Ενήλικοι και παράσιτα...

Ενήλικοι και παράσιτα...

Βλέπουμε τα τελευταία χρόνια πιο πολλές πολιτικές ταινίες; Νομίζω πως ναι. Κατά τη γνωστή παζολινική ρήση «όλες οι ταινίες είναι πολιτικές, ακόμα κι αυτές που δεν θέλουν να είναι» – αλλά εγώ αναφέρομαι σε αυτές που θέλουν να είναι. Και τέτοιες υπάρχουν δυο ειδών: αυτές που καταπιάνονται με πολιτικά πρόσωπα (και που μοιραία διαδραματίζονται τουλάχιστον με φόντο ένα πολιτικό σκηνικό) και σε αυτές που γίνονται με σκοπό να στείλουν (κι) ένα μήνυμα πολιτικό ή έστω να περιγράψουν μια κατάσταση που δημιουργεί ένα κάποιο πολιτικό προβληματισμό. Τον τελευταίο καιρό αυτές είναι που πληθαίνουν – και την απάντηση στο γιατί τη δίνει ο ίδιος ο κόσμος μας: οι δημιουργοί προβληματίζονται ολοένα και περισσότερο από τα προβλήματα του. Και ευτυχώς.

Να στείλουν ένα μήνυμα

Η αύξηση αυτών των ταινιών έχει να κάνει πρώτα από όλα με την Αμερική του Τραμπ. Υπάρχει μια τεράστιά διάθεση των παραγωγών, (που σημειωτέων είναι ολοένα και πιο συχνά γνωστοί και νέοι ηθοποιοί ή και μεγάλοι σκηνοθέτες), να στείλουν ένα μήνυμα ότι υπάρχει μια αντιτραμπική Αμερική – μια Αμερική που δεν φοβάται τους μετανάστες, που είναι αλληλέγγυα στα προβλήματα των μειονοτήτων, που αντιμετωπίζει τους πολιτικούς και τα έργα τους με επικριτική διάθεση, που παλεύει για να αλλάξει τον κόσμο, δηλαδή τον Τραμπ. Οι Αμερικάνοι έχουν παράδοση στο ντοκιμαντέρ: κατέφευγαν σε αυτό όταν θέλανε να ασκήσουν πολιτική κριτική γιατί πιστεύουν πως η αληθινή εικόνα είναι απαραίτητη για να στηριχθεί μια άποψη – ο Μάικλ Μουρ το έκανε πολύ καλά. Αλλά τελευταία κατάλαβαν ότι αυτό δεν αρκεί και ότι η χρησιμοποίηση μιας κάποιας στρατευμένης μυθοπλασίας λειτουργεί καλύτερά και φέρνει και μεγαλύτερα κέρδη. Έτσι ολοένα και συχνότερα βλέπουμε πια ταινίες πολιτικών μηνυμάτων – παλιότερα έκαναν τέτοιες ο Κλιντ Ιστγουντ, ο Μάρτιν Σκορτσέζε, ο Τέρενς Μάλικ, φυσικά ο Φράνσις Φόρντ Κόπολα: τώρα το επιχειρούν ακόμα πιο πολλοί. Αυτή η διάθεση κοινωνικής κριτικής δια μέσου μιας μυθοπλασίας μας έδωσε το Τζόκερ π.χ του Τοντ Φίλιπς, που κάνει εκατομμύρια εισιτήρια παγκοσμίως και γιατί είναι μια άρτια ταινία και γιατί το μηνυματάκι του έχει μια απλοϊκότητα με την οποία είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς. Την εποχή του political correct και των social media θέλει θάρρος.    

  Η συμπόνοια και η στράτευση

Οι Ευρωπαίοι την ίδια ώρα, έχοντας κομμάτι διαφορετικά προβλήματα, ασχολούνται με τους ίδιους τους πολιτικούς και την πολιτική του. Η πολιτική συνήθως έχει σενάριο κι αυτό είναι που στην Ευρώπη είναι δυσεύρετο: όποιος το βρίσκει προσπαθεί να το αξιοποιήσει με τον τρόπο του, ακόμα κι αν ντριπλάρει την πραγματικότητα στήνοντας χαρακτήρες, που κάπου παραπέμπουν χωρίς να είναι υπαρκτά πρόσωπα. Το καλοκαίρι αρκετός κόσμος είδε την ισπανική ταινία «El Reino» του Ροδρίχο Σορογκογιέν, που οι Ελληνες διανομείς φοβήθηκαν να την βγάλουν με τον κανονικό της τίτλο («Το Βασίλειο») και προτίμησαν ένα δικό τους («Ο Έκπτωτος»), που τους φάνηκε πιο ταιριαστός με την υπόθεση – λάθος τους. Την ταινία την είδε αρκετός κόσμος (έκοψε σχεδόν 50 χιλιάδες εισιτήρια) κι ο λόγος είναι απλός: η κάπως προσχηματική ιστορία διαφθοράς που περιγράφει (χωρίς μάλιστα να κάνει σαφές σε ποιο πολιτικό χώρο ανήκουν οι εμπλεκόμενοι) είναι πολύ κοντά σε αυτό που ο κόσμος πιστεύει πως είναι η άσκηση εξουσίας. Ακόμα κι αν κάποιος επισημάνει ότι η ισπανική αυτή ταινία είναι γεμάτη από κλισέ, εν τούτοις η χρήση τους οδηγεί σε κάτι καλογραμμένο: όλα τα έχεις ξαναδεί, αλλά όλα είναι καλά τοποθετημένα. Ο σκηνοθέτης κάνει μια γενναία προσπάθεια να μην φτάσουμε να συμπάσχουμε με τον πονηρό, που είναι πρωταγωνιστής – το εκτίμησα. Ακόμα κι όταν ζούμε την αγωνία του, δεν ξεχνάμε ποιος είναι και για ποιο λόγο βρίσκει το μπελά του: «ο Έκπτωτος» κατά βάθος μας θυμίζει ότι δεν χρειάζεται καμία συμπόνια για όσους κοροϊδεύουν τον κόσμο.

Η συμπόνια είναι πολλές φορές ο λόγος που γυρίζονται ταινίες με ήρωες πολιτικούς - η συμπόνια είναι σχεδόν πάντα η μικρή αδερφή της πολιτικής στράτευσης κι αυτό είναι κάτι που στις ταινίες του Κώστα Γαβρά π.χ είναι κυρίαρχο. Συμπονώντας το Γιάνη Βαρουφάκη και τον αγώνα του ο Γαβράς πήρε ένα βιβλίο του για να το κάνει ταινία – μόνο που ξέχασε ότι πέρα από την πρόθεση υπάρχει και το αποτέλεσμα, δηλαδή το σινεμά και οι κανόνες του. Ο Γαβράς έπεσε θύμα μιας παγίδας στην οποία πέφτουν συχνά όσοι κάνουν πολιτικές ταινίες: νόμιζε ότι η εικονογράφηση ενός πολιτικού βιβλίου αρκεί για να γίνει μια ταινία. Η εικονογράφηση το πολύ πολύ να σταθεί αιτία να προκύψει ένα ωραίο κόμικ: στη δική του περίπτωση προέκυψε μια ταινία - καρτούν. Οι «Ενήλικοι στην αίθουσα» ήταν άψυχοι, κουραστικοί, κουρασμένοι και ανήμποροί να σου δείξουν κάτι που δεν περίμενες. Η μάλλον σου έδειξαν κάτι: τρεις τουλάχιστον τελικές σκηνές (την περικύκλωση του Βαρουφάκη στις Γιάντες, τη βραδιά του δημοψηφίσματος και τη συνθηκολόγηση του Τσίπρα στις Βρυξέλλες) τόσο σχηματικά καρτουνίστικες, που αν δεν έβαλες τα γέλια, όφειλες τουλάχιστον να βάλεις τα κλάματα από τα νεύρα σου. Υπό τους ήχους του τιριράμ τιριράμ τιριράμ, τιριράμ (μιας μουσικής για παράσταση καραγκιόζη…) είτε έχεις υπάρξει αλληλέγγυος με το Γιάνη, είτε όχι, αναρωτιόσουν τι διάβολο βλέπεις. Αν η ταινία δεν έκανε τις εισπράξεις που οι πιο πολλοί περιμέναμε είναι γιατί δεν δημιούργησε κανένα απολύτως προβληματισμό – πράγμα απαραίτητο όταν μιλάμε για πολιτικές ταινίες.

Παράσιτα γεμάτα λάμψη

Αντίθετα προβληματισμούς γεννούν τα «Παράσιτα», η κορεάτικη ταινία του Μπονγκ Τζουν-χο, ένα αληθινό κομψοτέχνημα. Κινηματογραφώντας τη ζωή δυο οικογενειών (μιας τρομερά φτωχής και μιας τρομερά πλούσιας) στη Σεούλ του οικονομικού θαύματος ο τύπος παίζει γοητευτικά με το μυαλό του θεατή αφού προηγουμένως έχει αιχμαλωτίσει τη ματιά του – ως οφείλει, διότι για σινεμά μιλάμε. Η εναλλαγή των εικόνων και τα καδραρίσματα είναι τόσο προσεγμένα, που η ταινία θα μπορούσε να είναι βουβή – και πάλι θα σε καθήλωνε! Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι αυτό το δίπολο «φτωχών – πλούσιων» ο τύπος το χρησιμοποιεί ως εργαλείο για να σου πει μια ιστορία, που δεν είναι τελικά όσο απλή νομίζεις: δεν υπάρχει εδώ το κλισέ του καλού και του κακού, αλλά η σκληρή αλήθεια του κόσμου, που δεν διαβάζεται πια με εύκολους τρόπους. Και το σπουδαιότερο; Ενώ παρακολουθείς μια καταπληκτική πολιτική αλληγορία διασκεδάζεις (όσο λίγες φορές στο σινεμά τα τελευταία χρόνια) με την ίδια την ιστορία, που εν τέλει είναι εντυπωσιακά σκληρή, δραματική και κυρίως ανελέητη, όπως ο κόσμος μας. Ακόμα κι αν έχεις για κάτι ενστάσεις (για την σχηματοποίηση των χαρακτήρων π.χ ή για κάποιες σεναριακές ακρότητες) τις αφήνεις στην άκρη και κρατάς μόνο την υπόγεια γοητεία μιας απόλαυσης που το ασιατικό σινεμά ξέρει να προσφέρει. Και πολιτικολογώντας.

Και στο σινεμά, οι πιο πολλοί που το αγαπάμε δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με την πολιτική και την όποια ηθικολογία, από όπου κι αν αυτή προέρχεται. Απλά αντιδρούμε αν μας κουνάνε το δάχτυλο…