Συλλογές από πτώματα...

Συλλογές από πτώματα...

Κάπου πήρε το μάτι μου ότι ο Τζον Γουίκ, που επέστρεψε στα σινεμά για τρίτη φορά για να χαρίσει ένα ντελίριο ενθουσιασμού στους φανατικούς πιστούς του, έχει σκοτώσει 84 κακούς στην πρώτη εμφάνισή του το 2014 και 128 στη δεύτερη δυο χρόνια αργότερα. Στην τρίτη οι νεκροί είναι σαφώς περισσότεροι κι αν υπολογίσει κανείς ότι ταινία κρατά 130 λεπτά περίπου, τότε μιλάμε για πάνω από ένα νεκρό το λεπτό – αν υπάρξει και τέταρτη εμφάνιση θα έχουμε ένα νεκρό κάθε 24 δευτερόλεπτά: οι επιθέσεις του Τζον Γουίκ θα θυμίζουν αγώνα μπάσκετ με τη διαφορά ότι αυτός θα είναι απόλυτα εύστοχος.

Ολο το ρεπερτόριο του ολέθρου

Η μοναδική ερώτηση νομίζω πως συνοδεύει αυτές τις ταινίες είναι πως γίνεται τόση μα τόση βία, (συνήθως αδικαιολόγητη) να θεωρείται διασκέδαση. Για την ακρίβεια να είναι διασκεδαστική, αφού δεν υπάρχει αμφιβολία πως ένας κόσμος γελάει.

   

Είναι τα περισσότερα πτώματα που έχουμε δει σε ταινία; Ισως, αλλά δεν έχει και καμία σημασία. Υπάρχουν ταινίες που μας παρουσιάζουν μαζικές καταστροφές με νεκρούς περισσότερους – βέβαια συνήθως τους νεκρούς δεν μας τους δείχνουν. Το χαρακτηριστικό που έχουν αυτές οι περιπέτειες (αν μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε έτσι) είναι η βία και όχι οι νεκροί και οι θάνατοι: ο Τζον Γουίκ θα μπορούσε να μην σκοτώνει κανένα, αλλά και πάλι τα κατορθώματα του θα ήταν αιματοβαμμένα και η διασκέδαση που θα πρόσφερε θα είχε να κάνει με το ό,τι για να ζήσει πρέπει να σπείρει τον πανικό. Και πάλι οι ταινίες αυτές θα ήταν μια ωδή στην αυτοδικία, στην αιματηρή εκδίκηση, στη βία χωρίς μέτρο και χωρίς τέλος: δεν μιλάμε για νεκρούς που πέφτουν από πυροβολισμούς αλλά για κομμένα κεφάλια, μαχαιρώματα στα μάτια, λαιμούς που σπάνε, πτώσεις από παράθυρα στο κενό και παλουκώματα – ένα ρεπερτόριο του ολέθρου, που όμως αντί να τρομάζει, προκαλεί γέλιο. Πως διάβολε κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει;

Τα κεφάλια πέφτουν τελετουργικά

Κάποιος θα έλεγε ότι η βία έχει μια σκοτεινή διασκεδαστική πλευρά από τα χρόνια της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, που ήταν ιστορίες γραμμένες για να διασκεδάζουν οι άνθρωποι και να θυμούνται κατορθώματα. Βία μπόλικη υπάρχει και στις αρχαίες τραγωδίες όπου το πώς κάποιος πεθαίνει ή σκοτώνει μπορεί να περιγράφεται με μελανούς τρόπους: θυμηθείτε τη Μήδεια. Όχι φυσικά ότι οι τραγωδίες του Αισχύλου συγκρίνονται με τον Τζον Γουίκ, απλά το αναφέρω ως απόδειξη ότι η βία έχει μια μυστήρια θεαματικότητα που είχε γίνει κατανοητή από τα αρχαία χρόνια: ο φόνος έπρεπε πάντα να περιγράφεται πειστικά, προφανώς γιατί υπήρχε ένα κοινό που χαιρόταν όχι με την πράξη, αλλά με τις λεπτομέρειες της. Στην Αρχαία Τραγωδία δεν υπάρχουν ιστορίες με ύποπτους, κανείς τραγωδός δεν χτίζει μυστήρια που έχουν να κάνουν με το ποιος είναι ο δολοφόνος: η πράξη του φόνου ενδιαφέρει όσο η τιμωρία του δολοφόνου. Είναι παράξενο, αλλά αυτό προκαλεί μια μυστήρια απόλαυση στο θεατή από τότε μέχρι σήμερα: το συναντάς δε σχεδόν σε όλους τους πολιτισμούς, που δημιούργησαν μεγάλη Τέχνη και είναι τόσο δεδομένο, ώστε πέρασε και στο νεότερο θέατρο. Πολλά από τα έργα του Σέξπιρ π.χ δεν θα υπήρχαν χωρίς φόνους και σκηνές μακελειών που περιγράφονται αναλυτικά με μια παράξενη ηδονή από τη μεριά του συγγραφέα. Τα κεφάλια πέφτουν τελετουργικά προκαλώντας χειροκροτήματα.

Τα τέσσερα είδη

Το σινεμά έβαλε στο ρεπερτόριο του τη βία από νωρίς κι όσο πιο ανάγκη είχε να τραβήξει κόσμο στις αίθουσες τόσο περισσότερο αίμα έσταζε η οθόνη: ο μεγάλος τιμωρός και ο ανελέητος κακός υπηρετούν κάθε σεναριακή ιδέα εξολοθρευτικής μανίας χρόνια τώρα. Αλλά νομίζω ότι από τη δεκαετία του 70 και μετά έχουμε «αίμα για το αίμα», δηλαδή ταινίες που το πώς και πόσοι θα πεθάνουν καθορίζει την επιτυχία πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο. Υπηρετούν αυτή την αφήγηση τέσσερα  διαφορετικά κινηματογραφικά είδη που ικανοποιούν το θεατή που μετρά πτώματα: το γουέστερν (ειδικά το ιταλικό που εισάγει στο είδος και την θεαματικότητα της εκτέλεσης), οι ταινίες σπλάτερ (με ζόμπι, ψυχάκηδες, σήριαλ κίλερ που έρχονται από την κόλαση κτλ), οι ταινίες καράτε (όπου ο αριθμός των εμπλεκομένων σε βίαιες σκηνές γιγαντώνεται) και τέλος οι ιστορίες των αυτόκλητων εκδικητών που παίρνουν το νόμο στα χέρια τους, είτε ως μπάτσοι χωρίς ηθικούς φραγμούς, είτε ως πληγωμένοι πρώην στρατιώτες που ξέρουν τι πρέπει να κάνουν για να ανταποδώσουν το κακό που κάποιους τους προκάλεσε.

 

Το τελευταίο αυτό είδος δανείζεται πολλά από τα προηγούμενα και στα 80’ς μεγαλώνει. Οι κακοί είναι πολλοί όπως στις ασιατικές ταινίες με νίντζα κτλ. Το σπλάτερ γίνεται εργαλείο δουλειάς. Το γουέστερν παραμονεύει αφού από αυτό προέρχεται η ανάγκη για τελικές σκηνές, αλλά και για μοντέρνους καουμπόηδες που χειρίζονται καλά τα όπλα. Και το αίμα χύνεται ζεστό είτε για λόγους τιμωρίας, είτε γιατί υπάρχει απλή ανάγκη για επιβίωση. Οι σταρ του είδους χαλάνε κόσμο: ο Κλιντ Ιστγουντ, ως επιθεωρητής Κάλαχαν και ο Τσάρλς Μπρόνσον είναι παιδιά του κατηχητικού μπροστά στον Αρνι, τον Στίβεν Σίγκαλ, τον Ζαν Κλοντ Βαν Νταμ, τον Τζακ Νόρις που έγινε ήρωες σε ανέκδοτα γιατί έχει εξοντώσει χιλιάδες, τον Σταλόνε, τον Τζάκι Τσαν και άλλους που δεν θυμάμαι, αλλά που με τον καιρό δημιούργησαν το κοινό του Τζον Γουίκ, που είναι elegant όσο και αιμοσταγής. Τριάντα χρόνια μετά τη δεκαετία του ΄80, το είδος εμπνέει τον Ταραντίνο, που το καθαγιάζει, ενώ το ρόλο του εκδικητή που δεν αφήνει τίποτα όρθιο δεν αρνούνται και σοβαροί ηθοποιοί όπως ο Λίαμ Νίσον π.χ που δεν έχουν κανένα πρόβλημα να μας χαρίσουν μερικές συλλογές από πτώματα.

Όλα είναι video games

Είναι όμως αυτή η διαδρομή ο λόγος της επιτυχίας αυτών των ταινιών; Και ναι και όχι. Προφανώς αν δημιουργήσεις ένα είδος, θα έχεις διαρκώς και ταινίες που το υπηρετούν – περισσότερες ή λιγότερες δεν έχει σημασία. Όμως ενώ σε άλλα είδη (στο μιούζικαλ π.χ ή ακόμα και στο γουέστερν) επιχειρείται ένας εκμοντερνισμός, στις ταινίες πτωμάτων η μόνη τάση είναι η ροπή προς την αφέλεια: στο τρίτο μέρος του Τζον Γουίκ δεν υπάρχει κανένα σενάριο, κανένας χαρακτήρας και σχεδόν κανένας λόγος που τα κεφάλια πέφτουν ασταμάτητα. Τι υπάρχει; Μια μυστήρια εικονολατρεία από την πλευρά του κοινού, που έχει να κάνει κυρίως με τα video games νομίζω. Αν η DC και η Μarvel βάλανε στο σινεμά τους φανατικούς των κόμικς, εδώ η πόρτα έχει ανοίξει για τους φανατικούς των παιγνιδιών: νομίζω πως για τους πιο πολλούς από τους θεατές του Τζον Γουίκ θα ήταν υπέροχο να έχουν οι ίδιοι τη δυνατότητα να κινούν τον ήρωα και να τον βάλουν να σκοτώνει. Οι πιο πολλοί θα έσπαζαν το ρεκόρ των 215 νερών σε ένα δίωρο για πλάκα! Και μετά μπορεί να πήγαιναν και σινεμά, ποιος ξέρει…