Ο Μουρίνιο κέρδισε πάλι την Πρέμιερ λιγκ...

Ο Μουρίνιο κέρδισε πάλι την Πρέμιερ λιγκ...

«Τα φαβορί για την κατάκτηση της Πρέμιερ λιγκ είναι η Σίτυ, η Λίβερπουλ, η Τότεναμ και η δεύτερη ομάδα της Σίτυ». «Φράνκ Λάμπαρντ δεν χρειάζεται να χρησιμοποιείς σε δύσκολα ματς νεαρούς παίκτες για να δείξεις ότι είσαι προπονητής». Η πρεμιέρα του Μουρίνιο ως τηλεσχολιαστή στο Sky Sports δείχνει ότι ο Πορτογάλος θέλει να κερδίσει και φέτος την Πρέμιερ λιγκ. Μην πω ότι την κέρδισε ήδη.

Το προετοίμαζε καιρό

Σε κανένα δεν έκανε έκπληξη ούτε η απόφαση του Μουρίνιο να ασχοληθεί με την τηλεόραση, ούτε η απόφαση του αγγλικού καναλιού να τον προσλάβει. Υπάρχουν τρία πράγματα που σου επιτρέπουν να γίνεις τηλεσχολιαστής. Το πρώτο είναι η ειδική γνώση του σπορ όπως αυτή προκύπτει από τις παρατηρήσεις σου, το δεύτερο είναι το όνομά σου και το τρίτο η αμεσότητα που δημιουργεί και προκαλεί ενδιαφέρον: ο Μουρίνιο τα έχει και τα τρία. Εχει όμως και δυο ακόμα χαρακτηριστικά που είναι ίσως μοναδικά: το πρώτο ότι είναι χρήσιμος για το προϊόν που λέγεται Πρέμιερ λιγκ και δεν θα μπορούσε από αυτή να λείπει και το δεύτερο ότι τον ερχομό του στην τηλεόραση τον μεθόδευσε χρόνια τώρα με δηλώσεις και συμπεριφορές που δείχνουν ότι έχουμε να κάνουμε με μια περίπτωση «ηθοποιού της ζωής» - ένα άνθρωπο που ξέρει να παίζει με τα μέσα. Ο Μουρίνιο είναι υπό αυτό το πρίσμα ο πρώτος που χρησιμοποίησε την ικανότητα του στην προπονητική για να φτάσει στην τηλεόραση – οι πιο πολλοί συνάδερφοί του έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιήσει την τηλεόραση και τις εμφανίσεις τους σε αυτή για να βρουν δουλειά.

Ο Μου δεν έθεσε το όνομά του στην υπηρεσία της τηλεόρασης ελπίζοντας πως αρκεί η παρουσία του για να αποκτήσει μια εκπομπή τηλεθέαση, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι που εξαργυρώνουν στα κανάλια τα γραμμάτια της αναγνωσιμότητας (και στην Ελλάδα) μέχρι που αυτά λήγουν άδοξα. – στην πραγματικότητα ως προπονητής έχτισε ένα κοινό το οποίο αποτελεί και την τηλεοπτική του προίκα. Νομίζω ότι ειδικά τα τελευταία χρόνια η προπονητική του καριέρα ήταν ένα μεγάλο τηλεοπτικό ριάλιτι με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Εγινε απαραίτητος στον Αγγλο (κι όχι μόνο) τηλεθεατή ως περσόνα και όχι απλά ως ένας (ακόμα) προπονητής.

Αγέλαστος, σκυθρωπός, υπέροχος

Θυμάμαι ακόμα την πρώτη φορά που τον είχα δει καλεσμένο σε τηλεοπτική εκπομπή – δούλευε στην Ιταλία και μιλούσε στη RAI. Εχω δει εκατοντάδες καλεσμένους: ποτέ δεν έχω δει κάτι ανάλογο. Ηταν αγέλαστος, θυμωμένος, μιλούσε με κοφτές προτάσεις, έκανε μια τεράστια προσπάθεια να γίνει αντιπαθητικός – δηλαδή να «γράψει» και να γίνει στον τηλεθεατή αξέχαστος: φυσικά το κατάφερε! Επιτέθηκε στα ΜΜΕ και στους δημοσιογράφους, σε προπονητές που κάτι είχαν τολμήσει να πουν για αυτόν, δήλωνε ότι δεν τον νοιάζει η εικόνα του – ενώ μόνο αυτή τον ένοιαζε. Μαγεμένος ομολογώ από εκείνο το ρεσιτάλ ηθοποιίας άρχισα να παρακολουθώ περισσότερο τις δημόσιες εμφανίσεις του καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι είναι όλες σκηνοθετημένες - φυσικά από τον ίδιο. Θυμηθείτε τις περσινές του. Αύγουστο του 2018, έχοντας ξοδέψει πάνω από 100 εκατ ευρώ για μεταγραφές, κατηγορεί τη διοίκηση της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ότι δεν θέλει την ενίσχυση της ομάδας απαιτώντας άλλα 200 εκατ. Το Σεπτέμβριο, μετά από μια ήττα στο Ολντ Τράφορντ, παίρνει ένα κασκόλ και πάει κάτω από το πέταλο αποδίδοντας τιμές στους οπαδούς σε στάση προσοχής. Πριν φύγει κάνει επιθέσεις στους παίκτες – πάντα δημόσια. Τίποτα στη ζωή του τα τελευταία χρόνια δεν γίνεται χωρίς να υπάρχει μια κάμερα που το καταγράφει. Ακόμα και η εντυπωσιακή σκηνή στην οποία κλαίει στην έξοδο των αποδυτηρίων του Μπερναμπέου αγκαλιά με τον Ματεράτσι, έχει βιντεοσκοπηθεί – ίσως τυχαία. Τυχαίο δεν είναι ότι το βίντεο έπαιξε σε όλα τα κανάλια του κόσμου ως απόδειξη ότι κατά βάση ο σκληρός Μου είναι ένας ευαίσθητος άνθρωπος.

Ο ίδιος πιο σημαντικός από τη δουλειά

Δεν έχουν οι άλλοι προπονητές ανάλογες ευαισθησίες; Φυσικά και έχουν, αλλά οι πιο πολλοί κρατάνε τις ιδιωτικές τους στιγμές για τον εαυτό τους και δεν θέλουν να προκαλούν συζητήσεις παρά μόνο για τη δουλειά τους. Ο Μουρίνιο κατάλαβε γρήγορα ότι η δουλειά του είναι λιγότερο σημαντική από τον ίδιο και ότι ο ίδιος μπορεί να προκαλεί την προσοχή με την συμπεριφορά του και τις δηλώσεις του, περισσότερο από όσο το κατορθώνει με τα αποτελέσματα του.

 

Παραμονές του μουντιάλ της Ρωσίας, στο όποιο είχε δουλέψει πάλι ως τηλεσχολιαστής για δυο – τρια κανάλια, είχε κάνει μια εκπομπή όπου κατέθεσε τα προγνωστικά του, όχι για την έκβασή του παγκοσμίου κυπέλλου, αλλά για κάθε ματς! Είχε μπροστά του όλο το ταμπλό του μουντιάλ και έκανε προβλέψεις για όλα τα παιγνίδια – πρόβλεπε ακόμα και το σκορ των αγώνων. Πόσες από αυτές υπήρξαν τελικά επιτυχημένες; Λίγες, πολύ λίγες. Αλλά για την τηλεόραση αυτό δεν έχει καμία σημασία: σημασία έχει η τόλμη του να το κάνεις – το είδος της έκθεσης. Ο Μουρίνιο τα τελευταία χρόνια, κι όσο χειρότερα ήταν τα αποτελέσματά του στους πάγκους των ομάδων, τόσο περισσότερο φρόντιζε να γίνεται θέμα. Οι καυγάδες του με τον Κόντε, τον Βενγκέρ, τον Πογκμπά, ήταν θεαματικότερα γεγονότα από τα ματς της Τσέλσι ή της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Και την ίδια στιγμή μεγάλωναν το προσωπικό του κοινό που με αυτά διασκέδαζε: για όλο αυτό το πακέτο ήταν δεδομένο ότι η τηλεόραση θα έδειχνε ενδιαφέρον. Ο Μουρίνιο δεν μπορούσε να λείπει από την Πρέμιερ λιγκ: ο θόρυβος που προκαλεί είναι απαραίτητος. Ο τύπος κέρδισε πάλι ένα πρωτάθλημα.  

Παίζοντας φουλ επίθεση

Ο Πορτογάλος έχει σίγουρα και αναλυτικές ικανότητες, χρήσιμες σε ένα ποδοσφαιρικό σόου – αλλά αυτά είναι εύκολα. Ανάλογες ικανότητες (φυσικά και την απαραίτητη γνώση του πρωταθλητισμού που μπορεί να κάνει το σχόλιο πιο βαρύ) έχουν και ο Σερ Αλεξ Φέργκιουσον π.χ ή ακόμα και ο Αρσέν Βενγκέρ – κι όμως κανένα κανάλι δεν προσπάθησε να τους πείσει να γίνουν πανελίστες. Το Sky Sports δεν αγόρασε τη γνώση του Μουρίνιο – αυτή δεν λείπει από τις εκπομπές του και η επίδειξή της συχνά είναι τηλεοπτικά βαρετή. Αγόρασε πράγματα περισσότερο σπάνια: την βιτριολική ατάκα, την χαρά της αντιπαράθεσης, την επίπληξη, την απόδοση ευθύνης, την θέληση του Πορτογάλου να κερδίσει την προσοχή του κοινού δείχνοντας ότι παραμένει ο Special One. Το αστείο είναι ότι ο Μουρίνιο θα το καταφέρει χρησιμοποιώντας ό,τι έλειπε τα τελευταία χρόνια από τις ομάδες του, δηλαδή μια έντονη επιθετικότητα…