίπαλο. Ένα μεσημέρι τον περίμενα στην ΕΡΤ2: δεν τον ξαναείδα ποτέ.

Επαιξε κάτι λεπτά

Θυμάμαι το Μάρκο Βαν Μπάστεν μετά από εκείνο το ματς του Τσάμπιονς λιγκ με την Γκέντεμποργκ όπου πέτυχε τρία γκολ κι έκανε το γύρο του Σαν Σίρο με την πιο καταραμένη Χρυσή Μπάλα που έχει κερδίσει ποδοσφαιριστής. Επρεπε να κάνει μια μπανάλ επέμβαση στον αστράγαλό του και να γυρίσει ξεκούραστος μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων. Έμεινε έξω έξι μήνες γιατί όταν έκανε την επέμβαση, οι γιατροί ανακάλυψαν ότι κουβαλούσε ένα γενετικό μυοσκελετικό πρόβλημα. Γύρισε για να σκοράρει με την Ανκόνα – τα πόδια του πονούσαν, σκόραρε με κεφαλιά. Έπαιξε κάτι λεπτά σε ένα τελικό του Τσάμπιονς λιγκ εναντίον της Μαρσέιγ και μετά χάθηκε στην ομίχλη της προσωπικής του κόλασης. Λένε ότι η Μίλαν τον πίεσε, ο ίδιος το αρνείται: έψαχνε στον τελικό του Τσάμπιονς λιγκ ένα σημάδι ότι ο εφιάλτης ξεπεράστηκε. Το μόνο που βρήκε ήταν ο πόνος του τέλους.

Θυμάμαι το Γιώργο Δεληκάρη. Έκανε ένα υποδειγματικό ματς εναντίον του Ολυμπιακού στη Λεωφόρο σε ένα 0-0 γεμάτο νεύρα και χαμένες ευκαιρίες και ξαφνικά μας είπε αντίο. Οποιος σαν εμένα είχε μεγαλώσει με τις ιστορίες του έπρεπε να βολευτεί με ξένες αναμνήσεις. Πέντε ασπρόμαυρα στιγμιότυπα, μια περιπετειώδης μεταγραφή, φωτογραφίες ενός τύπου που έμοιαζε να το έσκασε από ροκ συγκρότημα, κι ένα τέλος πνιγμένο στο μυστήριο: αυτή ήταν για όσους δεν τον είδαν η διαθήκη του. Οσοι πάλι τον λάτρεψαν ένοιωσαν ότι η πίκρα τους ήταν ίδια με τη δική του: αυτός άφησε σιωπηλά το ποδόσφαιρο που λάτρεψε κι αυτοί έχασαν ένα μεγάλο λόγο που το αγάπησαν.

Θυμάμαι το Χρήστο Κωστή. Αέρινο και με τη λάμψη του σταρ. Να κάνει εκείνη την ντρίπλα με το εσωτερικό και να σε κάνει να αναρωτιέσαι πόσους παίκτες στη ζωή σου έχεις δει που να ξέρουν καλύτερο ποδόσφαιρο. Και μετά τέλος – λες και τον μάτιασε η οικουμένη που τον ζήλευε. Θυμάμαι κι άλλους πολλούς. Να λένε αντίο ξαφνικά πονώντας κι εγώ να νοιώθω ότι μας πρόδωσαν. Ενώ μόνο έτσι δεν είναι.

Σούπεμαν και ήρωες

Δεν ξέρω τι θα κάνει ο Ιμπρά κι αν θα βρει τη δύναμη να επιστρέψει. Αυτό που ξέρω είναι ότι πάντοτε ένοιωθα ένα δέος για δύο λογιών ποδοσφαιριστές: για αυτούς που επιστρέφουν σε πείσμα των προβλέψεων όσων τους θεωρούν τελειωμένους και για εκείνους που σταματάνε το ποδόσφαιρο εξαιτίας ενός τραυματισμού που αποδείχτηκε πολύ σοβαρότερος από αυτό που όλοι νόμιζαν. Οι πρώτοι ήταν πάντα στα μάτια μου οι Σούπερμαν της ποδοσφαιρικής καθημερινότητας –μυθικές και χαρισματικές προσωπικότητες που δε νικήθηκαν ποτέ από τη μοίρα και απέδειξαν στα γήπεδα το θεϊκό τους κύτταρο: ποτέ δεν έχω κρύψει ότι θεωρώ την ιστορία του Βραζιλιάνου Ρονάλντο μια από τις μεγαλύτερες του αιώνα – κι όχι μόνο ποδοσφαιρική. Οι δεύτεροι, όσοι από τραυματισμούς δεν συνήρθαν ποτέ, είναι κάτι σαν ήρωες που έπεσαν στο πεδίο της μάχης κερδίζοντας την αθανασία δια μέσου μιας υστεροφημίας που ταιριάζει μόνο σε ήρωες.     

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις μιλάμε για άδικο φινάλε. Μπορεί να είναι κι έτσι. Όμως ας μην ξεχνάμε ότι η αδικία δίνει κι αυτή διαβατήριο στην αθανασία όπως άλλωστε και η μνήμη. Αν ο Πολ Γκασκόιν είχε αποχωρήσει από την  ενεργό δράση όταν στον τελικό του κυπέλλου Αγγλίας έσπασε σε δύο σημεία το πόδι του, σήμερα θα θυμόμασταν ένα τεράστιο ποδοσφαιριστή κι όχι τον κλόουν που βγήκε από μέσα του και τον νίκησε. Το φινάλε δεν πρέπει να είναι απαραίτητα ένδοξο, μπορεί να είναι και πικρό: το βασικό είναι να το θυμάσαι. Ιμπρα κατάμπρα, που λέμε…