Ο κόσμος θέλει πίσω τους Queen...

Ο κόσμος θέλει πίσω τους Queen...

Το παλληκάρι που δούλευε στο ταμείο αναστέναξε με ανακούφιση. «Από τη μέρα που βγήκε η ταινία, η αίθουσα είναι κάθε βράδυ γεμάτη. Και την Παρασκευή που είχε το μπάσκετ χαμός έγινε. Ναι ναι καλά οι Queen» μου είπε την ώρα που έπαιρνα τα εισιτήρια κι αυτό το τελευταίο το βρήκα πολύ χαριτωμένο, δεδομένο ότι ο Φρέντι Μέρκιουρι έχει πεθάνει χρόνια τώρα. Περιττό να πω ότι έχει απόλυτο δίκιο για την εισπρακτική επιτυχία της ταινίας: μολονότι οι πιο πολλοί από τους κριτικούς δεν βρήκαν τίποτα καλό να πουν για αυτή, ο κόσμος τρέχει να τη δει και μάλιστα όπου κι αν παίζεται. Στις πιο πολλές ευρωπαϊκές χώρες είναι μια από τις εισπρακτικές επιτυχίες της χρονιάς.  

Φτιαγμένη να αρέσει

Δεν είναι η πρώτη φορά που μια ταινία που οι κριτικοί σνομπάρουν κόβει του κόσμου τα εισιτήρια. Συνήθως όμως αυτό συμβαίνει με ταινίες της Μarvel, την ύπαρξη των οποίων δεν καταλαβαίνουν ή με περιπέτειες που προσπερνούν γιατί μοιάζουν με άλλες ή με κωμωδίες το χιούμορ των οποίων τους μοιάζει φτηνό. Το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι το «Bohemian Rhapsody» δεν ανήκει σε καμία από αυτές τις κατηγορίες. Εχει ένα καταπληκτικό πρωταγωνιστή, τον Ράμι Μάλεκ (γνωστό από το Mr Robot), στηρίζεται σε μια σκληρή πραγματική ιστορία  (η ζωή κι ο θάνατος του Φρέντι Μέρκιουρι δεν βλέπονται με ποπ κορν), η ίδια η ταινία, που έχει και κάποιες δύσκολες σκηνές στις οποίες ο πρωταγωνιστής ανακαλύπτει το σεξουαλικό του προσανατολισμό, δεν είναι και η πιο εύκολη. Οι κριτικοί προφανώς δεν σοκαρίστηκαν από αυτές – νομίζω δεν τις αξιολόγησαν καν. Γιατί την έθαψαν; Για τον ίδιο ακριβώς λόγο που ο κόσμος τρέχει να τη δει: γιατί είναι φτιαγμένη για να αρέσει.

 

Πολλά για την κατασκευή

Στην κριτική του «Bohemian Rhapsody» διαβάζεις ένα σωρό πράγματα που έχουν σχέση με την κατασκευή της ταινίας κι ελάχιστα που έχουν σχέση με την ταινία ως τελικό αποτέλεσμα. Μαθαίνεις ότι η ταινία πέρασε πολλές περιπέτειες για να γυριστεί και ότι τα μέλη των Queen απαίτησαν να έχουν λόγο για το τελικό αποτέλεσμα. Μαθαίνεις ότι ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο πολύς Μπράιαν Σίνγκερ απολύθηκε λίγο πριν την ολοκληρώσει (πληρώνοντας καταγγελίες για την συμπεριφορά του) και ότι την ολοκλήρωσε άλλος (ο σχεδόν άγνωστος Ντέξτερ Φλέτσερ). Μαθαίνεις ότι ο αρχικός πρωταγωνιστής της ήταν ο Σασα Μπαρον Κοεν- θα χε πλακα. Μαθαίνεις, από όσους τουλάχιστον ασχολήθηκαν λίγο παραπάνω, ότι το σενάριο εμπεριέχει σοβαρές ανακρίβειες - για παράδειγμα στην ταινία ο Μέρκιουρι φαίνεται να ξεκινά την καριέρα του με τους Queen και μάλιστα κάπως σαν αυτοδίδακτος τραγουδιστής, ενώ δεν είναι έτσι. Μαθαίνεις επίσης ότι ακόμα και μερικές από τις ωραίες της ιστορίες ήταν κομμάτι διαφορετικές: η περίφημη συναυλία στο Ρίο, όπου το κοινό τραγουδά το Love of My Life, έγινε κάποια χρόνια αργότερα κι όχι τη στιγμή που στην ταινία αναφέρεται – σίγουρα δεν είδε ποτέ το σχετικό βίντεο της συναυλίας με την Μαίρη Οστιν, είχαν χωρίσει χρόνια πριν.

Οι κριτικοί στάθηκαν πολύ στο γεγονός ότι από το σενάριο λείπουν ιστορικά περιστατικά, όπως ο καυγάς του Μέρκιουρι με τον Σιντ Βίσιους, η συνέντευξή του στο περιοδικό ΝΜΕ, στο οποίο ήδη από το Δεκέμβριο του 1974 έκανε λόγο για την αμφισεξουαλικότητα του, η σχέση του με την Αυστριακή Μπάρμπαρα Βάλεντιν. Κάποιοι επισήμαναν πως ακόμα και τα γεγονότα που έχουν να κάνουν με τη διάλυση και την επανένωση του συγκροτήματος είναι διαφορετικά –  καλά έκαναν. Αλλά για την ταινία δεν είπαν τίποτα.

Δεν είναι ντοκιμαντέρ

Το «Bohemian Rhapsody» δεν είναι ντοκιμαντέρ, είναι μια ταινία που βασίζεται στους Queen. Οι ιστορίες του Μέρκιουρι είναι ατελείωτες: σκεφτείτε πως ένα τραγούδι του υπήρξε ο ύμνος των Ολυμπιακών Αγώνων της Βαρκελώνης – ο τύπος ήταν μεγάλος δημιουργός και φυσικά και υπέροχος προβοκάτορας: είχε μια ερωτική σχέση και με τον προσωπικό του σεφ, τον περίφημο Τζο Φανέλι. Ο σεναριογράφος Αντονι Μακ Κάρτεν (που τον ξέρουμε και από την περσινή ταινία «Σκοτεινή Ωρα» με θέμα τον Τσόρτσιλ), έπρεπε από ένα πλήθος ιστοριών να διαλέξει όσες κατά τη γνώμη του ήταν χρήσιμες για να στήσει το δράμα. Η ταινία δεν θα μπορούσε ποτέ ν αποφύγει την παγίδα του μελό: ο Μέρκιουρι πέθανε πολύ νέος. Οι εναπομείναντες Queen ορθώς ήθελαν να έχουν γνώμη και για το σενάριο: η σχέση τους με τον τραγουδιστή του συγκροτήματος είναι σχέση ζωής. Προφανώς δεν θέλησαν να υπάρξουν κάποια σκληρά για το μύθο του Μέρκιουρι περιστατικά – λέγεται ότι κόπηκαν και πετάχτηκαν στα καλάθια των αχρήστων αρκετές σκηνές. Όμως το τελικό αποτέλεσμα είναι για τον θεατή αρκετά καλό και για αυτή η ταινία σκίζει: δεν έγινε ούτε για τους φανατικούς των Queen, που ίσως απογοητευτούν από τις ηθελημένες ανακρίβειες, ούτε για τους εστέτ που πιθανότατα θα προτιμούσαν κάτι σκληρότερο, ούτε για να προβληθεί σε ένα ειδικό κοινό με την ευκαιρία κάποιου gay parade. Είναι μια ταινία που έγινε για το μεγάλο κοινό: για αυτό το κοινό που τραγουδούσε ο Φρέντι Μέρκιουρι.

 

Αυτό μάλιστα είναι και το σημειολογικό της μήνυμα: η ταινία κλείνει με την ιστορική εμφάνιση των Queen στο Γουέμπλεϊ, στα πλαίσια του Live Aid. Δεν είναι φυσικά η τελευταία τους εμφάνιση, αλλά είναι μια μοναδική στιγμή: ο ήδη άρρωστος Μέρκιουρι ξεσηκώνει τον κόσμο ολόκληρο. Ο κόσμους του ανήκει κι αυτός ανήκει σε αυτόν – κι αυτό μια ταινία, που στον κόσμο απευθύνεται, το εξηγεί υπέροχα.

Λαϊκό σινεμά του καιρού μας

Το «Bohemian Rhapsody»  είναι λαϊκό σινεμά – αλλά λαϊκό σινεμά του καιρού μας, όχι του 1960. Εχει μια καλή δόση μελό, που δυστυχώς επιβάλλεται από την ίδια την αληθινή ιστορία που είναι η βάση του σεναρίου. Εχει αρκετά καλούς ηθοποιούς που θυμίζουν τους πραγματικούς Queen χωρίς να γίνονται καρικατούρες. Δίνει στον Ράμι Μάλεκ την ευκαιρία να δώσει ένα ερμηνευτικό ρεσιτάλ. Κυρίως βοηθά το μεγάλο κοινό να θυμηθεί γιατί του άρεσαν τα τραγούδια των Queen: ο κόσμος έμεινε στην αίθουσα για να ακούσει ακόμα και τα τραγούδια που έπεφταν ενώ έτρεχαν τα ονόματα των συντελεστών της ταινίας – χρόνια είχα να το δω. Είχε περάσει ωραία παρακολουθώντας το πώς αυτά γράφτηκαν και το πως έγιναν επιτυχίες από ένα παιδί που γεννήθηκε στην Ζανζιβάρη με το παράξενο όνομα Φαρούκ Μπουλσάρα. Ίσως ο Φρέντι Μέρκιουρι να ήταν κάτι άλλο, πιο πολύπλοκο. Αλλά μιλάμε για μια ταινία, όχι για τη βιογραφία του. Ούτε για την μεταθανάτια δίκη του.