Με ένα άσπρο καράβι στο όνειρό του...

Με ένα άσπρο καράβι στο όνειρό του...

Σήμερα το μεσημέρι οι στενοί φίλοι του θα αποχαιρετήσουν τον μεγάλο Γιάννη Σπανό, ένα από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες των τελευταίων εξήντα χρόνων. Ένα άνθρωπο που με το νέο κύμα είχε κάθε δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι άλλαξε το ελληνικό τραγούδι – άλλο αν δεν το έκανε ποτέ, γιατί η σεμνότητά του ξεπερνούσε τα συνηθισμένα.

Η απόλαυση του ταξιδιού

Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που αγαπάει το ελληνικό τραγούδι που δεν έχει μέσα στα δέκα πιο αγαπημένα του δυο τραγούδια του Γιάννη Σπανού τουλάχιστον. Κάτι ανάλογο μπορώ πραγματικά να πω για λίγους – ακόμα και για όσους στις άτυπες λίστες των κορυφαίων τοποθετούνται πιο ψηλά από αυτόν. Νομίζω μια μεγάλη διαφορά του Σπανού από πολλούς από τους ομότεχνούς του είναι ότι αυτός έγραφε τραγούδια: οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους είχαν πάντα ως στόχο κάτι περισσότερο μεγαλεπίβολο – κάποιοι τα κατάφεραν, κάποιοι όχι. Νομίζω επίσης ότι αντίθετα από πολλούς άλλους, ο Σπανός απολάμβανε το ταξίδι του στον κόσμο της μουσικής, τις συνεργασίες του, τις επιτυχίες του, τα μινοράκια του. «Ζεις καλύτερα όταν εκτιμάς το μινόρε» είχε πει κάποτε στη Μαλβίνα Κάραλη – η δήλωση περισσότερο από την καλλιτεχνική του ταυτότητα μαρτυρά μια ολόκληρη στάση ζωής.

Η υπόσχεση μιας περιπέτειας

Στη ζωή του Σπανού υπάρχουν αρκετά ανεξήγητα. Το πώς ένα παιδί από το Κιάτο που σπούδαζε μουσική στο Ωδείο της Κορίνθου βρέθηκε στο Παρίσι του ‘50 π.χ, όταν μάλιστα ο πατέρας του δεν ήταν κάποιος μεγάλος μουσουργός, είναι κάτι που δύσκολα θα καταλάβουμε. Όπως δύσκολα θα καταλάβουμε και γιατί άφησε τον Σερζ Γκενσμπούργκ και τις συναναστροφές με τον Μισέλ Πικολί και τη Φρανσουάζ Σαγκάν, για να επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα το 1975, όταν μάλιστα στη Γαλλία έκανε και επιτυχίες: τα τραγούδια που ηχογράφησε με την Ζιλιέτ Γκρεκό, το πρώτο του κομμάτι με τίτλο «Sidonie» που ερμήνευσε σε ένα μικρό δισκάκι η Μπριζίτ Μπαρντό το 1960, (η Θεά, που όπως αποκάλυψε χρόνια αργότερα ποτέ του δεν συνάντησε) είναι απόδειξη ότι η επιστροφή του είχε ως κόστος μια καριέρα που διαρκώς μεγάλωνε. Σίγουρα μέτρησε η ικανότητα του κυρ Αλέκου Πατσιφά να υπόσχεται περιπέτειες – προφανώς τον γοήτευε η συνεργασία με τη Lyra, αλλά και πάλι μόνο η καρδιά του ξέρει γιατί διάλεξε την ελληνική μας σκηνή. «Το 1975, όταν γύρισα, όλοι γράφανε πολιτικά τραγούδια. Εγώ ήθελα απλά να μιλήσω για τους πόνους της καρδιάς, να κάνω συντροφιά στους ανθρώπους» είχε πει σε μια συνέντευξή του από τις ελάχιστες. Τον είχα γνωρίσει το 2005 «τον κύριο Γιάννη», όπως όλοι τον αποκαλούσαν: έμοιαζε αδύνατο να του πάρεις λέξη για οτιδήποτε – η ζωή του ήταν η στιγμή που καθόταν στο πιάνο του.

Ένα γράμμα με τα πλήκτρα

Αντίθετα από αυτό που πιθανότατα νομίζουν οι περισσότεροι, ο Σπανός δεν είχε χρυσούς προσωπικούς δίσκους: δεν ανήκει σε αυτούς που εισέπραξαν την επιτυχία των τραγουδιών του. Πάντα είχα την εντύπωση ότι αντίθετα με άλλους συνθέτες που ήθελαν δίσκους με όλα τα τραγούδια δικά τους, αυτός «φύτευε» τα τραγούδια του παντού και τα άφηνε να ανθίσουν. Ελάχιστα από αυτά έγιναν αμέσως σουξέ – τα πιο πολλά ήταν βραδυφλεγείς βόμβες, που έσκαγαν στην καρδιά σου όταν τα ανακάλυπτες – δυνάμωσαν με τον καιρό. Οι μελωδίες του Σπανού είχαν αρχικά ένα υπέροχο ευρωπαϊκό τόνο, βοήθησαν ώστε να ξεκινήσει στην Ελλάδα η εποχή της μπαλάντας – ο άνθρωπος ήταν μπροστά από την εποχή του και για αυτό άλλωστε οι μελωδίες του μοιάζουν διαχρονικές. Μας τις έδωσε κυρίως η θέλησή του να πάει κόντρα στις τότε κυρίαρχες τάσεις: η Ελλάδα τραγουδούσε τους καημούς του Καζαντζίδη κι ο Σπανός έγραφε με τα πλήκτρα του ένα γράμμα: το «Μια αγάπη για το καλοκαίρι θα μαι κι εγώ». Η Ελλάδα γέμιζε τα μαγαζιά για τα υπέροχα σουξέ του Τσιτσάνη και ο Σπανός έγραφε το «Σαν με κοιτάς», που με βάση τη μελωδία κάνει τον ελληνικό στοίχο να μοιάζει παράταιρος. Η Ελλάδα τραγουδούσε με πάθος Μίκη Θεοδωράκη κι ο Σπανός την υποχρέωνε να δυναμώνει την ένταση του ραδιοφώνου κάθε φορά που η Αρλέτα σχεδόν ψιθύριζε «Μια φορά θυμάμαι μ' αγαπούσες». Το νέο κύμα του Σπανού, ήταν κύμα πραγματικό, ένα κύμα που φούντωνε και έσβηνε, που δυνάμωνε και χανόταν – αλλά που πάντα σε έπαιρνε μαζί του.

Η έμπνευση και η πρόταση

Ο Σπανός έφερε πολύ από την Ευρώπη στον τόπο του, αλλά όταν εγκαταστάθηκε εδώ δεν είχε κανένα πρόβλημα την Ελλάδα του να την αναδείξει, όχι πια σαν παρατηρητής, αλλά σαν άνθρωπος που τη ζει. Μετά το 1975 η περιήγησή του στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού γίνεται με τρόπο μοναδικό και σπάνιο: ο Σπανός δεν θέλει να είναι ο Πάπας του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού, αλλά ένας ολοκληρωμένος συνθέτης που παρουσιάζει τις εκδοχές του σε οτιδήποτε συναντάς στο σύμπαν του τραγουδιού μας – σαν ένας υπέροχος καθηγητής που καταθέτει τις προτάσεις του. Πίσω από κάθε του δουλειά υπάρχει η έμπνευση των προηγούμενων, αλλά και η δική του φρεσκάδα. Γράφει ίσως το καλύτερο τραγούδι της Μοσχολιού, τη «Μαρκίζα». Το καλύτερο της Χαρούλας Αλεξίου, την εμβληματική «Οδό Αριστοτέλους». Τα καλύτερα του Πάριου, δηλαδή το «Φταίμε κι οι δυο» και το «Θα με θυμηθείς». Το πρώτο μεγάλο σουξέ της Τσανακλίδου, το «Αν μ αγαπάς». Όταν καταπιάνεται με τους Ελληνες ποιητές διαλέγει να αναδείξει λίγο από τον πόνο τους: ο «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής» του Καββαδία και το «Σπασμένο Καράβι» του Σκαρίμπα είναι μικρά διηγήματα – όπως σχεδόν όλα τα τραγούδια του Σπανού.

Νομίζω για αυτό το λόγο τα ωραιότερα τα έδωσε στις γυναίκες που ξέρουν να αφηγούνται καλύτερα από τους άντρες τις οδύνες της καρδιάς. Η μουσική του επιτρέπει στη  Μαρινέλα να σε κοιτάζει στα μάτια καθώς σου λέει ότι «την πνίγει η σιωπή», δίνει τη δύναμη στην Μοσχολιού να σου θυμίσει πως «υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι» και επιτρέπει στην Ελένη Δήμου να πει το πιο γοητευτικό ίσως ελληνικό γυναικείο τραγούδι: είναι η μελωδία του Σπανού, πιο πολύ και από το στοίχο, που δίνει στο «Προσωπικά» τη δύναμη μιας χωρίς όρια ερωτικής εξομολόγησης, που κάθε άντρας θα θελε να ακούσει.

Λιτά και άρτια

Ο Σπανός είναι ο εαυτός του και με ένα μαγικό τρόπο είναι και όλοι οι άλλοι: είναι ο Ξαρχάκος στον «Τρελό» του Κόκοτα, είναι ο Νικολόπουλος στο «Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο να πυρποληθώ», είναι ο Θεοδωράκης στο «Μια Κυριακή», είναι ο Πλέσσας στο «Μια φορά μονάχα φτάνει να ραγίσει το γυαλί», είναι ο Χατζηδάκης και τα πλήκτρα του στην «Εξοδο κινδύνου». Τα 525 τραγούδια του είναι ένας αληθινός φόρος τιμής στο ελληνικό τραγούδι, που είναι τυχερό γιατί αυτός ο πολυτάλαντος Ευρωπαίος συνθέτης αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα για να μας δώσει αναπνοές με τις λιτές, αλλά τόσο άρτιες μελωδίες του.

Διάβασα ότι έφυγε στο ύπνο του. Ισως με ένα άσπρο καράβι στο όνειρό του. Το τελευταίο όνειρο το κράτησε για τον ίδιο. Χαλάλι του…