Κάτι περισσότερο και από νίκη....

Κάτι περισσότερο και από νίκη....

Η νίκη είναι αλήθεια ότι έχει θεοποιηθεί ήδη από τα χρόνια της Αρχαίας Ελλάδας – δεν είναι ψύχωση των καιρών μας. Για να είναι κατανοητή η σημασία της οι Αρχαίοι Ελληνες την λάτρευαν ως Θεά, προγενέστερη του Δία: στην Τιτανομαχία αυτός κέρδισε γιατί την είχε σύμμαχό του. Η Θεά Νίκη εμφανίζεται με φτερά για να σου θυμίζει ότι εύκολα πετάει μακριά σου.

Η νίκη έχει θεοποιηθεί, κυρίως ως αποτέλεσμα του πολέμου, διότι όταν προκύπτει, αλλάζει τον κόσμο. Ο αθλητισμός, που είναι κι αυτός μια μικρή γοητευτική μάχη επικράτησης, εμπεριέχει την ανάγκη της νίκης – εν μέρει και την δύστροπη μαγική ιερότητα της: και στις αθλητικές ιστορίες η νίκη μπορεί να πετάξει και να χαθεί, καμιά φορά χωρίς λόγο. Αλλά αντίθετα από τις πολεμικές ιστορίες, στον αθλητισμό σπανίως η νίκη αλλάζει τον κόσμο. Συχνά δεν αλλάζει απολύτως τίποτα διότι ως αποτέλεσμα είναι διαδικαστικό και εύκολο, ενώ άλλοτε το μεθύσι και η χαρά που προκαλεί εκτονώνονται χωρίς να το καταλάβεις – σε χρόνο ρεκόρ. Η νίκη είναι, ειδικά στον αθλητισμό, σεβαστή, πλην όμως και υπερτιμημένη, καθώς σχεδόν πάντα υπάρχει η ανάγκη της συνέχειας της: πολλές φορές γίνεται σαν την περίφημη πέτρα του Σίσυφου – σου επιβάλει να κάνεις τα πάντα από την αρχή χωρίς καλά καλά να προλάβεις να την χαρείς.

   

Εχουμε ανάγκη από νίκες; Σίγουρα ναι. Αλλά έχουμε και μεγαλύτερη ανάγκη από κάτι που είναι μεγαλύτερο από τη νίκη: μιλάω για τη χαρά που προκαλεί στον ποδοσφαιρόφιλο η απόλαυση του ματς του Ολυμπιακού με την Τότεναμ. Ειδικά στο καταπληκτικό, ζεστό και για ένα βράδυ υπέροχα γιορτινό Καραϊσκάκη.

Η βεβαιότητα του πραγματικά σπουδαίου

Υπάρχουν ένα σωρό συνώνυμα της  νίκης. Υπάρχει η επιβολή, η κυριαρχία, ο θρίαμβος, η ισοπέδωση, η επικράτηση. Ολες αυτές οι λέξεις είναι χρήσιμες για να κάνουν κατανοητό το είδος της νίκης, αλλά καμία από αυτές τις λέξεις δεν περιγράφει το συναίσθημα, που συνοδεύει μια νίκη. Ξέρετε γιατί; Γιατί η νίκη δεν είναι απαραίτητο ότι παράγει και συναισθήματα. Όσο πιο εύκολη είναι τόσο πιο εύκολα την ξεπερνάς, όσο πιο δύσκολη είναι τόσο περισσότερο σε προβληματίζει. Αντίθετα από την ήττα που σχεδόν πάντα σε πικραίνει (ακόμα κι αν η αγάπη σε οδηγεί στο να ψάχνεις δικαιολογίες), η συναισθηματική ανταπόκριση στη νίκη δεν είναι πάντα η ίδια. Το πιο παράξενο στην περίπτωση της νίκης είναι ότι παρόλο που ως κατάσταση θα πρεπε να είναι γιορτινή, εν τούτοις συχνά οδηγεί και σε ένα κορεσμό απερίγραπτο: όσο κι αν ακούγεται παράξενο, όσο πιο πολύ η ομάδα κερδίζει, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα η νίκη να μικρύνει – να γίνει «πληθωριστική», να χάνει σε αξία. Κατανοώ ότι αυτό είναι ένα προνόμιο που έχουν όσοι σε νίκες έχουν συνηθίσει, αλλά επισημαίνω το γεγονός για να γίνει κατανοητό ότι η νίκη από μόνη της δεν αρκεί για να σε «γεμίσει». Ως ποδοσφαιρόφιλος χρειάζεσαι κάτι παραπέρα και παραπάνω από τη νίκη: την υποψία ή την βεβαιότητα ότι αυτό που παρακολούθησες είναι κάτι σπουδαίο.

Το ματς Ολυμπιακός – Τότεναμ 2-2 δεν είχε νικητή. Αλλά είχε στο ενενηντάλεπτό του τόσες ιστορίες, τόσες εναλλαγές αισθημάτων και τόσες θεαματικές εκπλήξεις, που όποιος το έζησε θα το θυμάται. Κυρίως γιατί στο τέλος δημιούργησε μια ακόρεστη ανάγκη για να ξαναδείς κάτι ανάλογο: ήταν ένα πραγματικό παιγνίδι του Τσάμπιονς λιγκ σε μια χώρα που σχεδόν έχει ξεχάσει τι σημαίνει πραγματικό ποδόσφαιρο. Η εικόνα του ήταν σημαντικότερη από το αποτέλεσμά του. Δημιουργεί σε όποιον το είδε μια προσμονή που αγγίζει τα όρια ενός γλυκού πάθος: θες να ξαναζήσεις άλλη μια τέτοια νύχτα με τον Ολυμπιακό σου και με ένα αντίπαλό δυνατό όσο η Τότεναμ. Αυτό το πάθος είναι μαγικό γιατί προκύπτει μετά από ένα ματς στο οποίο ο Ολυμπιακός δεν κέρδισε. Πράγμα που σημαίνει πως κανείς δεν έχει ανάγκη τη νίκη για να ζήσει μια διαδικασία ποδοσφαιρικής απόλαυσης.

 

Εγιναν πολλά, αλλά…

Μπορούμε να μιλήσουμε για πολλά που έγιναν στο ματς. Μπορούμε να σταθούμε στο πόσο σκληρό είναι για μια ομάδα να παίζει πολύ καλά και να βρίσκεται να χάνει με 0-2, χάρη σε ένα ανόητο πέναλτι κι ένα «πούλημα» της μπάλας που κάνει ο διαστημικός κατά τα άλλα χθες Ποντένσε. Μπορούμε να επισημάνουμε τις δυσκολίες του Μεριά με τον Χάρι Κέιν και την ατυχία του Μαρτίνς που με τον Αγγλο φορ δεν μπορούσε να ασχοληθεί περισσότερο ο Σεμέδο, που γύρισε σε χρόνο ρεκόρ από τον τραυματισμό του καταθέτοντας την ευφυΐα του, αλλά όχι και την έκρηξή του. Μπορούμε να περιγράψουμε την εξαιρετική οργάνωση των αντεπιθέσεων του Ολυμπιακού, αλλά και την ομαδική του αμυντική λειτουργεία. Μπορούμε να υπογραμμίσουμε την εντυπωσιακή διαφορά του βάθους των δυο ομάδων: από τον πάγκο της Τότεναμ σηκώθηκαν ο Σον, ο Σισικό και ο Λαμέλα. Μπορούμε να εξηγήσουμε το γιατί ο Μαρτίνς είπε ότι ο Ολυμπιακός ήταν τακτικά ανώτερος και να σταθούμε σε διάφορα τρικ που δείχνουν πως ο Πορτογάλος παγίδευσε την Τότεναμ – η χρησιμοποίηση του Μασούρα στα αριστερά π.χ ήταν μια ωραία ιδέα. Μπορούμε ακόμα και να γκρινιάξουμε για την γρήγορη έξοδο του Βαλμπουενά ή την μικρή βοήθεια που έδωσαν οι αναπληρωματικοί. Αλλά όλα αυτά, ενώ είναι απολύτως λογικό να ειπωθούν για ένα ματς ποδοσφαίρου, θα αδικούσαν το ίδιο το παιγνίδι και ό,τι αυτό άφησε πίσω του. Διότι αν κάτι τελικά διαπιστώνεις, κάνοντας εντός σου τον απολογισμό της βραδιάς, είναι ότι αυτό που είδες είναι μια ομάδα που μεγαλώνει υπέροχα: κι αν χαίρεσαι με την πρόοδο του Τσιμίκα και του Μπουχαλάκη π.χ ή αν ενθουσιάζεσαι με την τρέλα του Ποντένσε και την ψυχραιμία του Σα αυτό σου συμβαίνει γιατί τους έχεις δει να καλυτερεύουν κι αισθάνεσαι πως σε αυτό έχεις συμμετοχή.

 

Το ματς με την Τότεναμ είναι μια υπέροχη απόδειξη του πόσο όμορφα εξελίσσεται ένα σπουδαίο ποδοσφαιρικό project, όταν για αυτό υπάρχει και η δική σου υπομονή και η δική σου στήριξη. Κι αυτό όταν μιλάμε για ελληνικές ομάδες είναι κομμάτι σπάνιο.

Να το χαρείς αληθινά

Αν είχα μπροστά μου ένα οπαδό του Ολυμπιακού θα του έλεγα ότι την πρεμιέρα της ομάδας του την είδαν σε όλη την Ευρώπη: το ματς Ολυμπιακός - Τότεναμ ήταν το ένα από τα δυο που άρχισαν πιο νωρίς, και ήταν ασύγκριτα καλύτερο από το Μπριζ – Γαλατά (0-0). Ο Ολυμπιακός κοίταξε την Τότεναμ στα μάτια παίζοντας ωραίο ποδόσφαιρο κι όχι γιατί οι παίκτες του ήταν «ψυχάρες» και «θρυλοταλιμπάν» και «δάγκωναν σίδερα». Ο,τι είδες ήταν προγραμματισμένο, δουλεμένο, προσεγμένο, σπάνιο για τα δικά μας πράγματα. Αν αγαπάς το ποδόσφαιρο σε γέμισε τόσο, ώστε ήδη λαχταράς το ματς με την Μπάγερν, που πιθανότατα θα είναι δυσκολότερο, αλλά τι πειράζει; Το βασικό είναι η προσμονή που νοιώθεις ήδη – μια προσμονή που δεν έχει να κάνει με το αποτέλεσμα, αλλά με πράγματα πιο σημαντικά που σε κάνουν να νοιώθεις ότι το ταξίδι στα άστρα του Τσάμπιονς λιγκ μπορείς αληθινά να το χαρείς. Αν αγαπάς τον Ολυμπιακό κράτησε το αυτό το συναίσθημα – είναι κάτι περισσότερο από τη νίκη: είναι ο λόγος που εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι χαίρονται το ποδόσφαιρο σε όλη την Ευρώπη.

Στην Ελλάδα αυτή την γλυκιά αίσθηση της πληρότητας μπορείς φέτος να την έχεις μόνο εσύ ζώντας το Τσάμπιονς λιγκ των μεγάλων, μοναδικών, ανεπανάληπτων αγώνων. Οι πιο πολλοί από τους άλλους, βουτηγμένοι στον καναπέ της εγχώριας μιζέριας που τους ρουφάει, ούτε που υποπτεύονται πως υπάρχει…