Θέμα συνείδησης...

Θέμα συνείδησης...

Μπήκαμε στη Μεγάλη Εβδομάδα και είναι σίγουρα μια διαφορετική Μεγάλη Εβδομάδα ετούτη εδώ. Δεν έχουν ζήσει μια τέτοια ούτε οι πατεράδες μας, ούτε οι παππούδες μας – ποτέ δεν υπήρξε Πάσχα στην Ελλάδα με απαγόρευση εξόδου από τις πόλεις. Αλλά και ποτέ κάτι τέτοιο δεν ήταν τόσο μα τόσο απαραίτητο. Όχι για μας. Για τα χωριά μας.

Το μεγάλο μας πρόβλημα

Όταν ξεκίνησε η περιπέτεια της Ευρώπης με τον κορωνοϊό έγινε σχετικά γρήγορα κατανοητό ότι το πρόβλημα της κάθε χώρας δεν ήταν ακριβώς το ίδιο. Η Ιταλία έχει πενήντα πόλεις, βρέθηκε πρώτη στο μέτωπο της αναμέτρησης με την πανδημία, έχει πολλά πανεπιστημιακά νοσοκομεία που δεν ήξεραν αρχικά τι αντιμετωπίζουν, έχει μεγάλα εργοστάσια αλλά και αρκετούς ηλικιωμένους: στάθηκε αδύνατο να ελέγξει την εξάπλωση κι εδώ και τριάντα μέρες μετράει νεκρούς. Οι Αγγλοι βρέθηκαν με μια ανεύθυνη πολιτική ηγεσία. Ο Τζόνσον πίστεψε τις εξωφρενικές θεωρίες περί αγέλης και βρέθηκε στο νοσοκομείο ο ίδιος. Οι Ισπανοί καθυστέρησαν να πάρουν μέτρα, γιατί όπως συνήθως συμβαίνει η διοικητική διαίρεσή τους δεν τους επέτρεψε να συνεννοηθούν, όσο γρήγορα θα έπρεπε. Η πανδημία αντιμετωπίστηκε καλύτερα εκεί που οι κυβερνήσεις ήταν υποψιασμένες και οι άνθρωποι έτοιμοι να πειθαρχήσουν  – όπως στην Ελλάδα.

Στη χώρα μας το μεγάλο πρόβλημα ήταν εξαρχής να μην υπάρξει τρομερή διασπορά. Τα χωριά μας, οι μικρές μας κωμοπόλεις και φυσικά τα νησιά μας μπορούσαν να απομονωθούν ευκολότερα από τις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις, τις οποίες ο ιός σακατεύει. Ολόκληρο το Αιγαίο έχει πληθυσμό μικρότερο από την Βαλένθια, που μετρά εκατοντάδες νεκρούς. Ο περιορισμός της κυκλοφορίας θα επέτρεπε στις τοπικές κοινωνίες να ξεπεράσουν το πρόβλημα στην απομόνωσή τους και η έγκυρη ιχνηλάτιση των κρουσμάτων θα βοηθούσε, ώστε να μην υπάρξουν εκατοντάδες μικρές εστίες: το πρόβλημα ήταν εξ αρχής η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, οι πόλεις που ήταν δύσκολο να μπουν σε καραντίνα, όμως αυτές έχουν τουλάχιστον νοσοκομεία και όπως αποδείχτηκε και τρομερούς γιατρούς. Στα χωριά μας η πρόληψη ήταν ευκολότερη, αλλά η αντιμετώπιση του προβλήματος θα ήταν δυσκολότερη – το είδαμε στα χωριά της Κοζάνης, όπου ένα μνημόσυνο πληρώθηκε με ανθρώπινες ζωές. Είναι τόσο αυτονόητο ότι πρέπει να αφήσουμε αμόλυντους τους ανθρώπους μας στα χωριά, που είναι να απορείς γιατί χρειάζονται αστυνομικά μέτρα για να μείνουν οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων φέτος στα σπίτια τους. Όσοι τα χωριά τους τα αγαπάνε έπρεπε μόνοι τους να αποφασίσουν ότι δεν θα πάνε πουθενά. Κυρίως για να μην αναστατώσουν μικρές κοινωνίες, που ενώ μπορούν να προφυλαχτούν από τη μόλυνση, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την ασθένεια.

Η σπάνια τύχη μας

Όλοι αυτοί που κλαίγονται γιατί δεν μπορούν να πάνε στο χωριό τους και που επιχειρούν να φύγουν νύχτα από την Αθήνα ελπίζοντας πως θα σπάσουν τα μπλόκα της τροχαίας ή πως θα βρουν δρόμους απίθανους και αφύλαχτους, δεν αγαπούν τα χωριά τους: είναι απλά μεγάλοι παρτάκηδες που σκέφτονται αποκλειστικά πως θα περάσουν και φέτος ωραία το Πάσχα. Το ξέρω πως είναι ωραίο το Πάσχα στο χωριό – για την ακρίβεια πιστεύω πως χωρίς χωριό δεν υπάρχει Πάσχα. Εχω γράψει πριν πολύ καιρό εδώ ένα κομμάτι που λέγεται η «Η σπάνια τύχη μας» και αφορά το Πάσχα στο χωριό μας: το διάβασαν εκείνες τις μέρες πάνω από τριάντα χιλιάδες άνθρωποι και ειδικά όσοι για κάποιο λόγο δεν είχαν καταφέρει να πάνε στα χωριά τους συγκινήθηκαν – πολλοί μου έγραψαν και διάφορα «ευχαριστώ», γιατί ξεδιάλυνα στο μυαλό τους τη σχέση τους με τον τόπο τους – άλλοι μου είπαν ότι το έδωσαν στα παιδιά τους να διαβάσουν και να καταλάβουν. Απάντησα σε όλους ότι δεν έκανα τίποτα, αλλά βρήκα απλά τις σωστές λέξεις. Το θυμίζω ως απόδειξη ότι ξέρω πως δεν υπάρχει Πάσχα, αν δεν το περνάς έχοντας ως σκηνικό την ηλιόλουστη, λαμπερή, υπέροχη, μοναδική ελληνική φύση. Στο χωριό πάντα.

Το ξέρω ότι δεν το νοιώθεις το Πάσχα αν δεν το συνδυάζεις με αυτό το μοναδικό φούντωμα της άνοιξης, που μόνο στο χωριό το καταλαβαίνεις. Το ξέρω ότι δεν έχει γοητεία το Πάσχα, αν δεν γυρίσεις στο χωριό, εκεί δηλαδή που ο χρόνος είναι ξανά φυσιολογικός. Το ξέρω πως δεν μπορείς να χαρείς το Πάσχα χωρίς τα έθιμα και τις μυρωδιές που έχεις στο χωριό σου συνηθίσει, χωρίς τις πλατείες και τις βόλτες. Αλλά είναι άλλο «το Πάσχα στο χωριό» κι άλλο το χωριό: το χωριό είναι πάντα σημαντικότερο και πρέπει να είναι και για σένα που από εκεί περνάς το Πάσχα ή που εκεί ζεις το Πάσχα γιατί από κει κατάγεσαι.

Τιμωρία και θυσία

Το χωριό είναι άνθρωποι που ζουν εκεί πρώτα από όλα. Είναι αυτοί που σου λένε καλημέρα γιατί σε ξέρουν κι ας μην θυμάσαι εσύ ποιοι ακριβώς είναι. Είναι αυτοί που θα σε κεράσουν ένα τσίπουρο πριν το φαϊ γιατί είσαι εκεί και θέλουν να μοιραστείς μαζί τους τη δική τους (κι όχι τη δική σου) καθημερινή συνήθεια. Είναι όλοι αυτοί που όταν πας θα σου πουν πως πέρασαν τους προηγούμενους μήνες, θα σου μιλήσουν για χιόνια που δεν είδες και βροχές που δεν σε τρόμαξαν, θα μοιραστούν μαζί σου χαρές που προηγήθηκαν και αγωνίες που ακολουθούν. Είναι οι συγγενείς σου, οι φίλοι σου, οι γείτονές σου, οι άνθρωποι που μπορεί να μην ξέρεις καν αλλά χρειάζονται για να συντηρούν το χωριό, αυτό που λες ότι αγαπάς και που γκρινιάζεις γιατί φέτος στο στέρησαν. Χωρίς τους ανθρώπους αυτούς, που μένοντας στην πόλη σου προστατεύεις, χωριό δεν υπάρχει. Αν αγαπάς το χωριό θα πρέπει να αγαπάς πρώτα από όλα όλους όσους εκεί συναντάς: αν δεν τους αγαπάς δεν το αξίζεις ούτε το χωριό, ούτε το Πάσχα που σε αυτό περνάς.

 

Άλλο είναι η τιμωρία κι άλλο είναι η θυσία. Δεν μας τιμωρούν στερώντας μας φέτος το χωριό, μας ζητάνε μια θυσία για χάρη του – την πιο μικρή, την πιο ανώδυνη, την πιο εύκολη. Αν ακόμα έχετε πίκρα κι οργή γιατί το χωριό θα το στερηθείτε σκεφτείτε τη ζημιά που θα μπορούσε να πάθει εξαιτίας μας. Εσεις, εμείς, όλοι, θα φεύγαμε και θα αφήναμε πίσω μας άθελά μας κρούσματα και ασθενείς που σιγά σιγά θα πλήθαιναν. Θα βάζαμε ανθρώπους σε κίνδυνο και χωριά χωρίς ιατρικές υποδομές και ειδικούς γιατρούς σε καραντίνα. Θα βλέπαμε μετά στα δελτία ειδήσεων δημάρχους να μιλάνε για το κακό που συνέβη κάνοντας εκκλήσεις για ασθενοφόρα και θα το ρίχναμε στις κατάρες για το Κράτος που δεν κάνει τίποτα για να προστατεύσει τους ανθρώπους: σε αυτά τα συμπεράσματα είμαστε οι καλύτεροι – με την υπακοή κάποιοι έχουμε πρόβλημα.

Ειλικρινείς και πικραμένος

Ακουσα τις προάλλες Δημήτρη Λιανό, τον δήμαρχο της Νάξου, να κάνει έκκληση στον κόσμο να μην επισκεφτεί πασχαλιάτικα το νησί. Από όλους όσους μας θύμισαν ότι πρέπει να μείνουμε σπίτι αυτός ήταν ο καλύτερος, γιατί μιλούσε με την ειλικρίνεια του ανθρώπου που λυπάται για ό,τι λέει, αλλά και με την σοβαρότητα του δημάρχου, που μιλάει από καρδιάς, όχι για μας, αλλά για τον τόπο του. Ο τόπος μας πολλές φορές μας έδωσε τη δυνατότητα να περάσουμε το Πάσχα καταπληκτικά, φέτος οφείλουμε να τον προστατεύσουμε για να τον ξαναχαρούμε.

Μείνετε σπίτι. Για να είμαστε του χρόνου το Πάσχα με ήσυχη τη συνείδησή μας στα αληθινά κι αγαπημένα σπίτια μας…