Ξέρεις που ήρθες παικταρά μου;

Ξέρεις που ήρθες παικταρά μου;

Η Εθνική του ποδοσφαίρου αγωνίζεται σήμερα στη Φινλανδία και ουδείς μοιάζει να το θυμάται. Εγώ πάντως ανησυχώ για το τι θα κάνει στο Τάμπερε, κυρίως γιατί στο τιμόνι της έχει πλέον δυο ωραίους Ολλανδούς. Που είναι να απορείς πως βρέθηκαν στα μέρη μας και τι θα καταφέρουν.  

Αεράτος και εξτρέμ

Ο Γιόχαν Φαν Σιπ (για τους φίλους του Τζον ή Τζόνι) και ο Αρον Βίντερ ο συνεργάτης του στην εθνική μας ομάδα, ξυπνάνε μέσα μου εικόνες από τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μου. Τον Φαν Σιπ τον θυμάμαι σαν ποδοσφαιριστή του Αγιαξ αρχικά. Στα 90’ς τον παρακολούθησα να κάνει ωραία πράγματα με την Τζένοα στο Καμπιονάτο. Επαιζε αριστερό εξτρέμ αλλά και όπου αλλού χρειαζόταν – ο Τζίτζι Μαϊφρέντι τον έβαζε και μπακ και φορ! Ετρεχε με την μπάλα στα πόδια και το κεφάλι ψηλά και ήταν ένας καταπληκτικός δημιουργός: η περίπτωση του ολλανδού ποδοσφαιριστή που προτιμάει πάντα μία πάσα από ένα γκολ, αφού προηγουμένως ντριπλάρει τον τερματοφύλακα. Θυμάμαι ένα παιχνίδι του με την εθνική Ολλανδίας κόντρα στη δική μας Εθνική, στο οποίο είχε αντίπαλο τον σκληρό και γρήγορο Στράτο Αποστολάκη - ένα από τους καλύτερους ακραίους αμυντικούς στην ιστορία του ποδοσφαίρου μας. Παρότι ο Αποστολάκης είχε χρησιμοποιήσει όλη του την ταχυδύναμη και όλη του την ελληνική πονηριά, ο Φαν Σιπ είχε κάνει καταπληκτικά πράγματα αλλάζοντας κάθε φορά τον τρόπο που επιχειρούσε να τον ντριπλάρει μέσα στη βροχή. Η ποικιλία στις κινήσεις του ήταν το χαρακτηριστικό του, αλλά σε μία εποχή που ντριπλαδόροι υπήρχαν κάμποσοι, αυτό το στοιχείο δεν το εκτιμούσαν όλοι όσο έπρεπε.

Ήταν επίσης και τρομερή προσωπικότητα ο Φαν Σιπ. Πήγε στην Τζένοα γιατί τσακώθηκε με τον Φαν Γκάαλ και γιατί δεν ήθελε να δουλέψει με τον Γκους Χίντινγκ που τον περίμενε τότε στη Βαλένθια. Ηθελε να νιώθει ότι οι οπαδοί πηγαίνανε στο γήπεδο για χάρη του. Εχει γεννηθεί στον Καναδά και δεν ήταν ο τυπικός Ολλανδός ποδοσφαιριστής που τα κάνει όλα by the book. Eκανε συχνά επίδειξη του ατομικού ταλέντου του και ίσως και για αυτό να μου άρεσε: ήταν μία ωραία απόδειξη πως στο ποδόσφαιρο των Ολλανδών, που ανέκαθεν αγαπούσα, υπήρχαν περιθώρια διάκρισης και για μεγάλους αρτίστες - αρκεί αυτοί να ήταν αρτίστες πραγματικοί και όχι ντριπλομανείς ατομιστές, που αν τους ρωτούσες πόσο είναι το σκορ του παιχνιδιού δεν ξέρουν να απαντήσουν.

Ο πρώτος box to box

Αν ο Φαν Σιπ υπήρξε ένας ποδοσφαιριστής που αληθινά με διασκέδαζε, τον Αρον Βίντερ με τη φανέλα της Λάτσιο πραγματικά τον λάτρεψα. Για μένα ο Βίντερ υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από απλός ποδοσφαιριστής: ήταν ο πρώτος που με το παιχνίδι του μου έδωσε να καταλάβω πώς μπορεί να είσαι αληθινά σπουδαίος κάνοντας άριστα τα απλά πράγματα. Ο Βιντερ είχε πνευμόνια δεκαθλητή και μια μοναδική ηρεμία στο παιχνίδι του. Σου έδινε την εντύπωση ότι ακόμα και αν πέσει βόμβα στον αγωνιστικό χώρο αυτός ήρεμα και απλά θα πάρει από το χέρι όλους τους συμπαίκτες του και θα τους οδηγήσει εκτός γηπέδων σαν αυτό που συνέβη να ήταν κάτι που γνώριζε καλά γιατί το έχει δοκιμάσει στην προπόνηση.  Αγωνιζόταν ως μέσα αριστερά στην καταπληκτική Λάτσιο του Ζντένεκ Ζέμαν που έβαλε κάποτε σε ένα χρόνο 100 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις που πήρε μέρος. Κάλυπτε  το γήπεδο με την ασταμάτητη κίνηση του χωρίς την μπάλα, έπαιζε κάθετα, μπορούσε με μία απλή προσποίηση ν’ αφήσει άναυδο τον αντίπαλό του, έφτανε πάντα πρώτος στην μπάλα κι έκανε ελάχιστα φάουλ, ενώ είχε αίσθηση του γκολ που ζήλευαν και τα καλύτερα σέντερ φορ! Ηταν ο πρώτος box to box ποδοσφαιριστής που είδα σε γήπεδο και ήταν φυσικά και τρομερός χαρακτήρας. Οταν ήρθε στη Λάτσιο τα φασιστάκια που παραδοσιακά υπάρχουν στην περιφέρεια της Ρώμης τρελάθηκαν γιατί ήταν έγχρωμος και τον έλεγαν «Αρον» νόμιζαν δηλαδή ότι είναι και εβραϊκής καταγωγής. Η πόλη γέμισε με συνθήματα εναντίον του με πιο συνηθισμένο το «Ράους Βίντερ». Οι σοβαροί μερίδα των οπαδών της Λάτσιο κινητοποιήθηκε και δημιουργήθηκε σε χρόνο ρεκόρ το Club φίλων του Αρον Βίντερ, το πρώτο club οπαδών στην ιστορία της Λάτσιο που ήταν αφιερωμένο σε έναν ποδοσφαιριστή: τέτοια τιμή δεν την είχαν ούτε ο Κινάλια, ούτε ο Μπρούνο Τζιορντάνο, ούτε ο Μπεπε Σινιόρι. Μέλος αυτού του κλαμπ, δημιουργημένο από τον ραδιοφωνικό παραγωγό Τζιάνι Ελσνερ, υπήρξα και εγώ και είχα εξασφαλίσει από τον υπεύθυνο τύπου της Λάτσιο Μάουρο Πενάκια και τη φανέλα του με το νούμερο 8. Κάποια χρόνια αργότερα με πλήγωσε, όταν δεν ανανέωσε το συμβόλαιό του και πήγε στην Ίντερ. Στο Μιλάνο δεν έκανε τίποτα ενώ στη θέση του αποκτήθηκε από τη Λάτσιο ένας άλλος ποδοσφαιριστής τον οποίο κεραυνοβόλα ερωτεύτηκα: τον λένε Πάβελ Νέντβεντ, αλλά αυτή είναι μία άλλη ιστορία.

Νοοτροπία και τακτική

Οι δύο αυτοί ωραίοι τύποι ανέλαβαν την Εθνική Ελλάδος και σήμερα κάνουν ντεμπούτο στο ματς με τη Φιλανδία. Εχουν ολλανδική νοοτροπία, αλλά και αγάπη για την τακτική, δηλαδή για την άμυνα αφού έχουν περάσει και οι δύο από το καμπιονάτο. Είναι προπονητές; Ειλικρινά δεν το ξέρω. Φοβάμαι ότι το ποδόσφαιρο που γνωρίζουν, το ποδόσφαιρο του 4-3-3, της πρωτοβουλίας, της δημιουργίας και του ρίσκου δεν είναι ποδόσφαιρο το οποίο αρέσει στους Έλληνες διεθνείς. Στην Ελλάδα όλοι (και όχι μόνο οι παίκτες…) αποκαλούμε επαγγελματικές τις νίκες με 1-0 και κυρίως φοβόμαστε τις ήττες, ειδικά αν δεν υπάρχουν για αυτές οι κατάλληλες δικαιολογίες. Ολα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα η εθνική μας να αντιμετωπίζει κάθε ματς με άγχος και να αυτοκαταστρέφεται κάθε φορά που της γίνεται δύσκολο να πάρει το αποτέλεσμα: όλα τα δεινά της ξεκινούν από την αδυναμία της να χαρεί το παιγνίδι.

Θα παίξουν οι παίκτες της εθνικής για τον Φαν Σιπ για τον Βίντερ; Ειλικρινά δεν το ξέρω, όμως στη θέση τους θα τα έδινα όλα για αυτούς τους δύο νεοφερμένους διότι πρόκειται για ανθρώπους που μπορούν να δώσουν στην ομάδα αυτό που περισσότερο της λείπει δηλαδή αγωνιστική ταυτότητα και σοβαρότητα. Οι Ολλανδοί προπονητές δεν έχουν κάνει σπουδαία πράγματα στην Ελλάδα. Ο Τάις Λίμπρεχτς έκανε καλή προπόνηση και ψάρωνε τους παίκτες με τις ατάκες του: ήταν ένας μεγάλος κοσμοπολίτης που παρέμεινε ένας μεγάλος άγνωστος. Ο Τεν Κάτε αντιμετωπίστηκε ως ένας τρελός, πράγμα καθόλου παράξενο διότι μιλάμε για κάποιον με σπάνια ευφυΐα. Οι Ολλανδοί έχουν το κακό να θεωρούν κάποια πράγματα δεδομένα. Πιστεύουν στον επαγγελματισμό, θεωρούν ότι δεν χρειάζεται να υπενθυμίζουν στους ποδοσφαιριστές τα βασικά (όπως π.χ. ότι πρέπει να τρέξουν για να κερδίσουν την μπάλα κάθε φορά που τη χάνουν), δεν καταλαβαίνουν τη λογική της αξιοπρεπούς ήττας, δεν ξέρουν τι σημαίνει «παίζω για να κρατήσω το μηδέν». Το ποδόσφαιρο τους δεν έχει καμία σχέση με το δικό μας. Ο Φαν Σιπ και ο Βίντερ  είναι δύο ιεραπόστολοι του ολλανδικού ποδοσφαίρου που έρχονται εδώ για να κατηχήσουν σε αυτό ειδωλολάτρες άπιστους. Το πιθανότερο είναι ότι θα τους διώξουν σε χρόνο ρεκόρ, αλλά αυτό δεν εμποδίζει εμένα τουλάχιστον να παρακολουθήσω με δέος την απίθανη αποστολή τους.

Σας παρακαλώ από τώρα αν στήσετε δύο σταυρούς για να τους σταυρώσετε, βάλτε και ένα τρίτο και σταυρώστε και μένα μαζί τους.