Το γοητευτικό παράδοξο του Αγιαξ

Το γοητευτικό παράδοξο του Αγιαξ

Χωρίς να φτάσει τα υψηλά στάνταρ απόδοσης του μεσοεπιθετικά ο Αγιαξ κέρδισε την Τότεναμ στο ολοκαίνουργιο γήπεδό της και βάζει πλώρη για τον τελικό της Μαδρίτης. Οι Ολλανδοί έχουν αναστατώσει ευχάριστα το Τσάμπιονς λιγκ και είναι η ομάδα της χρονιάς, ασχέτως με το τι θα γίνει από εδώ και πέρα. Χθες έδειξαν ότι με τον Ντε Λιχτ και τον Μπλιντ συγκεντρωμένους, μπορεί να παίξουν και καλή άμυνα, μολονότι υπόφεραν τον Λιορέντε και το ασυνήθιστο παιγνίδι της Τότεναμ, που εξαιτίας της παρουσίας του Ισπανού φορ σήκωσε πολύ τη μπάλα. Για ένα πάντως ματς ακόμα τα σχόλια ήταν διθυραμβικά – κυρίως αυτά από τους ουδέτερους. Που υμνούν τον Αγιαξ κάθε φορά που στην Ευρώπη διακρίνεται, αλλά μάλλον θα τρόμαζαν αν η ομάδα τους ανακοίνωνε αύριο ότι θα αντιγράψει το μοντέλο του. Αυτό, στην περίπτωση των Ολλανδών, είναι το μεγάλο παράδοξο.

Να τον αντιγράψει

Εγώ ανήκω σε μια γενιά που μεγάλωσε με το μύθο των Ολλανδών και του Αγιαξ – το ποδόσφαιρό τους και το μοντέλο τους ήταν η καλύτερη απόδειξη ότι υπάρχει ένα ποδόσφαιρο που κερδίζει χωρίς να χρειάζεται μια ομάδα να ξοδεύει απερίγραπτα εκατομμύρια. Στην πορεία οι υμνητές του Αγιαξ ανακάλυψαν και άλλες ικανότητές του – π.χ την ικανότητα του να βγάζει χρήματα. Ανέκαθεν ο Αγιαξ έμοιαζε με τη γυναίκα που ερωτεύεσαι για την εμφάνισή της κι ανακαλύπτεις αργότερα ότι έχει και πολλά άλλα σπουδαία χαρίσματα – τόσα που για τα ελαττώματά της δεν λες κουβέντα: όποιος τον αγαπάει τον θαυμάζει. Αλλά δεν βρίσκει και ποτέ το κουράγιο να τον αντιγράψει.  

Τίποτα το παράξενο

Κάνει τίποτα εξαιρετικά παράξενο ο Αγιαξ; Δεν θα το έλεγα. Τη δεκαετία του ΄70, αρκετά πριν ο Γόχαν Κρόιφ θεωρητικοποποιήσει την ανάγκη του ποδοσφαιρόφιλου να βλέπει ωραίο ποδόσφαιρο, οι Ολλανδοί παρουσίασαν μια ομάδα φτιαγμένη από Ολλανδούς και κατατρόπωσαν ευρωπαϊκές ομάδες που στηρίζονταν κι αυτές σε εγχώριους ποδοσφαιριστές – άντε να είχαν ένα, το πολύ δύο ξένους. Στη δεκαετία του ’80, όταν τα μπάτζετ άρχισαν να μεγαλώνουν, ο Αγιαξ μεγάλωσε το δίκτυο του ψάχνοντας ταλέντα στις ολλανδικές αποικίες – το έκαναν στις δικές τους αποικίες και οι Γάλλοι και οι Βέλγοι και οι Πορτογάλοι. Φρόντισε επίσης περισσότερο τις ακαδημίες του, γιατί ήταν υποχρεωτικό να το κάνει: η Ολλανδία είναι μια μικρή χώρα και πολλά χρήματα για αγορές ποδοσφαιριστών δεν περισσεύουν, αλλά που περίσσευαν τότε; Στην Ιταλία που είχε γίνει το νέο Ελντοράντο μπορούσαν να ξοδεύουν πολλά τέσσερις – πέντε ομάδες με προέδρους πλούσιους και τεράστιες πόλεις πίσω τους: το ίδιο και στην Ισπανία. Όταν αργότερα ξεκίνησε με το νόμο Μπόσμαν η εποχή των ανοιχτών συνόρων, οι Ολλανδοί προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την περίσταση πουλώντας ακριβότερα τους παίκτες τους και ψάχνοντας όλη τη γη για ταλέντα: βρήκαν τέτοια όχι μόνο στην Βραζιλία και στην Αργεντινή, αλλά και στην Σκανδιναβία και στα Βαλκάνια, αλλά το ίδιο έκαναν σχεδόν όλοι! Μερικοί το έκαναν καλύτερα, άλλοι χειρότερα, αλλά ο μπούσουλας ήταν ο ίδιος. Στο μεταξύ, όσο τα έσοδα από την τηλεόραση μεγάλωναν, τόσο άνοιγε και η ψαλίδα ανάμεσα στους πρωταθλητές των μεγάλων χωρών και στους υπόλοιπους: η Πρέμιερ λιγκ άρχισε να τραβά τους πλούσιους όλης της γης, η Ρεάλ Μαδρίτης και η Μπαρτσελόνα με τη βοήθεια των ισπανικών τραπεζών και των Δήμων τους έκαναν του κόσμου τις υπερβάσεις και μεγάλα περιθώρια να σταθεί κανείς απέναντί τους δεν υπήρχαν. Ο Αγιαξ υποχρεωτικά συνέχισε να υπηρετεί το μοντέλο του – δεν είχε καν τον χορηγό της Αϊντχόβεν που της εξασφάλιζε ρευστότητα, αν όχι και πλούτο.

Θέλω να πω πως βλέποντας τη μεγάλη εικόνα καταλαβαίνεις ότι οι Ολλανδοί κάνουν υποχρεωτικά τέσσερις δεκαετίες τώρα αυτό που πραγματικά μπορούν: ίσως αν είχαν τα χρήματα της Πρέμιερ λιγκ ή τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι ιδιοκτήτη να έκαναν κάτι άλλο. Θα το έκαναν όμως; Η αλήθεια είναι, (κι εδώ έγκειται το ενδιαφέρον της ύπαρξής τους), ότι δημιουργούν την εντύπωση πως δεν θα ήθελαν να είναι τίποτα διαφορετικό από αυτό που είναι. Οι τύποι στηρίζουν τις επιλογές τους με πάθος – το πιο μεγάλο τους πάθος είναι το πάθος για το ίδιο το ποδόσφαιρο και ως σπορ αλλά και ως επιχείρηση. Αυτό το πάθος είναι που λείπει από όλους όσους τους χειροκροτούν, τους αποθεώνουν, αλλά θα τρόμαζαν αν η ομάδα τους ανακοίνωνε ότι από αύριο θα κάνει ό,τι ο Αγιαξ. Καλές είναι οι ακαδημίες, η παραγωγή ποδοσφαιριστών, οι πωλήσεις και το σκάουτινγκ που φέρνει τον Νέρες και τον Μαζράουι, αλλά ο κόσμος, ο πολύς κόσμος θα ήθελε τους Αμπράμοβιτς και τους Καταριανούς: κακά τα ψέματα.

Εχουν και προβλήματα

Υπάρχει η εντύπωση πως ο Αγιαξ είναι μια τρομερή θερμοκοιτίδα ποδοσφαιριστών, ένα μοναδικό και καταπληκτικό περιβάλλον εντός του οποίου ανά περιόδους γεννιούνται ομάδες σχεδόν μαγικά. Δεν ισχύει τίποτα από όλα αυτά. Η διοίκηση του Αγιαξ είχε κατά καιρούς κάκιστες σχέσεις με τους οπαδούς της ομάδας, ακόμα και για πράγματα που μαρτυρούν πρόοδο, όπως π.χ το υπέροχο γήπεδο της ομάδας – το Αρίνα που για κάποια χρόνια όλη η Ευρώπη το ζήλευε. Οι οπαδοί του Αγιαξ δεν το ήθελαν γιατί λειτουργούσε σαν αυτόνομη εμπορική επιχείρηση: η ομάδα έκανε σε αυτό μια προπόνηση την εβδομάδα, οι ίδιοι δεν μπορούσαν να το κάνουν στέκι τους όπως κάποτε το Ντε Μεερ, τα εισιτήρια του ήταν σχετικά ακριβά. Στον Αγιαξ οι εσωτερικοί καυγάδες είναι έντονοι και συχνά σε αυτούς συμμετέχουν και παλιές δόξες του συλλόγου που ονειρεύονται διοικητικές θέσεις: η τωρινή ομάδα προέκυψε μετά τους καυγάδες του Οβερμαρς και του Φαν Ντε Σααρ με τον Ντένις Μπέργκαμπ. Η γκρίνια για τις πωλήσεις και τις απώλειες πρωταθλημάτων ανάγκασε φέτος την διοίκηση να κάνει μεταγραφές – κι εκεί γίνονται πολλά από αυτά που γίνονται παντού. Αλλά η διαφορά είναι πως ακόμα κι αυτά είναι μικρά επεισόδια που μαρτυρούν  το πάθος για το ποδόσφαιρο: παντού απολύονται προπονητές, η διαφορά είναι ότι στον Αγιαξ πήγαν και αγόρασαν τον Ερικ Ντε Χααγκ από την Ουτρέχτη ζητώντας του να μάθει στον Αγιαξ να παίζει όπως η παλιά του ομάδα.

Πως κερδίζεις

Ο Αγιαξ δεν προκρίθηκε ακόμα - η Τότεναμ μπορεί στο Αμστερνταμ να του κάνει ζημιά: με τη Ρεάλ και τη Γιούβε στην έδρα του δεν κέρδισε. Αλλά όπως και να χει και φέτος ενθουσίασε, χωρίς πάλι να βρει μιμητές. Αν ο κόσμος ενθουσιάζεται με τον Αγιαξ αλλά περιμένει τους Αμπράμοβιτς είναι γιατί διακρίνει την αγάπη των Ολλανδών για το ποδόσφαιρο, αλλά κατά βάση αγαπάει τις νίκες τους. Κι όταν η εικόνα του ματς (του κάθε ματς…) φεύγει από τα μάτια του στην ερώτηση πως είναι ευκολότερο να κερδίζεις απαντάει «πληρώνοντας». Οι Ολλανδοί θα συμφωνούσαν. Αλλά θα πρόσθεταν πως «μόνο πληρώνοντας δεν έχει και μεγάλο ενδιαφέρον»…