Μια αποκαθήλωση...

Μια αποκαθήλωση...

Στο μεταξύ εν μέσω ιών και πανδημιών χάσαμε από το Τσάμπιονς λιγκ την Λίβερπουλ. Μετά από συμμετοχή σε δυο συνεχόμενους τελικούς και μια δικαιότατη κατάκτηση του τροπαίου πέρυσι, η Λίβερπουλ αποκλείστηκε φέτος νωρίς και γρήγορα από την Ατλέτικο Μαδρίτης που όσους παίκτες κι αν αλλάξει θα είναι πάντα η ομάδα του Ντιέγκο Σιμεόνε. Η Λίβερπουλ αποκλείστηκε στο Ανφιλντ, στο βασίλειό της, στο γήπεδο που δυο χρόνια τώρα έχτισε όλους τους ευρωπαϊκούς θριάμβους της. Αποκλείστηκε επίσης παίζοντας σε ένα κατάμεστο Ανφιλντ – το λέω γιατί διανύουμε μια εποχή που το να έχει κόσμο ένα γήπεδο δεν είναι δεδομένο. Αποκλείστηκε χωρίς να έχει δικαιολογία, χάνοντας στην παράταση 3-2 και το έπαθε ακριβώς τη στιγμή που χάρη στο γκολ του Φιρμίνο είχε φτάσει στο 2-0 κι είχε αγκαλιάσει την πρόκριση. Εχω μερικές υποψίες, (αν όχι και απόλυτες εξηγήσεις…), για το γιατί το έπαθε.

Η ζημιά έγινε στο πρώτο ματς

 Όπως σε όλες τις αποτυχίες υπάρχει η μικρή και η μεγάλη εικόνα. Η μικρή εικόνα είναι τα όσα συνέβησαν στα δυο ματς – δεν είναι σωστό να ξεχνάμε το πρώτο. Όταν είχε γίνει η κλήρωση είχα επισημάνει ότι η Λίβερπουλ βρίσκει για πρώτη φορά μετά από δυο χρόνια στο Τσάμπιονς λιγκ ένα αντίπαλο που μπορεί να παίξει απέναντί της δυο κλειστά ματς. Εγραφα ότι στα δυο συνεχόμενα χρόνια που η Λίβερπουλ έφτασε στον τελικό της διοργάνωσης δεν είχε ποτέ απέναντί της στα περίφημα νοκ άουτ ματς μια ομάδα που παίζει αυτού του τύπου το στριφνό ποδόσφαιρο που μπορεί να παίξει η Ατλέτικο του Σιμεόνε – μια από τις λίγες ομάδες που είναι ικανές να παίξουν δυο παιγνίδια για το «μισό μηδέν». Η Ατλέτικο έκανε ακριβώς αυτό: υπερασπίστηκε στο πρώτο ματς το 1-0 και στο δεύτερο ματς το σε βάρος της 0-1 ευελπιστώντας να βρει ένα γκολ σχεδόν από το πουθενά.

Η Λίβερπουλ πλήρωσε τις χαμένες ευκαιρίες της στη διάρκεια του 90λεπτου στο Ανφιλντ, αλλά και την αδυναμία της να ανοίξει την άμυνα της Ατλετικο και να την τρομάξει στο πρώτο ματς. Το πρώτο παιγνίδι αποδείχτηκε κομβικό: οι Μαδριλένοι έχτισαν την βεβαιότητα ότι η άμυνά τους μπορεί να τους κρατήσει ζωντανούς και στη ρεβάνς και έτσι κι έγινε. Οι επισημάνσεις ότι δεν έπαιξαν ποδόσφαιρο, ότι άφησαν την μπάλα στη Λίβερπουλ, ότι προσπάθησαν απλά να μην δεχτούν δεύτερο γκολ είναι προφανή πράγματα: έτσι θα συνέβαινε.

Η Λίβερπουλ είχε την ευθύνη της ανατροπής της κατάστασης, αλλά έπαιζε κι αυτή λιγάκι με τη φωτιά. Δεν είναι βέβαιο ότι θα προκρινόταν αν έφτανε στο 2-0 στην κανονική διάρκεια του αγώνα για δυο λόγους: πρώτον γιατί δεν βρήκε ένα γκολ γρήγορα κι ο χρόνος δεν έπαιζε με το μέρος της και δεύτερον γιατί όπως γνωρίζουμε όλοι ο αμυντικός της μηχανισμός είναι κομμάτι ευάλωτος – αρκεί η απουσία ενός βασικού για να υπάρξει πρόβλημα. Χθες έλειπε ο τερματοφύλακας. Και η απουσία φάνηκε, αλλά δεν φάνηκε μόνο αυτό: η Λίβερπουλ εν τέλει πλήρωσε ότι και στα δυο ματς έδειξε μια δυσκολία στο να φτιάξει καθαρές φάσεις απέναντι σε μια οργανωμένη και κλειστή άμυνα. Στο πρώτο ματς δεν έκανε σχεδόν καμία. Στο δεύτερο έκανε πολλές, αλλά ξοδεύοντας την ενέργειά της. Και στην παράταση έμεινε από δυνάμεις κι έχασε στα σημεία, ακριβώς όπως ο πυγμάχος που δεν κατορθώνει να βγάλει νωρίτερα νοκ άουτ τον πιο αδύναμο, αλλά πιο ανθεκτικό αντίπαλό του.  

Η εύκολη κατάκτηση   

Υπάρχει όμως και η μεγάλη εικόνα, που κατά τη γνώμη μου εξηγεί το πράγμα λίγο καλύτερα. Η Λίβερπουλ πλήρωσε κυρίως την εύκολη κατάκτηση του πρωταθλήματος – πράγμα που ήταν και ο μεγάλος της στόχος για φέτος. Με την κεκτημένη ταχύτητα που της έδωσε η περσινή κατάκτηση του Τσάμπιονς λιγκ και με όπλο το καταπληκτικό της δέσιμο και την ομοιογένειά της, η Λίβερπουλ έτρεξε ένα καταπληκτικό σερί που της έδωσε μια γιγάντια διαφορά από τους διώκτες της στην Πρέμιερ λιγκ. Είναι λογικό μετά την βαθμολογική διαφορά που απέκτησε να χαλάρωσε: τα ίδια της τα παιγνίδια στο αγγλικό πρωτάθλημα έγιναν ξαφνικά πιο εύκολα, αφού το στρες αντικαταστάθηκε από την γλυκιά προσμονή του τίτλου. Η Λίβερπουλ εδώ και κάμποσο καιρό στην Αγγλία διεκπεραιώνει τις υποχρεώσεις της ενόψει της ιστορικής στέψης: κατέβασε ταχύτητα. Χθες είναι αλήθεια πως έκανε ένα καλό ματς, αλλά ακόμα κι αυτό το καλό της παιγνίδι δεν ήταν ένα δικό της παιγνίδι: πάτησε απλά λίγο γκάζι παραπάνω επιδιώκοντας να πάρει μια πρόκριση με ένα 2-0. Ο Κλοπ έπαιξε σκάκι με τον Σιμεόνε – με τον δικό του τρόπο βέβαια, αλλά ακολουθώντας κι όχι επιβάλλοντας τους κανόνες: μιλάω και για τα δυο ματς.

Πολλοί στέκονται στο λάθος του τερματοφύλακα Αντριαν, από το οποίο ξεκινά το γκολ του 2-1: ας πούμε ότι είναι μεγάλο κι ασυγχώρητο, αλλά δεν απαγορεύει στη Λίβερπουλ να βρει ένα τρίτο γκολ και να προκριθεί. Αν η Λίβερπουλ δεν το κάνει είναι γιατί όλοι πιστεύουν πως παίζουν μόνο για ένα συγκεκριμένο σκορ πρόκρισης: όταν χάνουν αυτό το 2-0, στο οποίο με κόπο έφτασαν, δεν έχουν το απαραίτητο πείσμα (ίσως και την οργή) που η περίσταση απαιτεί. Δεν την έχουν γιατί έχουν μαλακώσει από την εύκολη κατάκτηση του πρωταθλήματος και γιατί δεν παίζουν στο Τσάμπιονς λιγκ για να σώσουν την χρονιά τους όπως στην περσινή ρεβάνς με την Μπαρτσελόνα π.χ. Η χρονιά τους είναι ήδη επιτυχημένη. Η πίκρα του αποκλεισμού δεν θα κρατήσει πολύ.            

Δεν μπορείς να του αρνηθείς

Το ματς τελείωσε με τον Σιμεόνε να πανηγυρίζει. Εδώ και δυο χρόνια έχει φτιάξει από την αρχή την Ατλέτικο χρησιμοποιώντας λίγους από τους παλιούς ήρωες (τον Ομπλακ, τον Σαούλ, τον Κορέα, τον Ντιέγκο Κόστα) και πολλούς από αυτούς που οι πιο πλούσιοι άφησαν στην άκρη: μιλάω για τον Σάβιτς, τον Φελίπε, τον Μοράτα, τον ήρωα της βραδιάς Λιορέντε. Εχει μόνο ένα χαρισματικό ταλέντο, τον Ζοάο Φέλιξ, στον οποίο παιδεύεται να μεταδώσει λίγο από το χαρακτήρα του – άλλωστε αυτός ο χαρακτήρας ήταν πάντα το μυστικό της επιτυχίας του. Κάθε φορά που ακούω κάποιον να μιλάει για τον χαρακτήρα του Σιμεόνε θυμάμαι μια τρομερή ιστορία που δείχνει από τι πάστα είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος αυτός. Επαιζε στη Λάτσιο το 2000 και είχε κληθεί μαζί με το Βερόν σε ένα ματς της Εθνικής Αργεντινής κόντρα στη Χιλή. Ο Λουτσιάνο Μότζι, που για λογαριασμό της Γιούβε έλεγχε τα πάντα τότε στην Ιταλία, πέτυχε να οριστεί το ματς Γιούβε – Λάτσιο Σάββατο απόγευμα – αν η Κυρία κέρδιζε έπαιρνε το πρωτάθλημα. Οι δυο Αργεντίνοι επέστρεψαν  στη Ρώμη μετά από ένα ταξίδι είκοσι και βάλε ωρών Παρασκευή πρωί. Ο Βερόν είπε ότι δεν μπορεί ν αγωνιστεί γιατί του έμοιαζε αδύνατο να ξεπεράσει την κόπωση του υπερατλαντικού ταξιδιού. Ο Σιμεόνε τον άρπαξε από το γιακά και τον πήγε Σάββατο πρωί στο Τορίνο με το έτσι το θέλω. Η Λάτσιο νίκησε με 1-0 με γκολ του Σιμεόνε και καλύτερο παίκτη το Βερόν και αυτή η νίκη της έδωσε ουσιαστικά το πρωτάθλημα. Ένα τέτοιο τύπο, αν τον έχεις προπονητή δεν μπορείς να του πεις όχι. Θα κάνεις ό,τι σου πει. Κι αν χρειαστεί να υποφέρεις παίζοντας 180 λεπτά ταμπουρωμένος στην άμυνα θα το κάνεις και με την καρδιά σου…