Ο Ολυμπιακός έμεινε στο 0-0 στην Λειβαδιά με αντίπαλο τον Λεβαδειακό μολονότι βρέθηκε να παίζει με παίκτη παραπάνω μετά την αποβολή του Οσμπολτ στο 42’. Δεν είναι η πρώτη φορά που αυτό του συμβαίνει στην διάρκεια της τρέχουσας σεζόν: του είχε συμβεί και στο πρώτο ματς στην League Phase του Τσάμπιονς λιγκ, όταν και αντιμετώπισε σε αυτή την διοργάνωση την μια από τις δυο ομάδες που στόχευσαν να του μπλοκάρουν αυτό που είναι το επιθετικό του παιγνίδι δηλαδή την Πάφο – η άλλη ήταν η Καϊράτ, οι υπόλοιπες με αυτό, λόγω νοοτροπίας, ελάχιστα ασχολήθηκαν. Στην Ελλάδα όμως ασχολούνται όλοι πλέον κυρίως με αυτό και ασχολούνται και καλά.
Ο Ολυμπιακός στα τελευταία πέντε δύσκολα παιγνίδια του στο πρωτάθλημα και στο κύπελλο (με τον Αρη στο Βικελίδης, τον ΠΑΟΚ για το κύπελλο στο Καραϊσκάκη, την ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια, τον ΠΑΟ εντός έδρας και πλέον και τον Λεβαδειακό) έχει πετύχει ένα γκολ, όχι μόνο γιατί αυτός είναι δύσκολος στην τελική προσπάθεια αλλά και γιατί όλοι όσοι τον αντιμετωπίζουν ξέρουν τι να κάνουν για να του κάνουν την ζωή δύσκολη. Ακόμα κι ο Βόλος, που έχει ξεχάσει τι σημαίνει νίκη μέσα στο 2026, ένα γκολ δέχτηκε στο Καραϊσκάκη. Η περίπτωση του Αστέρα που έχασε στην Τρίπολη με 0-3 είναι η εξαίρεση που κατά κάποιο τρόπο επιβεβαιώνει τον κανόνα. Που δεν δικαιολογείται με τίποτα.
Ο κανόνας είναι η σταθερή επανάληψη πολλών από όσα είδαμε και στο ματς που ο Ολυμπιακός έδωσε στην Λειβαδιά. Σχεδόν σε όλα αυτά τα ματς ο Ολυμπιακός κάνει μεγάλη κατοχή μπάλας, αλλά μπαίνει στο παιγνίδι πολύ αργά: αν δεχτεί νωρίς ένα γκολ (όπως έγινε στο Καραϊσκάκη με τον ΠΑΟΚ και τον ΠΑΟ) μπορεί το ματς να το χάσει. Αν δεν το δεχτεί, το μυαλό των παικτών του θα είναι καθαρότερο πλην όμως η δυσκολία στο γκολ θα είναι εξίσου μεγάλη, αφού πάντα θα έχει απέναντί του μια άμυνα να τον περιμένει. Απέναντι σε αυτή την άμυνα ο Ολυμπιακός θα κάνει του κόσμου τις σέντρες (ψάχνοντας τον ήρωα της βραδιάς), θα κρατήσει την μπάλα παίζοντας παράλληλο ποδόσφαιρο, θα πατάει με περισσότερους από τρεις παίκτες την αντίπαλη περιοχή μόνο μετά το 75΄όταν και θα γίνουν κάποιες αλλαγές, και θα δημιουργήσει αρκετές τελικές προσπάθειες (από αυτές που γεμίζουν στατιστικές), αλλά όχι και μεγάλες ευκαιρίες. Στη Λειβαδιά τέτοιες ήταν τρεις – τέσσερις: η μεγαλύτερη το σουτ στο δοκάρι του Αντρε Λουίς στο 74΄ σε μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις που ο Ολυμπιακός έπαιξε με την μπάλα κάτω και κάθετα.
Καλοί για την Ευρώπη, κακοί για το πρωτάθλημα;
Οσοι με διαβάζουν κι εδώ και στο blog μου γνωρίζουν πως την δυσκολία του Ολυμπιακού στο γκολ την έχω επισημάνει ήδη από την αρχή της χρονιάς και την έχω εξηγήσει κιόλας στο μέτρο που αυτό μου είναι δυνατό: δεν ήταν τίποτα δύσκολο να το περιμένεις.
Οσο η σεζόν προχωρά γίνεται κατανοητό ότι υπήρξε μια εντυπωσιακά λάθος αξιολόγηση των αναγκών της σεζόν. Για να ανταποκριθεί ο Ολυμπιακός στην ανάγκη του πρωταθλητισμού και στην ανάγκη του βάρους του Τσάμπιονς λιγκ χρειαζόταν πρώτα από όλα μια άλλη προσέγγιση στο πως θα τα καταφέρει: για να το πω όσο πιο απλά μπορώ έπρεπε να έχουν χρησιμοποιηθεί με τρόπο που να νιώθουν ενεργά μέλη της ομάδας πολλοί περισσότεροι παίκτες. Αν αυτοί έλειπαν από το ρόστερ θα έλεγα ότι έκανε λάθος η διοίκηση στον σχεδιασμό, δεν ξοδεύτηκαν ενδεχομένως τα χρήματα που έπρεπε κτλ κτλ. Αλλά ο Ολυμπιακός στην μεταγραφική περίοδο του Ιανουαρίου έχασε τρεις κυνηγούς (τον Στρεφέτσα, τον Καμπελά και τον Γιάρεμτσουκ κι αφήνω στην άκρη τον Πνευμονίδη που τον Σεπτέμβρη ήταν στους βασικούς και τον Ιανουάριο στα αζήτητα), οι οποίοι έφυγαν (δανεικοί μάλιστα, κι όχι γιατί ήρθαν προτάσεις) γιατί ο κόουτς Μεντιλίμπαρ δεν τους χρειαζόταν και οι ίδιοι ήθελαν να πάνε αλλού για να παίξουν. Τους έχασε δηλαδή γιατί η σχέση τους με τον προπονητή δεν εξελίχτηκε καλά. Κι όταν αυτό συμβαίνει (σε κάθε ομάδα κι όχι στον Ολυμπιακό) ο λόγος είναι πάντα ο ίδιος: ο προπονητής προτιμούσε πάντα άλλους και οι ίδιοι ένοιωσαν γρήγορα ότι δεν πρόκειται να κερδίσουν την εκτίμησή του.

Ηταν κακοί παίκτες αυτοί για το ελληνικό πρωτάθλημα; Ενδεχομένως κανείς τους να μην κάνει την διαφορά σε ένα ντέρμπι αν και ο Γιάρεμτσουκ πέρυσι την έκανε και σε πολλά. Αλλά όλοι κατά την γνώμη μου μπορούσαν να είναι χρήσιμοι σε ματς με τις ομάδες που βρίσκονται κάτω από την πέμπτη θέση και θα έπρεπε λεπτά συμμετοχής να πάρουν περισσότερα κι όχι να περιμένουν μόνο τα ματς του κυπέλλου. Αυτό έπρεπε να συμβεί γιατί λόγω Τσάμπιονς λιγκ η σεζόν θα ήταν σκληρότερη από την περσινή. Αλλά αν δεν σου έχει ξανατύχει τέτοιο βάσανο (πρωταθλητισμός και συμμετοχή σε League Phase), που να το ξέρεις;
O Μεντιλίμπαρ την μια και μοναδική φορά που βρέθηκε στην ανάγκη να διαχειριστεί μια τέτοια κατάσταση στη Σεβίλλη (χωρίς μάλιστα η ομάδα του να κάνει πρωταθλητισμό) απολύθηκε μετά από δυο μήνες έχοντας μια νίκη σε πάνω από δέκα ματς και ο λόγος ήταν η μη χρησιμοποίηση των καλοκαιρινών μεταγραφών. Όταν του το επισήμαναν είπε πως δεν έγιναν ξαφνικά κακοί παίκτες αυτοί που δούλευαν μαζί του πέρσι: δείτε το ντοκιμαντέρ LaLiga στο Netflix. Τους τρόπους και τα μυαλά του κόουτς του Ολυμπιακού έπρεπε οι προϊστάμενοί του να τα γνωρίζουν και το καλοκαίρι να του εξηγήσουν ότι έπρεπε κάποια πράγματα να τα δει διαφορετικά. Αλλά ο Μεντιλίμπαρ, του οποίου το συμβόλαιο ανανεώθηκε έξι μήνες πριν τελειώσει, αντιμετωπίζεται σαν σοφός, σαν στρατηγός, σαν κάποιος που όποιος τον πιάνει στο στόμα του πρέπει να καεί στην κόλαση κτλ. Ωραίο είναι αυτό κι ωραίες και οι αποθεώσεις από τον κόσμο κτλ. Αλλά η συγκλονιστική έλλειψη κριτικής δημιούργησε τον Ολυμπιακό που βλέπουμε.
Μια απλή ιστορία
Η ιστορία του εφετινού Ολυμπιακού, όπως εξελίσσεται, δεν έχει τίποτα το παράξενο, ούτε το πρωτότυπο. Αγωνιστικά την συναντάς και σε πρωταθλήματα σοβαρότερα και από το δικό μας. Στο ποδόσφαιρο δεν έχει κανείς ακόμα ανακαλύψει την απόλυτη τακτική, αυτό που πρέπει μια ομάδα να κάνει (ακόμα και η δυνατότερη…) για να κερδίζει συνέχεια. Το τίκι τάκα του Γκουαρντιόλα έδωσε τίτλους και βοήθησε ομάδες να ζήσουν θριάμβους: σήμερα η Σίτυ παίζει διαφορετικά γιατί όσοι περίμεναν με 8-9 παίκτες στο ύψος της περιοχής χαλώντας τις συνεργασίες το τίκι τάκα το εκμηδένισαν. Κάποτε το πρέσινγκ του Βαν Γκαάλ ήταν πρωτοπορία: σήμερα τις δεύτερες μπάλες τις θέλουν όλοι. Κάποτε ο Μουρίνιο ελαχιστοποιώντας κινδύνους κέρδιζε το Τσάμπιονς λιγκ: σήμερα κάνει το ίδιο και δεν μπορεί να κερδίσει το πρωτάθλημα Πορτογαλίας. Απέναντι σε κάθε τακτική προκύπτει το αντίδοτό της κι αυτό συμβαίνει και με το άμεσο ποδόσφαιρο του Μεντιλίμπαρ που δεν αποτελεί και κάποιου τύπου επιστημονική προσέγγιση: αν τα στόπερ σου είναι ψηλά και δυνατά παιδιά (ο Παπαδόπουλος στη Λειβαδιά τελείωσε με τρία τέτοια), οι ακραίοι σου είναι τακτικά σωστοί και οι γραμμές στα μετόπισθεν κοντά απέναντι στον Ολυμπιακό κάνεις τον χρόνο σύμμαχο. Απλά περιμένεις. Κι αν το 0-0 σου κάνει (και για τους περισσότερους στην Ελλάδα είναι μια χαρά αποτέλεσμα) μπορείς να το πάρεις σχεδόν άκοπα αφήνοντας την μπάλα στον πρωταθλητή ή ακόμα και παίζοντας με παίκτη λιγότερο: αρκεί να μην παραχωρήσεις ένα κουτό πέναλτι, να προσέχεις λίγο στα έτσι κι αλλιώς στα μέτρια εκτελεσμένα κόρνερ και κυρίως να μην δεχτείς γκολ νωρίς. Κατά τα άλλα ο Ολυμπιακός είτε παίζει 4-4-2, είτε 4-3-3, είτε 4-2-3-1 θα κάνει πάντα το ίδιο πράγμα.

Το λέω από την αρχή της χρονιάς. Το πρόβλημα του είναι τα πεταμένα ημίχρονα, δηλαδή η κακή προσέγγιση. Η αδυναμία του είναι ο τρόπος κι όχι οι παίκτες του. Οι ίδιοι παίκτες που δεν μπορούν να βάλουν γκολ στον Λεβαδειακό και την Πάφο πήραν την πρόκριση για την επόμενη φάση του Τσάμπιονς λιγκ με τρεις νίκες στη σειρά – και οι δυο από αυτές ήταν κι εκτός έδρας. Κάνουν οι παίκτες για το Τσάμπιονς λιγκ αλλά χρειάζονται άλλοι για να βρουν ένα γκολ σε πέντε δύσκολα ματς; Πως διάβολε συμβαίνει αυτό;
Το θέμα είναι η ένταση και η διαδικασία. Παίζοντας με ένταση (και με χώρους στην διάθεσή του) ο Ολυμπιακός έκανε καλά ματς στην Ευρώπη κι απέναντι σε μεγαθήρια και απέναντι σε σοβαρές ομάδες. Αλλά στην Ελλάδα πρέπει να κερδίζεις διαδικαστικά: δεν γίνεται να παίξεις σαράντα ματς με το μαχαίρι στα δόντια. Η διαδικασία απαιτεί επιθετικό πλάνο, κίνηση χωρίς την μπάλα, δουλεία στην προπόνηση. Και βέβαια και διοικητική πίεση κι όχι δικαιολογίες. Στον Ολυμπιακό η πίεση φέτος είναι ελάχιστη γιατί όλοι έχουν μείνει στα περσινά και στα προπέρσινα. Και η βιομηχανία της δικαιολογίας από την αρχή της χρονιάς δουλεύει υπερωρίες.
Δεν είναι εκτός πρωταθλήματος ο Ολυμπιακός γιατί έφερε ισοπαλία στη Λειβαδιά. Αλλά το πρωτάθλημα θα το πάρει εφέτος μόνο αν καταρρεύσουν ο ΠΑΟΚ και η ΑΕΚ. Βλέποντας κι αυτοί πως παίζει, μου μοιάζει δύσκολο να μην δώσουν κάτι παραπάνω…








