Αποχαιρετώ καλοκαιριάτικα με θλίψη ένα ήρωα των νεανικών μου χρόνων, τον Νίκο Καλογερόπουλο, που έφυγε σε ηλικία 74 χρονών – πολύ νέος δηλαδή. Όπως πολύ νέος ήταν πάντα.
Ρόλοι ιστορίες
Γεννημένος στα Φιλιατρά, Μεσσήνιος doc, και σπάνια περίπτωση γενικά, ο Καλογερόπουλος ήταν πολλά πέρα από πολύ καλός ηθοποιός. Έλεγε ότι σπούδασε μικρός για να γίνει αγρότης, αλλά τον κέρδισε κατά κάποιο τρόπο η υποκριτική, «αν και την έβρισκε λιγότερο χρήσιμη». Ο πατέρας του, έλεγε, τον είχε ταράξει στις φάπες όταν του είπε πως θα γίνει ηθοποιός. Έλεγε επίσης ότι τον είχα αποβάλει από όλα τα γυμνάσια της Μεσσηνίας όταν ήταν μικρός και διηγούταν ιστορίες με καθηγητές που δεν τον άντεχαν γιατί ήταν από πιτσιρικάς ατίθασος χαρακτήρας. Ηταν αλήθεια όλα αυτά; Μπορεί. Αλλά δεν είχε και μεγάλη σημασία: ο Καλογερόπουλος ήταν ένας υπέροχος αφηγητής ιστοριών – κάπως έτσι έβλεπε και την δουλειά του και ως ηθοποιός. Δεν έπαιζε απλά ρόλους: κάθε ρόλος του ήταν σαν αφήγηση μιας ιστορίας. Μας έδωσε υπέροχους «ρόλους – ιστορίες» ο Καλογερόπουλος.

Ηρθε στην Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του ΄70, πέρασε από διάφορες θεατρικές σχολές κι άρχισε να δουλεύει αρχικά στην τηλεόραση: στο «Χριστός ξανασταυρώνεται θα κάνει το ντεμπούτο του ενώ εξακολουθεί να δουλεύει ως μπογιατζής! Στην τηλεόραση της δεκαετίας του 80 κυρίως θα κάνει πολλά κι ενδιαφέροντα. Θα παίξει στο «Ο φωτογράφος του χωριού», μετά στο «Οι παραστρατημένοι», αλλά θα κάνει την διαφορά στο τρομερό ρόλο του «Μπε» στη «Μεθυσμένη πολιτεία», πριν ακολουθήσουν ρόλοι στους οποίους χάρισε μια μοναδική υπόσταση χωρίς να είναι απαραίτητα πρωταγωνιστής. Στο «Χαίρε Τάσο Καρατάσο», στο «Ολη η δόξα όλη η χάρη», στο «Ερασιτέχνης άνθρωπος» και φυσικά στο αξέχαστο «Κάμπινγκ» όπου έπαιξε δυο ρόλους εντυπωσιάζοντας και ως «Μήτσος» αλλά και ως «Μάιμος» είχε τραβήξει τα βλέμματα. Οι μεταμορφώσεις του (κι όχι απλά οι ερμηνείες του) ήταν στην εποχή του τηλεοπτικά μοναδικές. Αλλά χωρίς αμφιβολία ιστορία έγραψε στον κινηματογράφο. Εκεί που κάθε ρόλος του ήταν δικός του αποκλειστικά: δεν μπορούσες να φανταστείς άλλον να κάνει όσα αυτός. «Οι ρόλοι είναι άτιμο πράγμα. Μια μικρή υπερβολή να βάλεις μπορεί να εξευτελιστείς. Λίγο να φρενάρεις, δεν θα πείσεις κανένα» αγαπούσε να λέει.
Ολοι τον ήθελαν
Ο Καλογερόπουλος ήταν περσόνα κι αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο από τους καλούς σκηνοθέτες της εποχής: όλοι τον ήθελαν. Με τον Νίκο Περράκη θα συνεργαστεί δυο φορές. Πρώτα στο «Αρπα κόλλα» και μετά στο «Λούφα και παραλλαγή». Σε αυτό το δεύτερο έχει κουβαλήσει ως στρατιώτης Ιωάννης Παπαδόπουλος την μισή ταινία στις πλάτες του: πήρε και το πρώτο βραβείο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Πριν από τις συνεργασίες με τον Περράκη εντυπωσιάζει στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» του Θόδωρου Μαραγκού στο ρόλο του Σωκράτη, του γιού του συντηρητικού γυμνασιάρχη και αδερφού του Κώστα Τσάκωνα: και για αυτόν θα βραβευτεί στη Θεσσαλονίκη. Είναι μια εποχή που όλοι τον ψάχνουν. Ο ίδιος μοιράζει αρνήσεις. Λέει όχι στον Θόδωρο Αγγελόπουλο, περιορίζει όλο και πιο πολύ τις εμφανίσεις του στην τηλεόραση, πολύ νωρίς σχετικά σταματά και το σινεμά. Πριν το κάνει μας δίνει ένα μεγάλο ρόλο στο «Ρεμπέτικο» του Κώστας Φέρρη. Ο Φέρρης τον έχει για κάτι άλλο στο μυαλό του. Αυτός όταν διαβάζει το σενάριο γοητεύεται από ένα και μόνο ρόλο: αυτόν του Μπάμπη που ο Φέρρης έχει εμπνευστεί από τον Βασίλη Τσιτσάνη. Ο Καλογερόπουλος παίρνει το ρόλο με το «έτσι θέλω» και είναι καταπληκτικός. Μαθαίνει μάλιστα και μπουζούκι για τις ανάγκες της ταινίας. Και καμάρωνε για αυτό του το κατόρθωμα. «Όταν έμαθα μπουζούκι ήταν σαν να έμαθα μια νέα γλώσσα. Τώρα πια μπορούσα να τα πω όλα. Προηγουμένως μόνο με τις λέξεις δεν έβρισκα άκρη» έλεγε.
Αναγνώριση, επιτυχία κι αντίο
Ο Καλογερόπουλος είχε πετύχει ήδη από τα 80΄ς κάτι σπάνιο: απολάμβανε μιας τεράστιας αναγνώρισης από τους συναδέρφους του – ήταν περισσότερο σταρ μεταξύ των ηθοποιών, παρά σταρ ηθοποιός, όχι ότι τον ενδιέφερε κάτι από τα δύο. Οποιος συνεργαζόταν μαζί του εντυπωσιαζόταν από το πόσο μεταμορφωνόταν στο σετ, αλλά και από την άνεση με την οποία έμπαινε στο ρόλο: «ήταν σαν κάθε ρόλο του να τον έχει γράψει ο ίδιος για τον εαυτό του» μου έλεγε ο Αντώνης Καφετζόπουλος. Κανείς δεν καταλάβαινε τον τρόπο του αλλά όλοι τον θαύμαζαν. Κανείς επίσης δεν είχε απάντηση στο πως αυτό το παιδί από τα Φιλιατρά είχε αυτή την μοναδική υποκριτική ικανότητα ενώ ήταν σχεδόν αυτοδίδακτος. Και ελάχιστοι καταλάβαιναν και τα γιατί τον επαγγελματικών του επιλογών.
Στο απόγειο της δημοφιλίας του σταμάτησε να εμφανίζεται και στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο για λόγους που δεν θυμάμαι ποτέ να εξήγησε. Εκανε επιλεγμένες θεατρικές δουλειές, άρχισε να γράφει, κυκλοφόρησε και ένα δίσκο κάποια στιγμή. Το 1999 είχε μια θεαματική επιστροφή στο σινεμά με μια εμφάνιση στη «Θηλυκή Εταιρεία» του Νίκου Περάκη κι ένα χρόνο μετά, παίζοντας τον ρόλο του «Πελοπίδα» στο «Ενας κι ένας» του Νίκου Ζαπατίνα, κέρδισε ξανά το Α΄ Βραβείο Ανδρικού Ρόλου στη Θεσσαλονίκη. Κι αφού τα έκανε αυτά, σαν να έμοιαζε ευχαριστημένος γιατί θύμισε στους νεότερους το ποιος είναι και τι μπορεί να κάνει στο σινεμά, πάλι απομακρύνθηκε για να ασχοληθεί με το θέατρο παίζοντας αλλά και σκηνοθετώντας.
Θα μπορούσε να γίνει ταινία
Ο Καλογερόπουλος ήταν μέλος μιας μεγάλης παρέας που αποτελούταν από καλλιτέχνες με προσωπικότητα που δεν γοητεύονταν από τις Σειρήνες του εγχώριου σταρ σίστεμ και που ήταν εξαιρετικά επιλεκτικοί. Ηταν φίλος με τον Αρη Ρέτσο (ένα άλλο τεράστιο ταλέντο της ελληνικής υποκριτικής σκηνής), την Σωτηρία Λεονάρδου (που ποτέ δεν πούλησε την ψυχή της στο σουξέ), τον Τάκη Σπυριδάκη (που προτιμούσε να δουλεύει μπάρμαν αντί «ντε και καλά να ψάχνει ρόλους για κωλοταινίες», όπως έλεγε). Από τον Σπυριδάκη τον είχα γνωρίσει κι εγώ χρόνια πριν – έλεγε ιστορίες για τον Νίκο Ασιμο αλλά και για τον Γιώργο Μαργαρίτη, ήταν θυμωμένος με όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, ορκιζόταν ότι θα τα παρατήσει όλα και θα γυρίσει στην Μεσσηνία γιατί την Αθήνα δεν την άντεχε.
Μιλούσε σοβαρά. Γύρισε στην Κυπαρισσία, νοίκιασε ένα άδειο σιδηροδρομικό σταθμό κι έφτιαξε το «Τρενοτεχνείο», ένα είδος πολιτιστικού κέντρο που ήταν κάτι σαν το τελευταίο του βασίλειο. Καλούσε φίλους που έδιναν παραστάσεις, διοργάνωνε μουσικές βραδιές, μπορούσες να τον ακούς να πολιτικολογεί και να αναπτύσσει διάφορα σχέδια που όσο πιο τολμηρά και παράτολμα ακούγονταν τόσο πιο πολύ πίστευες πως θα τα κάνει πράξη. Δεν θυμάμαι να ήταν μέλος κανενός κόμματος – άλλωστε ο γενικά αντιεξουσιαστικός λόγος του θα ήταν πρόβλημα για τα κόμματα.
Πριν δυο χρόνια το Τρενοτεχνείο βανδαλίστηκε: η αστυνομία δεν βρήκε πότε ποιος το έκανε. Όταν μου το είπαν μου είχε φανεί τόσο παράλογο ως γεγονός ώστε μου έμοιαζε σαν να μου διηγούνται σενάριο ταινίας – δεν ήταν ταινία, η οργή και η απογοήτευσή του υπήρξε μεγάλη, ωστόσο το ξαναέστησε.
Η ζωή του θα μπορούσε να γίνει ταινία. Αλλά θα ήταν αδύνατον να βρεθεί ένας ηθοποιός να τον υποδυθεί. Μόνο ο Νίκος Καλογερόπουλος θα μπορούσε να παίξει τον Νίκο Καλογερόπουλο…
Ας είναι ελαφρύ το χώμα.








