Το όνειρο και η πραγματικότητα

Το όνειρο και η πραγματικότητα

H Μπαρτσελόνα είχε ν αλλάξει προπονητή μεσούσης της περιόδου από τα χρόνια του Φαν Γκάαλ κι ομολογώ ότι δεν περίμενα πως θα χώριζε τον Ερνέστο Βαλβέρδε κι ενώ είναι πρώτη στο πρωτάθλημα και συνεχίζει στο Τσάμπιονς λιγκ. Ο κόουτς πλήρωσε ένα χαμένο ασήμαντο τρόπαιο: το ισπανικό Σούπερ Καπ. Είναι ειρωνεία της μοίρας, αλλά ο Βαλβέρδε ξεκίνησε και τελείωσε την καριέρα του στη Μπαρτσελόνα με ένα χαμένο Σούπερ Καπ: χάνοντας ένα από τη Ρεάλ Μαδρίτης δυόμισι χρόνια πριν, είχε την άνεση να κάνει τη δουλειά του γιατί τότε όλοι κατάλαβαν ότι η ομάδα του υπολείπεται της Βασίλισσας, χάνοντας ένα τώρα τον άλλαξαν γιατί φοβήθηκαν ότι η Ρεάλ τους προσπέρασε – πάντα στις κρίσεις της Μπαρτσελόνα υπάρχει λίγο το φάντασμα της Βασίλισσας. Αλλά αν ο προφανής λόγος του διαζυγίου ήταν αυτός, οι αιτίες νομίζω ότι είναι άλλες.   

Τι είπε στο αντίο του

Αν θέλει κανείς να καταλάβει το διαζύγιο του Βαλβέρδε με τη Μπαρτσελόνα δεν έχει παρά να διαβάσει την επιστολή του αντίο του. «Η περίοδος μου ως προπονητής της Μπαρτσελόνα έφτασε στο τέλος της. Ήταν δυόμισι έντονα χρόνια από την αρχή. Σ’ αυτό το διάστημα, απήλαυσα κάποιες πολύ όμορφες στιγμές, πανηγύρισα νίκες και τρόπαια, αλλά επίσης υπήρξαν και κάποιες σκληρές και δύσκολες καταστάσεις» γράφει και προσθέτει: «Ωστόσο, πάνω απ' όλα θα ήθελα να ξεχωρίσω τη σχέση που ανέπτυξα με τους φιλάθλους και την καλοσύνη με την οποία με περιέλαβαν όλο το διάστημα της παρουσίας μου στην ομάδα». Προσέξτε τη χρήση των λέξεων: ο κόουτς αναφέρθηκε στην καλοσύνη με την οποία οι οπαδοί τον περιέλαβαν – εμμέσως πλην σαφώς λέει ότι αυτή δεν υπήρχε πια. Κι ο Βαλβέρδε δεν είναι άνθρωπος που μπορεί να δουλέψει κάπου χωρίς να νοιώθει ότι τον αγαπούν: το διαζύγιο δεν το προκάλεσε, αλλά σίγουρα τον έβγαλε από μια θέση άβολη και δύσκολη.

Το όνειρο που έγινε δουλειά

Όταν έγινε προπονητής της Μπαρτσελόνα ο Βαλβέρε έκανε πράξη το όνειρό του. Ηταν εξ αρχής δεδομένο ότι θα έχει δύσκολη δουλειά γιατί δεν είναι το λατρεμένο παιδί του συλλόγου που κάθισε στον πάγκο – δεν είναι Γκουαρντιόλα, ώστε όλοι να τον προσέχουν, ούτε Λουίς Ενρίκε, ώστε όλοι να τον στηρίζουν. Όποιος τα τελευταία χρόνια έχει βρεθεί στην Μπάρτσα ως προπονητής και πρέπει να πείσει ότι αξίζει τη θέση, είχε προβλήματα – ρωτήστε και τον Τάτα Μαρτίνο. Τον έφερε  κάποτε ο Μέσι (και σκίστηκε για χάρη του…), αλλά η στήριξη του Αργεντινού τελικά δεν του έφτανε. Ο Βαλβέδρε άντεξε πολύ γιατί έκανε πολλά – και δεν αναφέρομαι στους τίτλους που κέρδισε. Το σημαντικότερο είναι ότι αυτά τα δυόμισι χρόνια της θητείας του αντιμετώπισε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το τέλος (;) μιας ομάδας που έγραψε ιστορία. Βρήκε ένα σχήμα (το 4-4-1-1) για να πάρει από το Μέσι ό,τι καλύτερο μειώνοντας τις κούρσες και τα τρεξίματα του. Καμουφλάρισε τα ποδοσφαιρικά γεράματα του Πικέ και του Μπουσκέτς, κρατώντας την Μπάρτσα λίγο πιο πίσω, ώστε οι δυο να μην εκτίθενται έχοντας χάσει ταχύτητα και έκρηξη. Παρουσίασε μια Μπαρτσελόνα που κατάφερε να κερδίσει ένα πρωτάθλημα χωρίς τον Ινιέστα, που ποτέ δεν αντικαταστάθηκε. Στήριξε το επιθετικό της παιγνίδι στον Σουάρες, απλοποιώντας το. Αλλά δεν ήταν δυνατόν να γυρίσει το χρόνο πίσω και να ξανακάνει τον Μέσι και την μεγάλη παρέα του εικοσιπέντε χρονών. Έπρεπε να διαχειρίζεται και δεν είχε τη δυνατότητα να χτίσει. Όποιος λίγο τον ξέρει καταλαβαίνει πως για αυτόν αυτό είναι δύσκολο. Αλλά το θέμα δεν είναι ο Βαλβέρδε είναι η Μπαρτσελόνα και το γιατί της απόφασής της, που σε κάποιους φαίνεται παράλογη.  

Ανέβηκαν στα ύψη οι προσδοκίες

Ο Βαλβέρδε δεν πλήρωσε την αδυναμία του να κερδίσει το Τσάμπιονς λιγκ, όπως κάποιοι στην Ελλάδα νομίζουν: αν ήταν έτσι θα τον έδιωχναν πέρυσι το καλοκαίρι. Η Μπαρτσελόνα είναι μια σοβαρή εταιρία και κάθε τέτοια γνωρίζει πως ένας στόχος τόσο μεγάλος ούτε χάνεται, ούτε κερδίζεται αποκλειστικά από ένα προπονητή. Ο Ερνέστο πλήρωσε τα μέτρια ματς που η ομάδα του έκανε φέτος στο πρωτάθλημα, μετά μάλιστα από μια καλοκαιρινή μεταγραφική περίοδο στην οποία αποκτήθηκαν ο Ντε Γιόνγκ από τον Αγιαξ και ο Αντονι Γκριεζμάν από την Ατλέτικο Μαδρίτης. Οι δυο αυτοί εκτόξευσαν τις απαιτήσεις του κόσμου που περίμενε να δει μια ομάδα που φέτος θα έβγαζε φωτιές.  Από τη στιγμή που αυτό δεν υπήρξε, ο πάγκος του κόουτς άρχισε να τρίζει: όταν οι προσδοκίες του κόσμου μεγαλώνουν, κάθε προπονητής που σε αυτές δυσκολεύεται να ανταποκριθεί έχει πρόβλημα. Οι κρίσεις των προπονητών στις μεγάλες ομάδες αφορούν πάντα την μπάλα που αυτές που παίζουν στο πρωτάθλημα: η Μπαρτσελόνα πουλάει ποδόσφαιρο – θέλει ένα κοινό που να πηγαίνει στο γήπεδο με την προσδοκία πως θα χαρεί με αυτό που βλέπει. Φέτος το ποδόσφαιρο που η ομάδα έπαιζε δεν ήταν αυτό που ο κόσμος προσδοκούσε ότι θα δει. Κι αυτό για τον καλό Ερνέστο αποδείχτηκε μεγάλο πρόβλημα.      

Οι πραγματικοί αντίπαλοι

Ο Βαλβέρδε κέρδισε τίτλους, διαχειρίστηκε δυσκολίες, έμεινε αήττητος στα ματς με τη Ρεάλ Μαδρίτης σε πρωτάθλημα και κύπελλο, χτίζοντας μετά την ήττα από τη Ρεάλ στο πρώτο του Σούπερ καπ το πρώτο του καλοκαίρι ένα τεράστιο σερί. Μερικά παιγνίδια της Μπαρτσελόνα επί των ημερών του υπήρξαν σεμιναριακού επιπέδου, ειδικά αν σκεφτεί κανείς την φθορά των πρωταγωνιστών της. Αλλά υπάρχει ένα δεδομένο που κάνει τη ζωή κάθε προπονητή της Μπάρτσα δύσκολη: ότι μιλάμε για μια ομάδα που για μια δεκαετία υπήρξε το συνώνυμο του θεαματικού ποδοσφαίρου – η Μπαρτσελόνα αρχικά με τον Πεπ Γκουαρντιόλα και στη συνέχεια με τον Λουίς Ενρίκε έπαιξε ποδόσφαιρο ονειρεμένο. Ο κόσμος της πιστεύει πως αυτό το ποδόσφαιρο ήταν αποτέλεσμα δουλειάς των προπονητών, σήμα κατατεθέν της νοοτροπίας του κλαμπ, συνέπεια μιας θέλησης. Δεν δέχεται ότι η συνύπαρξη παικτών όπως ο Ινιέστα, ο Τσάβι, ο Μέσι, ο Μπουσκέτς, ο Πικέ, ο Βίγια, ο Ετό, ο Νεϊμάρ ή ακόμα και ο Ιμπραϊμοβιτς ήταν μια ευλογία της μοίρας: πιστεύει ότι όσοι σήμερα εκεί υπάρχουν είναι εξίσου καλοί κι απλώς λείπει ο προφήτης που θα διδάξει τις γραφές. Ο Βαλβέρδε δεν είχε ν’ αντιμετωπίσει τη Ρεάλ ή την Ατλέτικο Μαδρίτης ή τη Σεβίλλη: έπρεπε να αναμετρηθεί με τις ομάδες του Γκουαρντιόλα και του Ενρίκε που όσο ο καιρός περνάει μυθοποιούνται. Και λογικά γιατί υπήρξαν επιθετικές μηχανές υπέροχες, στηριγμένες όμως σε παίκτες που δεν υπάρχουν πια, είτε γιατί έφυγαν, είτε γιατί μεγάλωσαν.         

Η αήττητη νοσταλγία

Ισως τελικά αυτό που ο Ερνέστο πλήρωσε είναι ότι επί των ημερών του χάθηκε το περίφημο «τίκι-τάκα», αυτό που ήταν το χαρακτηριστικό της Μπαρτσελόνα κυρίως στα χρόνια του Πεπ Γκουαρδιόλα. Όχι τυχαία η Μπάρτσα προσλαμβάνει στη θέση του τον Κίκε Σετιέν, ένα προπονητή που όταν βρισκόταν στην Μπέτις είχε παρουσιάσει μία ομάδα που έπαιζε αυτό ακριβώς το ποδόσφαιρο - ένα ποδόσφαιρο στο οποίο η κατοχή της μπάλας ήταν σημαντικότερη από την ταχύτητα και τη δημιουργία: θα σας γράψω για τον καταπληκτικό αυτό τύπο στην πρώτη ευκαιρία γιατί είναι τρομερή μορφή – φυσικά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα πετύχει κιόλας σε μια ομάδα που αρχίζει να γίνεται δύσκολη.

Θα έχει ενδιαφέρον και τι θα κάνει στη συνέχεια ο Ερνέστο. Την προηγούμενη φορά που απολύθηκε από ομάδα γύρισε στον Ολυμπιακό. Εδώ η καλοσύνη των οπαδών δεν του έλλειψε ποτέ κι όλοι οι προπονητές που ήρθαν μετά από αυτόν υποφέρουν από τις συγκρίσεις μαζί του – μάλλον άδικα. Όπως και να χει, για τους πιο πολλούς οπαδούς του Ολυμπιακού είναι Γκουαρντιόλα και Λουίς Ενρίκε ταυτόχρονα…