Η μοίρα του σόουμαν...

Η μοίρα του σόουμαν...

Χθες το πρωί στο πρώτο νεκροταφείο πλήθος κόσμου αποχαιρέτισε τον Νίκο Αλέφαντο. Δεν αποτελεί φυσικά έκπληξη: η δημοφιλία του δεν αμφισβητήθηκε ποτέ. Θα λεγα μάλιστα ότι το γεγονός ότι ήταν τόσο δημοφιλής, προκάλεσε τις τελευταίες μέρες και μια μεγάλη συζήτηση στα social media για την προσφορά του στο ίδιο το ποδόσφαιρο. Διάφοροι βρήκαν την ευκαιρία να γράψουν ότι δεν ήταν καλός προπονητής, ότι δεν πρόσφερε τίποτα στο άθλημα, ότι με τη συμπεριφορά του δημιούργησε ένα χαρακτήρα πολύ ξένο από αυτό που είναι η ευρωπαϊκή εικόνα του προπονητή όπως την ξέρουμε κτλ. Αυτές οι αιτιάσεις δημιουργούν και μια συζήτηση για το ποιος είναι ο ρόλος του προπονητή, πως μετρά κανείς την επιτυχία του και πως ένας προπονητής φτάνει τελικά σε ένα είδος καταξίωσης. Η ζωή του Αλέφαντου (και το ίδιο το life style του) προσφέρθηκε πολλές φορές για αυτού του είδους τον προβληματισμό. Ο μακαρίτης μας δίνει την ίδια ευκαιρία και με την φυγή του.  

Οι λάθος συγκρίσεις

Πρώτα από όλα θα θελα να πω σε πολλούς που κάνουν συγκρίσεις ανάμεσα σε ξένους προπονητές και στους προπονητές της γενιάς του Αλέφαντου ότι στην Ελλάδα του 60΄του ΄70 ακόμα και του ’80 είναι σπάνιο κάποιος να βγάζει το ψωμί του από την προπονητική και η προσφορά του να αναγνωρίζεται ως σημαντική σε ό,τι έχει να κάνει με το αποτέλεσμα μιας ομάδας. Κανείς σχεδόν δεν θυμάται ποιοι ήταν οι προπονητές του Ολυμπιακού όταν το ’60 η ομάδα κατέκτησε τα έξι συνεχόμενα πρωταθλήματα. Ελάχιστοι γνωρίζουν ποιος έδινε οδηγίες στον Νεστορίδη και είναι μάλλον απίθανο να βρεις κάποιον να σου πει δυο προπονητές του ΠΑΟ μέχρι το 1970 που δεν λέγονται Πούσκας και Μπόμπεκ. Οι πιο πολλοί της γενιάς του Αλέφαντου έκαναν τη δουλειά του προπονητή είτε παριστάνοντας τους προπονητές (ενώ στην καλύτερη των περιπτώσεων ήταν κάτι σαν γενικοί αρχηγοί που έφτιαχναν μια σύνθεση μαζί με τον πρόεδρο) ή ήταν εισοδηματίες που έχοντας λύσει πολλά από τα προβλήματα τους δούλευαν από χόμπι. Η δε «προπονητική» για τους περισσότερους άρχιζε και τελείωνε στη σύσταση της ενδεκάδας: άλλωστε μέχρι τις αρχές του 70 δεν επιτρέπονταν και αλλαγές στη διάρκεια του αγώνα. Αυτό το επισημαίνω για να γίνει κατανοητό τι είδους δουλειά διάλεξε να κάνει ο Αλέφαντος όταν ανέλαβε τον Αστέρα Εξαρχείων στα τέλη της δεκαετίας του 60.

Χωρίς σοβαροφάνεια

Ο Αλέφαντος ήταν από τους πρώτους που δούλεψε με δικούς του γυμναστές, που καταλάβαινε την αξία της προπόνησης και ενδιαφερόταν για το πως αυτή θα είναι αγαπητή στους παίκτες. Ηταν από τους πρώτους που έκανε τακτική σε πίνακα, που είχε λόγο για το ποιος θα μείνει ή το ποιος θα φύγει σε μια ομάδα, που μπορούσε να εξηγήσει σε ένα δημοσιογράφο γιατί πήρε μια απόφαση: το έκανε με μια γλώσσα πολύ δική του και σαφώς λαϊκή, πράγμα που τον ξεχώριζε από πολλούς που προσπαθούσαν να μοιάζουν με καθηγητές δικαιολογώντας την παρουσία τους με κάμποση σοβαροφάνεια. Σήμερα όλα αυτά ακούγονται λίγα – στη δεκαετία του ‘70  που άρχισε να συζητιέται ο Αλέφαντος ήταν πρωτοποριακά. Η αλήθεια είναι πως ο μακαρίτης απολάμβανε την προσοχή που τραβούσε: ο χωρίς προηγούμενο χειμαρρώδης λόγος του π.χ (μια από τις αιτίες που πολλοί τον αγάπησαν) έγινε σήμα κατατεθέν. Με τον καιρό άρχισε να μιλά πιο πολύ, να δίνει συνεντεύξεις, να κάνει κρίσεις για συναδέρφους του (κάτι άλλο στον καιρό του σχεδόν ανεπίτρεπτο) και φυσικά να τα βάζει ανοιχτά και με δημοσιογράφους. Εχει έρθει στα χέρια με τουλάχιστον τρεις διάσημους της δεκαετίας του ‘80 και για πάνω από δύο χρόνια ο Φίλαθλος δεν έγραφε το όνομά του με εντολή του διευθυντή του. Αυτό το σημειώνω για να γίνει κατανοητό πως οι εκρήξεις του δεν ήταν θεατρικές παραστάσεις, αλλά αληθινά ανθρώπινα ξεσπάσματα που είχαν και κόστος προσωπικό. Στις πιο πολλές από τις ιστορίες του ο Αλέφαντος πρωταγωνιστεί ως προπονητής: αν άλλοι της γενιάς του δεν έχουν ανάλογες ιστορίες είναι και γιατί δεν αναλαμβάνουν τον ρόλο του προπονητή, αλλά απλά τον υποδύονται.  

Οι χρήσιμες αναστατώσεις

Πάμε τώρα στο δια ταύτα. Πρόσφερε ή όχι στο ελληνικό ποδόσφαιρο; Και ποια είναι ακριβώς η προσφορά ενός προπονητή; Κι έφερε κάτι νέο; Ξεκινώντας από το τελευταίο θα έλεγα ότι έφερε αρκετά, αλλά αυτό είναι το λιγότερο που έχει σημασία. Αυτό που μετρά είναι ότι χωρίς αυτόν το ποδόσφαιρό μας θα ήταν φτωχότερο, κι αυτό μπορείς να το πεις για λίγους Ελληνες προπονητές εκείνης της εποχής: ακόμα και οι αναστατώσεις που προκαλούσε έκαναν στα χρόνια του την ποδοσφαιρική καθημερινότητά μας περισσότερο ενδιαφέρουσα – αλλά ας πούμε ότι εγώ είμαι βλαμμένος κι ότι άλλοι με τις ιστορίες του δεν διασκέδαζαν κι ας το αφήσουμε στην άκρη.

Και χωρίς τις ιστορίες και τις ατάκες του ο Αλέφαντος έκανε πολλά. Έχτισε εξαιρετικές σχέσεις με σπουδαίες παίκτες, βοήθησε αρκετούς να γίνουν καλύτεροι, παρουσίαζε σχεδόν πάντα ομάδες ιδιαίτερα μαχητικές, ήταν εξαιρετικός εμψυχωτής και πάντα προσπαθούσε να παραμείνει μοντέρνος. Δεν κέρδισε βέβαια τίτλους, που στο μυαλό κάποιων θα τον καταξίωναν και τον έφαγε το μαράζι γιατί ο Δούρος κατά τη γνώμη του τον αδίκησε, αλλά επιστρέψτε μου όλα αυτά να τα θεωρώ επιπόλαιες κρίσεις: στην πραγματικότητα ποτέ του δεν ανέλαβε μια ομάδα που να είχε μεγάλες πιθανότητες να κερδίσει το πρωτάθλημα. Ακόμα και τα περάσματα του από τον Ολυμπιακό έγιναν σε στιγμές που η ομάδα ήταν μακριά από την κορυφή και κυνηγούσε ανατροπές και θαύματα. Είναι περισσότερο σωστό να λέει κανείς ότι δεν έχασε τίποτα, παρά ότι δεν κέρδισε τίποτα.

Οι καλοί είναι σπάνιοι

Αν καλός προπονητής είναι μόνο όποιος κερδίζει τότε καλοί προπονητές είναι ελάχιστοι. Η δική μου εντύπωση είναι ότι, στην Ελλάδα ειδικά, σπανιότατα η παρουσία ενός προπονητή είναι καταλυτική για μια επιτυχία: λίγοι, πολλοί λίγοι, μπορούν να ισχυριστούν ότι υπήρξαν πραγματικά το μυστικό μιας επιτυχίας. Η επιτυχία στην Ελλάδα εξαρτάται πιο πολύ από τη διοικητική δύναμη και οργάνωση, από την σοβαρότητα του συλλόγου, από τους ποδοσφαιριστές φυσικά. Από όλες τις ιστορίες του Αλέφαντου μου αρέσει μια που δείχνει το μέτρο της ικανότητας του (της όποιας…) αλλά και την αδικία των κρίσεων που συχνά του θόλωνε το μυαλό. Την πρώτη φορά που πήγε στον Ολυμπιακό ο Σταύρος Νταϊφάς του είπε πως η ομάδα έχει μείνει πίσω στο πρωτάθλημα και πως για τον ίδιο σημαντικός στόχος θα ήταν να κερδίσει την αγάπη των παικτών. Μετά από ένα Ολυμπιακός – ΠΑΟΚ στο Καραϊσκάκη σκόραρε ο Αναστό με ψαλιδάκι κι αντί όλοι οι παίκτες να πάνε στον σκόρερ, που έχει «ζωγραφίσει» ένα αριστούργημα, πήγαν (με πρώτο τον Αναστόπουλο) κι αγκάλιασαν τον προπονητή τους! Κι ο Νταϊφάς είπε στο τέλος πως η σκηνή αυτή του προκάλεσε θλίψη, γιατί γκολ έβαλε ο Αναστό κι όχι ο Αλέφαντος!

Σε τέτοιες συνθήκες έχτισε τον όποιο μύθο του ο Αλέ. Ακόμα και ως σόουμαν διάλεξε να μην τον αγαπάνε όλοι και για αυτό υπήρξε και συχνά και άδικος με ανθρώπους: η αδικία ατσαλώνει. Το να σε αγαπάνε για τίτλους ή γιατί είσαι καλός στις δημόσιες σχέσεις είναι εύκολο. Το να σε αγαπάνε (όσοι σε αγαπάνε…) γιατί είσαι αυτός που είσαι είναι πιο δύσκολο. Και πιο σπάνιο…