Η Ευρωλίγκα, ένα τεστ αντοχής...

Η Ευρωλίγκα, ένα τεστ αντοχής...

Στο μεταξύ ξεκίνησε και η Ευρωλίγκα, η οποία αναμένεται να είναι  δυσκολότερη και πιο σκληρή για τις ελληνικές ομάδες από ότι ήταν ποτέ κι όχι μόνο γιατί φέτος υπάρχουν περισσότερες ομάδες σε αυτή. Ο Παναθηναϊκός κυρίως, αλλά και ο Ολυμπιακός, έχουν ως πρώτο στόχο να μπουν στην οκτάδα, και να αγωνιστούν στα play off όμως σε αυτή την οκτάδα υπάρχουν τουλάχιστον πέντε ομάδες που μοιάζουν να έχουν κλείσει θέση πριν καλά-καλά η διοργάνωση ξεκινήσει. Η πρωταθλήτρια ΤΣΣΚΑ, η Ρεάλ Μαδρίτης, η Φενέρμπαχτσε η Μπαρτσελόνα και η Εφες μοιάζει αδύνατον να λείψουν από τους πρώτους οκτώ. Οι ελληνικές ομάδες μαζί με άλλες έξι τουλάχιστον κυνηγάνε τις τρεις θέσεις που μοιάζουν ανοιχτές: το πράγματα δεν είναι απλό.

Ο ΠΑΟ ξεκίνησε με νίκη χθες βράδυ κόντρα στον Ερυθρό Αστέρα που δεν συγκαταλέγεται πάντως μεταξύ των ομάδων που κάνουν όνειρα να βρεθούν στα play off: αν οι Σέρβοι τα καταφέρουν, θα πρόκειται περί θαύματος. Η ομάδα του Αργύρη Πεδουλάκη έχει ακόμα πολλά να μάθει και έχει και αρκετούς ξένους παίκτες που πρέπει να προσαρμοστούν. Χθες το βράδυ απλά διαπίστωσε ότι τίποτα δεν θα είναι εύκολο, αφού ο μάλλον αδύναμος Αστέρας, για τουλάχιστον ένα ημίχρονο στάθηκε εξαιρετικά απέναντι στον Παναθηναϊκό και στο τέλος τον πλησίασε κιόλας παρότι ο καλύτερος παίκτης του ήταν ο γέρο Γκιστ. Τη σκυτάλη παίρνει απόψε ο Ολυμπιακός που παίζει με τη Βιλερμπάν στη Γαλλία και το ματς έχει ενδιαφέρον κυρίως γιατί στα φιλικά οι ερυθρόλευκοι δημιούργησαν μόνο προβληματισμό. Σε άλλες εποχές θα μιλούσαμε για ένα ματς διαδικαστικό – τώρα για τον Ολυμπιακό τέτοια δεν υπάρχουν. Αλλά αυτά είναι προφανή και τα ξέρετε: εγώ στον πρόλογο της εφετινής Ευρωλίγκας θέλω απλά να κάνω μερικές επισημάνσεις που έχουν σχέση με την ίδια τη διοργάνωση.

Ένα μεγάλο πείραμα

Η Ευρωλίγκα είναι το μεγαλύτερο αθλητικό πείραμα που έγινε ποτέ στην Ευρώπη: μια διοργάνωση με αρκετές ομάδες που έχουν εξασφαλισμένη παρουσία βασισμένη σε κριτήρια ιστορικότητας και αναλογικότητας – ο Τζόρντι Μπερτομέου σκέφτηκε ότι τα πιο μεγάλα ονόματα δεν πρέπει να λείπουν και ότι θα πρέπει να υπάρχει η καλύτερη δυνατή εκπροσώπηση όλης της μπασκετικής Ευρώπης. Η ιδέα ήταν καλή, θύμιζε και θυμίζει πολύ τις αμερικάνικες λίγκες και μέχρι τώρα το εγχείρημα έχει μια σχετική επιτυχία – λέω σχετική διότι, αν και τα πιο πολλά γήπεδα είναι γεμάτα, τα έσοδα από τις τηλεοράσεις εξακολουθούν να είναι περιορισμένα και περιορισμένα είναι και τα έσοδα των ομάδων κατ’ επέκταση.  Εξαιτίας ωστόσο αυτής της πραγματικότητας παρατηρείται ένα κακό δεδομένο: ακόμα κι αν στην διοργάνωση παίρνουν μέρος φέτος περισσότερες ομάδες μοιάζει εξαιρετικά απίθανο ο τελικός νικητής να είναι κάποιος άλλος πέραν της Ρεάλ, της Φενέρ και της ΤΣΣΚΑ που είναι συνεχώς στο Final 4 τα τελευταία χρόνια.

Χρήματα δεν έχουν όλοι

Οι Αμερικάνοι που ο Μπερτομέου προσπαθεί να αντιγράψει έχουν ως βασική αρχή την μοιρασιά των εσόδων από τα τηλεοπτικά και το merchandising και φυσικά το σάλαρι καπ. Και τα δυο αυτά περιορίζουν την δυνατότητα δημιουργίας μιας πολύχρονης αυτοκρατορίας – κυρίως έχουν ως συνέπεια μέρες παρακμής ακόμα και για τις ιστορικότερες και πλουσιότερες ομάδες. Στα ομαδικά σπορ μια αυτοκρατορία που να σαρώσει τους τίτλους μπορεί να γεννηθεί απρόβλεπτα: αν σου προκύψει ο Μάικλ Τζόρνταν π.χ θα βλέπεις την πλάτη του γιατί τέτοιος υπάρχει μόνο ένας. Αυτό οι Αμερικάνοι το ξέρουν: όσους περιορισμούς κι αν βάλουν η πιθανότητα να δεις μια ομάδα να παίζει σερί τελικούς πάντα θα υπάρχει. Αλλά η μοιρασιά των εσόδων και το σάλαρι καπ είναι χρήσιμα γιατί δεν επιτρέπουν σε κανένα σχεδόν να αντιμετωπίσει την κρίση της ομάδας του απλά βάζοντας χρήματα: χρήματα έχουν όλοι. Οποιος δεν επενδύει σωστά σε μικρούς, όποιος δεν έχει το σωστό σχέδιο κι όποιος δεν προσέχει στις επιλογές του παίρνει την κατιούσα. Η ευκολία με την οποία παρακμάζουν κολοσσοί είναι το χαρακτηριστικό όλων των αμερικάνινων λιγκών: οι Μπόστον Σέλτικς, οι Λος Αντζελες Λέικερς, οι Σικάγο Μπουλς κι άλλοι πολλοί έγραψαν ιστορία στο ΝΒΑ, αλλά αν κάνουν λάθη δεν μπορούν να ανοίξουν το χρηματοκιβώτιο και να τα διορθώσουν. Ενώ στην Ευρώπη όποιος έχει χρήματα ξεφεύγει.

Χάθηκε το μομέντουμ

Στα πρώτα χρόνια της Ευρωλίγκας, με τη νέα της μορφή, φαινόταν ότι υπάρχουν περιθώρια διάκρισης για τον Ολυμπιακό (κυρίως) αλλά και για τον Παναθηναϊκό για τρεις λόγους: γιατί ήταν ομάδες που έπαιρναν μέρος σε ένα πρωτάθλημα λιγότερο ανταγωνιστικό από το ισπανικό (αλλά και από  το ιταλικό και το τούρκικο), γιατί είχαν αρκετούς γηγενείς παίκτες που μπορούσαν να σηκώσουν το βάρος της διάκρισης (πλαισιωμένοι κατ’ ανάγκη από ξένους ρολίστες), αλλά και γιατί είχαν καταλάβει τη διοργάνωση πιο γρήγορα από πολλούς άλλους. Καθώς τα χρόνια πέρασαν την διοργάνωση την κατάλαβαν όλοι: η Ζαλγκίρις π.χ, ή η Μπασκόνια ή η Εφές σε αυτό δεν υπολείπονται των ελληνικών ομάδων πια. Το χειρότερο όμως είναι ότι οι ελληνικές ομάδες δεν έχουν πια σοβαρή παραγωγή Ελλήνων παικτών κι αυτό τις κάνει ολοένα και πιο αδύνατες, γιατί δεν μπορούν να αποκτήσουν και τους ξένους για τους οποίους οι άλλοι πληρώνουν περισσότερα.

Φέτος έγινε ένα τρομερό γαϊτανάκι παικτών καθώς πολλοί από όσους στην διοργάνωση κάνουν τη διαφορά άλλαξαν ομάδες: έφυγαν από τις ομάδες στις οποίες αγωνίζονταν παίκτες όπως ο Τζέιμς, ο Ντε Κολό, ο Χίγκινς, ο Μίκεϊ, ο Ροντρίγκεθ, ο Ντέρεκ Γουίλιμς, ο Αγιόν, ο Χίλιαρντ, ο Μπράντον Ντέιβις κι άλλοι κι άλλοι. Κανείς δεν ήρθε στην Ελλάδα. Ακόμα κι ο Σλούκας αρνήθηκε να επιστρέψει, ενώ ο Σέρχιο πήγε στην Αρμάνι με λιγότερα χρήματα από αυτά που ζήτησε από τον Παναθηναϊκό. Οι ελληνικές ομάδες δεν είναι πια εξαιρετικοί προορισμοί για τους παίκτες – και δεν είναι μόνο θέμα χρημάτων. Αντιθέτως είναι θέμα χρημάτων η υπεροχή των φαβορί: στο Final 4 οι τρεις που φτάνουν σταθερά είναι και οι πλουσιότεροι – το κάνουν γιατί ξοδεύουν και μπορούν να κλείσουν κάθε τρύπα. Η Φενέρ έχασε τον Μέλι και πήρε τον Γουίλιαμς και τον Ντε Κολό, η ΤΣΣΚΑ άλλαξε τη μισή της ομάδα αποκτώντας παίκτες ακριβότερους, η Ρεάλ πρόσθεσε στη μηχανή της τον Μίκεϊ: αυτά στο ΝΒΑ δύσκολα θα μπορούσαν να γίνουν, στην Ευρώπη όμως κουμάντο κάνει το πορτοφόλι. Κι όταν δεν υπάρχουν και σοβαρά έσοδα, ώστε να τα μοιραστούν οι ομάδες, η ψαλίδα ανοίγει.

Η μόνη βεβαιότητα

Στην Ελλάδα κατεβάσαμε πολύ τη στάνταρ. Εκεί που μιλούσαμε για κατάκτηση της Ευρωλίγκας αρχίσαμε να θεωρούμε επιτυχία το Final 4 – στην περίπτωση του ΠΑΟ έχει γίνει εδώ και χρόνια κάτι σαν όνειρο. Τώρα μιλάμε για είσοδο στην οκτάδα των play off, κάτι που τρία χρόνια πριν ήταν αυτονόητο και ποτέ κανείς δεν το παρουσίασε ως επιτυχία. Ψάχνουμε στόχους μικρότερους απλά για να τους πιάσουμε: πήγαμε πολύ πίσω, αλλά όλο αυτό μπορεί απλά να είναι μια φάση και ίσως κάποτε οι ελληνικές ομάδες την ξεπεράσουν. Απλά αυτά τα χρόνια θα μετρήσουμε τις αντοχές του ελληνικού κοινού απέναντι σε ήττες που θα είναι και φέτος σκληρές. Καθώς η διοργάνωση αρχίζει, αυτό μοιάζει το μόνο βέβαιο…