Κοιτούσα από περιέργεια για ποια ακριβώς πράγματα τσακώθηκαν οι Ελληνες στο διαδίκτυο τον προηγούμενο δίμηνο: θα ήταν μάλλον πιο εύκολο να βρει κανείς γιατί δεν τσακώθηκαν. Η εντύπωση που υπάρχει είναι ότι οι Ελληνες τσακώνονται για τα πολιτικά, τα αθλητικά, ενίοτε και για κανένα μεγάλο κοινωνικό ζήτημα καθώς τους αρέσει να διαιρούνται. Αλλά είδα ότι τσακώνονται πλέον και για άλλα που δεν τα λες και αμιγώς πολιτικά.
Τσακώθηκαν [χ για τις φωτογραφίες των εκτελεσθέντων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής: ομολογώ ότι δεν κατάλαβα ποιες ακριβώς είναι οι θέσεις των μεν και των δε αλλά τσακώθηκαν. Για το ταξίδι του Μητσοτάκη στην Αγκυρα και τις συζητήσεις με τον Ερτογάν που ως συνήθως δεν είχαν κανένα πρακτικό αποτέλεσμα. Για τις αντιδράσεις των εργαζομένων του εργοστασίου της Βιολέτα. Για το κόμμα του Τσίπρα και τις Καρυστιανού που ακόμα δεν υπάρχουν. Για την δίκη του δυστυχήματος των Τεμπών που δεν έχει ξεκινήσει. Για μια δήλωση του Φοίβου Δεληβοριά για την Καρυστιανού. Για το τελευταίο βιβλίο του Στάθη Καλύβα, που λέγεται Big Bang (1970-73) και είναι και καλό. Φυσικά για κανα μήνα τσακώνονταν για τον Καποδίστρια – εννοώ για την ταινία του Σμαραγδή. Τσακώθηκαν για τον Αδωνη Γεωργιάδη και την Ζωή Κωνσταντοπούλου: τουλάχιστον αυτοί από τους καυγάδες θρέφονται- μπορούν να καυγαδίζουν ασταμάτητα και διαρκώς αρκεί να υπάρχουν κάμερες να καταγράψουν μια σειρά από επιτηδευμένες θεατρικές υστερίες. Οι άλλοι δεν καταλαβαίνω τι χαρά βρίσκουν (βρίσκουμε) σε αυτούς τους ασταμάτητους οιωνεί διαδικτυακούς εμφυλίους.

Όταν άρχισε η εποχή των Social Media, με την εμφάνιση του Facebook αρχικά και του Twitter αργότερα δεν νομίζω πως υπήρχε κάποιος που μπορούσε να φανταστεί πως αυτά θα γίνουν τα Μαρμαρένια Αλώνια της αγανάκτησης, του θυμού, της οργής κτλ. Το Facebook μου θύμιζε ένα είδος διαδικτυακού λευκώματος, σαν αυτό των μαθητριών στις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80. Χιλιάδες άνθρωποι, αρχικά κυρίως γυναίκες, καλούσαν τους φίλους τους να τους ακολουθήσουν. Ανέβαζαν τα αγαπημένα τους τραγούδια. Σου έδειχναν τις αγαπημένες τους φωτογραφίες και περίμεναν like και καρδούλες. Οι πιο θαρραλέοι έκαναν κάποια σχόλια για τα τρέχοντα: για ταινίες που είδαν, βιβλία που διάβασαν, πόλεις που επισκέφτηκαν ή απλά για κάτι που άκουσαν στην τηλεόραση – βέβαια για σχόλια (σύντομα και «πιπεράτα») δημιουργήθηκε το twitter που προσφερόταν και για χιουμοριστικές ατάκες, πειράγματα, χαριτωμενιές. Αργότερα μπήκε στην ζωή μας και το απόλυτο εργαλείο της προσωπικής μας ματαιοδοξίας, δηλαδή το Instagram που έγινε κάτι σαν τοιχογραφία εικόνων και στιγμών για τις οποίες πρέπει να ζηλεύουν οι φίλοι μας. Και μετά; Μετά ήρθε η κρίση.
Η κρίση προκάλεσε αγανάκτηση και οργή. Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο θέλησαν να εκδηλώσουν (εν μέρει και να εκτονώσουν) συναισθήματα σκληρά, πράγματα που δεν μπορούσαν να κρατήσουν μέσα τους. Τα μεγάλα ΜΜΕ όλου του κόσμου βλέποντας ότι τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης είχαν αρχίσει να αποκτούν χαρακτήρα διαδικτυακής κοινότητας ήθελαν να απευθυνθούν στα μεγάλα τους κοινά κάνοντας ό,τι πιο απλό: ανεβάζοντας ειδήσεις, κείμενα και σχόλια διάφορων επαγγελματιών. Επειδή είχαμε μπει σε μια εποχή αγανάκτησης οι θέσεις προκαλούσαν αυτομάτως αντιδράσεις. Στην Ελλάδα προέκυψαν στρατόπεδα με ανθρώπους που συμφωνούσαν σε πολλά: κυρίως στο ποιους ήθελαν να μισούν. Κι έτσι το τοπίο άλλαξε. Στο Facebook δεν έβλεπες πια φωτογραφίες και τραγουδάκια, αλλά απόψεις. Δεν διάβαζες σχόλια αποθεωτικά για το γούστο σου από ανθρώπους που είχαν το ίδιο, αλλά κατάρες και ευχές για ψόφους. To twitter τον ίδιο καιρό έγινε η χαρά μιας νέας κατηγορίας επαγγελματιών που γνωρίζοντας το πως μπορούν να απευθύνονται στο θυμικό (κι όχι στη λογική των χρηστών του) έκαναν καριέρα σπέρνοντας δηλητήριο. Και το Instagram, που ήταν πιο νεανικό, έγινε η έκθεση της πιο βιτριολικής βαρβαρότητας: κάτω από όμορφες φωτογραφίες διαβάζεις του κόσμου την πίκρα και την οργή για όλους και όλα. Ανάμεσα σε καρδούλες και «μπράβο κούκλα μου» υπάρχουν αυθεντικά χολερικά ξεσπάσματα που κόσμος κάνει (και κυρίως διαβάζει) για να εκτονώνει ό,τι χειρότερο έχει μέσα του. «Το μπήκα για τα σχόλια» που πολλοί γράφουν, ομολογώ ότι το διαβάζω και γελάω. Όχι χωρίς λίγο να ντρέπομαι όμως.
Ολο αυτό το έφερε η κρίση αλλά το ωραίο της ιστορίας είναι ότι ήρθε και ρίζωσε. Οι άνθρωποι πλέον έχουν ταυτίσει τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης με τόπο αναζήτησης καυγάδων. Μπαίνουν σε αυτά για να εκφράσουν την οργή τους γιατί θεωρούν πως αυτός ακριβώς είναι ο ρόλος τους: να διαφημίσουν την αγανάκτησή τους, την πολιτική ευαισθησία τους που πρέπει να περιέχει θυμό, την άποψή τους που δεν πρέπει να είναι λογική και τεκμηριωμένη αλλά απλά οργισμένη. Γιατί; Γιατί έτσι μάθανε! Πιστεύουν πως αυτή η έκφραση ακραίων συναισθημάτων τρομάζει κυβερνήσεις, ταρακουνεί, προκαλεί σεισμούς. Επίσης ψάχνουν εναγωνίως αυτόν που έχει διαφορετική άποψη από την δική τους για να τσακωθούν. Δεν κρύβονται πίσω από καμία ανωνυμία γιατί πιστεύουν πως είναι άτρωτοι. Δεν είναι. Αλλά ελάχιστα τους απασχολεί. Σημασία έχει να πουν στην παρέα τους ότι κάποιον τον κατατρόπωσαν για τις πολιτικές του ιδέες ή για το τι πιστεύει για τις μεταγραφές του Ολυμπιακού ή για τον Καποδίστρια. Και το ωραίο είναι ότι το ίδιο λέει κι ο άλλος: όλοι νιώθουν νικητές και μάγκες και μοναδικοί και σπάνιοι. Τίποτα δεν τροφοδοτεί το υπερεγώ μας πιο πολύ από μια σειρά από νίκες σε διαδυκτιακές μονομαχίες. Και είναι τόσες πολλές αυτές οι νίκες που αισθανόμαστε σούπερ ήρωες.
Δεν ξέρω αν αυτά που συμβαίνουν είναι σκηνές από ένα ασταμάτητο οιωνεί εμφύλιο: το βρίσκω υπερβολικό – άσε που πιστεύω πως οι εμφύλιοι (που υπήρξαν η μητέρα της ευρωπαϊκής μας ιστορίας) είναι κάτι πολύ σοβαρό για να γίνεται στο Facebook. Αυτό για το οποίο είμαι βέβαιος είναι ότι κόσμος ηδονίζεται βρίζοντας και προσβάλοντας διότι θεωρεί πως αυτό είναι ένας τρόπος για να νιώθει καλύτερα. Το έκανε στα χρόνια της κρίσης για πράγματα σημαντικά, που είχαν να κάνουν με την οικονομία δηλαδή την ζωή του. Το κάνει σήμερα για πράγματα πολύ λιγότερα σημαντικά έως και ασήμαντα: για τις ομάδες που υποστηρίζει, για τον Καποδίστρια, για την Ζωή και τον Αδωνη, για πολλά που αγνοεί εντελώς και δεν δέχεται πως κάποιος άλλος μπορεί να τα ξέρει καλύτερα.
Πριν από καιρό είχα ακούσει ότι ένας Αμερικάνος πανεπιστημιακός καθηγητής έσβησε από τους ακόλουθούς του στο Facebook όλους όσους συμφωνούσαν μαζί του και κράτησε μόνο όλους όσους διαφωνούσαν ώστε να τσακώνεται καθημερινά μαζί τους. Μου είχε φανεί πράξη κάποιου τρελού. Νομίζω ότι αργά ή γρήγορα αυτό θα το κάνουμε όλοι. Τους φίλους τους θες για να τους βλέπεις, να τους χαίρεσαι, να ζεις μαζί τους. Τους εχθρούς τους θες στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Χωρίς αυτούς δεν ξέρω τι ενδιαφέρον θα είχαν.








