Με πνίγει τούτη η σιωπή...

Με πνίγει τούτη η σιωπή...


Η Μαρινέλλα που έφυγε χθες το απόγευμα από την ζωή, δεν θα φύγει ποτέ ποτέ από την ζωή όποιου την γνώρισε – το έχει τραγουδήσει κιόλας. Όταν έλεγε το «Εσύ ποτέ να μην χαθείς από την ζωή μου» έκλεινε συνήθως για λίγο τα μάτια και μας έβλεπε όλους. Ήταν κι αυτό ένα από τα υπέροχα μικρά της τρικ που την βοηθούσαν να καταπλήττει. Αυτή η μαγεία της φωνής της που όλοι θαυμάσαμε δεν ήταν απλά αποτέλεσμα δουλειάς και τεχνικής, γιατί αν αρκούσαν μόνο αυτά αυτή την μαγεία θα την βρίσκαμε και σε άλλες. Η φωνή, τεράστια, επιβλητική, απροσδόκητη, υπερθεαματική, ερχόταν από κάπου πολύ βαθιά. Ήταν μια φωνή που είχε σκοπό και στόχο. Όχι να εντυπωσιάσει. Αλλά να σε αγαλλιάσει. Καμιά φορά στοργικά, αλλά συνήθως ερωτικά – με όλο αυτό τον ερωτισμό που μπορεί να έχει μια αγκαλιά την οποία λαχταράς. Αυτό ήταν για μένα η Μαρινέλλα κι έτσι θα την θυμάμαι: σαν ένα πλάσμα θεϊκό, με μια δύναμη να σε αγκαλιάζει έξω από τα συνηθισμένα. Να σε αγκαλιάζει με ένα τρόπο που σου γεννούσε ένα θαυμασμό που δύσκολα θα ξαναβρείς ποτέ. Ίσως αυτό το «να μην χαθείς ποτέ ποτέ από την ζωή μου» να έπρεπε να το λέμε εμείς για αυτή, όχι αυτή σε εμάς.

 https://edwzeis.gr/wp-content/uploads/2026/03/marinella.jpg

Όταν έβλεπα το «Υπάρχω» την γλυκιά ταινία για ένα Στέλιο Καζαντζίδη όπως θα τον ήθελαν οι θαυμαστές του, σκεφτόμουν μόνο ένα πράγμα: το πόσο πιο εντυπωσιακή και περιπετειώδης υπήρξε η ζωή της αληθινής αυτής γυναικάρας που για χρόνια στεκόταν δίπλα του και στο πάλκο και στην ζωή του. Πριν την γνωρίσω σκεφτόμουν πως η καριέρα της ήταν ένα είδος θεαματικής απελευθέρωσης από αυτόν που στα μάτια μου ήταν κατά κάποιο τρόπο μέντοράς της πιο πολύ κι από άνδρας της ζωής της. Όταν την γνώρισα , γύρω το 2007 ήτανε, κατάλαβα πως αυτό ήταν μια δική μου επιπόλαιη ανάγνωση, το είδος της εύκολης εξήγησης που χρησιμοποιείς για να κατανοήσεις μια επιτυχία που δεν έχει καμία σχέση με άλλες: οι άνθρωποι απλοποιούν, αλλά η Μαρινέλλα ήταν κάτι εξαιρετικά σύνθετο.

Μια υπέροχη πολύπλοκη ιστορία  

Χρόνια αργότερα, το σπουδαίο βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη περιέγραψε αυτό τον υπέροχο ελληνικό μύθο κάνοντας τον θεαματική αφήγηση, και η εντύπωση που είχα ότι η Μαρινέλλα ήταν πάνω από όλα μια υπέροχη πολύπλοκη ιστορία, επιβεβαιώθηκε.

Καμία άλλη τραγουδίστρια δεν με έκανε να σκεφτώ τόσο πολύ: η Μαρινέλλα δεν έχτισε απλά μια καριέρα, αλλά μετέτρεψε την ζωή της σε ένα σύμπαν αληθινό απογειώνοντας το ρεπερτόριο της, δηλαδή την ερμηνευτική της μανιέρα, σε σημεία απλησίαστα. Η Μαρινέλλα δεν είχε την τύχη να την ερωτευτούν συνθέτες όταν ήταν είκοσι χρονών και να της γράψουν τα καλύτερα τραγούδια τους μαγεμένοι από την φωνή της, ενώ θα έπρεπε. Κάποτε μου έλεγε, όχι παραπονιάρικα αλλά πολύ στιβαρά σαν να μου κάνει μαθήματα ζωής, ότι η ίδια έπρεπε να επιβάλει αρχικά και να απογειώσει στην συνέχεια σχεδόν κάθε τραγούδι της. Ελεγε ότι για άλλες και άλλους γράφτηκαν ίσως τραγούδια καλύτερα, αλλά ότι η ίδια δεν μπήκε ποτέ στην ανάγκη να ζητήσει τίποτα: ίσως μόνο το Σταλιά Σταλιά που ο Γιώργος Ζαμπέτας είχε γράψει για την Αλικη Βουγιουκλάκη και για το «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια». Γιατί να ζητήσει τι και από ποιον; Όλοι άλλωστε ήξεραν πως μπορούσε να μετατρέψει σε επιτυχία τα πάντα.

https://www.oloygeia.gr/wp-content/uploads/2026/03/marinella-1024x680.jpg

Ακούστε τα τραγούδια της. Τα πιο πολλά δεν κουβαλάνε παρά στο ελάχιστο μουσικές, ενορχηστρώσεις και ρεύματα της εποχής που γράφτηκαν: η Μαρινέλλα τα έχει κάνει όλα δικά της μεταφέροντάς τα στο σύμπαν της μοναδικής της διάστασης. Η φωνή της έχει εξαφανίσει την ίδια την διάσταση του χρόνου: όλα έρχονταν από κάπου, δηλαδή από τα μέσα της. Και βγαίνανε. Δηλαδή γίνονταν δικά της πριν γίνουν δικά μας, επεξεργασμένα από μια φωνητική μεγαλοπρέπεια ικανή να μετατρέψει σε κάτι που λάμπει το οτιδήποτε. Τα τραντζίστορ τα αμερικάνικα. Μια καρδιά που γεμίζει δροσιά. Μια Κυριακή που ξεκουράζει. Ένα ναρκοπέδιο. Μια πέτρα που πρέπει να ανοίξει. Μια κάμαρα που γίνεται θάλασσα. Το αθάνατο νερό. Τα πυροφάνια. Το κρασί. Τα περιττά λόγια.

Λέξεις και περιπέτειες

Η Μαρινέλλα είναι η μεγαλύτερη τραγουδίστρια λέξεων που έχει εμφανιστεί σε αυτή τη χώρα. Δεν ερμήνευε τραγούδια, αλλά έδινε χρώματα και ζωή και όγκο και διάσταση μαγική στις ίδιες τις λέξεις. Αν ακούσεις το «Τι να φταίει» το καταλαβαίνεις. Ο Ζαμπέτας, σε στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου, σκαρώνει ένα απλό σουξεδάκι, παραπονιάρικο, γλυκό, φορτωμένο από μια ανέμελη αυτοκριτική από αυτή που σε όλους αρέσει. Το παίρνει η Μαρινέλλα και ακούς την μελωδία της ευτυχίας: τραβά κάθε φωνήεν με τέτοιο τρόπο ώστε το απλό αυτό χαριτωμένο σκάρφισμα γίνεται βιωματική απόλαυση: νομίζει ότι σου λέει μια ιστορία. Και κάπως έτσι συνέβαινε με όλα τα τραγούδια της: η φωνή, πότε σαν έκρηξη, πότε σαν ομολογία, πότε σαν δήλωση απέναντι στην οποία όφειλες να μείνεις σιωπηλός, ερχόταν να σε μαγέψει.

Ισως γιατί αυτή η φωνή κουβαλούσε όλες τις περιπέτειές της που δεν ήταν και λίγες. Η προσπάθεια να γίνει ηθοποιός. Τα σεγόντα και οι «δεύτερες» στον Καζαντζίδη. Οι μεγάλες πίστες. Οι μπουάτ και ο Χατζής κι εκείνο το υπέροχο «Ρεσιτάλ» που καμία σχέση δεν είχε με όσα είχαν προηγηθεί. Η Τζορτζίνα, ο μοναδικός θησαυρός της όπως έλεγε. Ενας γάμος με τον Βοσκόπουλο στο σπίτι της(!), όπου οι κουμπάροι (ο υπέροχος Γιώργος Κατσαρός και η γυναίκα του) ήταν πιο ωραία ντυμένοι αφού αυτή κι ο Τόλης παντρεύτηκαν με τζιν. Τα μεγάλα σόου στο REX. Οι μαγικές της νύχτες με τον Νταλάρα, την Αλεξίου, τον Γιάννη Πάριο φυσικά. Η θρυλική επιστροφή της δίπλα στον Αντώνη Ρέμο στο Αθηνών Αρένα το 2007. Η συμμετοχή στην Γιουροβίζιον ως σοβαρή προσωπική δουλειά. Οι εντυπωσιακές εμφανίσεις στο Ηρώδειο και στο Μέγαρο Μουσικής, αλλά και στο Ακρόαμα «με τον Γκάλη τον Γιαννάκη, τον Φιλίππου και τα άλλα παιδιά». Η Θεσσαλονίκη της και οι περιοδείες της σε όλο τον κόσμο – ο κόσμος της που πάντα αποτελούταν από λίγους αιώνια πιστούς.  Όλα αυτά κι άλλα πολλά έκαναν αυτή την φωνή ακόμα πιο πλούσια, ακόμα πιο εκφραστική, ακόμα πιο γεμάτη από ένταση. «Για να τραγουδήσεις πρέπει να ζήσεις, να ξέρεις τι τραγουδάς» έλεγε.

https://s.parapolitika.gr/images/1130x667/png/files/2026-03-29/marinella-to-antio-ton-kallitexnon.png

Να αλλάξει ουρανό

«Στη σκηνή φαινόταν πανύψηλη», γράφει ο Ξανθούλης. Εχει δίκιο απόλυτο. Καμία Ελληνίδα τραγουδίστρια δεν είχε και δεν θα έχει ποτέ αυτό το χάρισμα να μεταμορφώνεται όταν τα φώτα έπεφταν πάνω της. «Η Ελλάδα όλη ήταν κάτω από τα τακούνια της» έλεγαν περιπαιχτηκά την δεκαετία του 70: οι πιο μεγάλες αλήθειες λέγονται με ένα χαμόγελο. Η Μαρινέλλα χαμογελούσε συχνά και γελούσε με την καρδιά της. Αλλά ήταν και αυστηρή και απαιτητική και γκραν ντάμα. Μια από τις πιο άδικες κριτικές που της έγιναν είναι ότι δεν σταμάτησε να τραγουδά: αν εκείνο το καταραμένο βράδυ του Σεπτέμβρη στο Ηρώδειο δεν είχε αποσπάσει πέφτοντας στη σκηνή εκείνο το τελευταίο χειροκρότημα (το μόνο που ποτέ της δεν ήθελε), είμαι σίγουρος πως θα τραγουδούσε μέχρι χθες. Όχι από ματαιοδοξία, ούτε για τα χρήματα. Αλλά γιατί κάθε εμφάνισή της ο κόσμος της την είχε ανάγκη κι αυτό το καταλάβαινε. Και σε αυτή την ανάγκη προσπαθούσε πάντα να ανταποκριθεί παίρνοντας μας αγκαλιά όλους για να μας πει πως καμιά φορά θέλει ν΄ αλλάξει και τον ουρανό τον ίδιο. Και μπορούσε και να το κάνει – δεν έχω αμφιβολία.

Η νύχτα έπεσε

Της είχα πει πόσο την αγαπούσα μετά από μια εμφάνισή της σε ένα πρωτοχρονιάτικο πρόγραμμα του Μega πριν μερικά χρόνια. Της είχα γράψει ένα κομμάτι εδώ μιλώντας για την θεϊκή της φύση. Με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ότι λέω συγχρόνως υπερβολές αλλά και αλήθειες. Ετσι ήταν: η αυστηρότητα και η γλύκα έπρεπε να πηγαίνουν μαζί γιατί χωρίς την πρώτη η δεύτερη δεν έχει αξία. Ηταν η τελευταία φορά που μιλήσαμε. Χθες όταν άκουσα ότι έφυγε έβαλα κι άκουσα ένα τραγούδι που δεν ήταν δικό της, αλλά το έχει πει μοναδικά: την Ομορφη Πόλη του Μίκη Θεοδωράκη – σας το συνιστώ. Θα ακούσετε όλη της την αγάπη για την μουσική και την ζωή. Ισως τελικά αυτό να ήταν η Θεά: μια Ομορφη Πόλη – είμαστε τυχεροί όσοι την περπατήσαμε. Σήμερα η νύχτα έπεσε, οι δρόμοι χαθήκαν. Με πνίγει ήδη τούτη η σιωπή...